Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 12/11 09:48

geron korniliosΔρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας


Στὴν ἐποχή μας ποὺ τὸ πνεῦμα ὑποτάσσεται στὴ σάρκα, ποὺ ἡ ἀγάπη καταψύχθηκε, ποὺ ἡ ἁγνότητα παραθεωρήθηκε, ποὺ ἡ ἁμαρτία ὑπερεπερίσσευσε, στὴν ἐποχὴ ὅπου κατὰ τὸν προφητάνακτα «πάντες ἐξέκλιναν ἅμα πάντες ἠχρειώθησαν» (Ψαλμ. 13, 3), ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἐγκατέλειψε.

Ἀνέκαθεν εἶχε, ἔχει καὶ θὰ ἔχει τοὺς ἀνθρώπους του, ἀνθρώπους τῆς προσευχῆς, τῆς καθαρότητος, τοῦ ἀγωνιστικοῦ φρονήματος, τῆς ἱεραποστολῆς, τοῦ παραδειγματισμοῦ τῶν ἄλλων γιὰ ὁλοκλήρωση τῆς ἀρετῆς καὶ θέωση.

Δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖ ποὺ ἡ κοπριὰ ἀναδίδει ἀφόρητη δυσοσμία φυτρώνουν τὰ ὡραιότερα καὶ εὐωδέστερα κρίνα. Ἐκεῖ ποὺ πλεονάζει ἡ ἁμαρτία περισσεύει ἡ χάρη.

Βλέπετε, ἄλλα προγραμματίζει ὁ ἄνθρωπος, ἄλλα θέλει ὁ Θεός.

Ὁ ἄνθρωπος ἐπεξεργάζεται τὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Ὁ Θεὸς θέλει «πάντας σωθῆναι» (Β΄ Τιμοθ. γ΄ 7), θέλει ὅλους νὰ τοὺς καταστήσει οὐρανοπολίτες, κληρονόμους τῆς Βασιλείας Του.

Καὶ σήμερα, στὴ γενιά μας τὴν πονηρή, τὴ διεστραμένη καὶ διεφθαρμένη, στὶς ἡμέρες τῆς ἀποστασίας, τῆς διαφθορᾶς, τοῦ παραλογισμοῦ καὶ τῆς παρουσιάσεως τοῦ καλοῦ ὡς κακοῦ, τοῦ φυσιολογικοῦ ὡς ἀφύσικου καὶ τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀρετῆς, ἔχει ὁ Θεὸς τοὺς ἐκλεκτούς του, γιὰ χάρη τῶν ὁποίων μᾶς σώζει ὅλους.

Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρξε καὶ ὁ ὅσιος Γέροντας Κορνήλιος, ὁ ἀσκητής, ὁ πνευματικὸς πατέρας, ὁ κτίτορας τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἁγίας Σκέπης στὸ Χαλκειό, ὁ ταπεινός, ἀφιλάργυρος, πνευματοφόρος, νηστευτής, διδάσκαλος, ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴ θερμουργὸ ἀγάπη, τὴν πραότητα, τὴν οὐράνια πνευματικὴ ἀκτινοβολία.

Ὁ ὅσιος Γέροντας Κορνήλιος ὑπῆρξε ἄνθρωπος τῶν ἡμερῶν μας, σύγχρονός μας, «ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν» (Ἰάκ. ε΄ 17), ποὺ ἔζησε καὶ γνωρίζει τοὺς πόνους, τὶς ἀγωνίες, τὰ προβλήματα καὶ τοὺς πειρασμοὺς τῆς ἐποχῆς μας.

Ἔλαμψε σὰν φωτεινὸ ἀστέρι στὸ μυροβόλο νησὶ τῆς Χίου καὶ κατάφερε νὰ φωτίσει μὲ τὶς ἀκτῖνες τῆς θεάρεστης βιοτῆς του ὅλο τὸ χριστιανικὸ κόσμο.

Γεννήθηκε στὰ 1885 στὸ καμποχώρι τοῦ Χαλκειοῦ ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸ Δημήτρη καὶ τὴν Εὐανθία, ποὺ τοῦ ἔδωσαν στὸ ἅγιο βάπτισμα τὸ ὄνομα Κωνσταντῖνος.

Οἱ συνθῆκες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς φτώχειας καὶ τῆς δυστυχίας τοῦ λαοῦ, ποὺ παρουσιάζει πολλὰ κοινὰ μὲ τὴν ἐποχή μας, τῆς ἠθικῆς καὶ οἰκονομικῆς σήψεως καὶ κρίσεως, τὸν ἀνάγκασαν νὰ μεταναστεύσει σὲ νεαρὴ ἡλικία στὴν Ἀμερική.

Σ’ αὐτήν, ὅμως, δὲν ἔνοιωσε ποτὲ μόνος, ἔνοιωσε τὸ ἄγρυπνο βλέμμα τοῦ Χριστοῦ μας νὰ τὸν προστατεύει, ἀφοῦ ὅπου κι ἂν πάει ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνος καὶ μπορεῖ νὰ ὁμολογεῖ μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανὸν σὺ ὑπάρχεις ἐκεῖ· ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην πάρει, ἐὰν κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου» (Ψαλμ. 138, 8 - 10).

Καὶ ὄχι μόνο τὸ ἄγρυπνο βλέμμα τοῦ Χριστοῦ μας, ἀλλὰ ὀφθαλμοφανῶς εἶδε καὶ τὴν Παναγία μας, ἡ ὁποία τὸν σταμάτησε μπροστὰ ἀπὸ ἕνα ἀπότομο γκρεμὸ καὶ τὸν σκέπασε μὲ τὴν Ἁγία της Σκέπη, γιὰ νὰ τὸν γλυτώσει ἀπὸ φρικτὸ θάνατο.

Τότε ἦταν ποὺ ὁ νεαρὸς ἀπόδημος ὑποσχέθηκε στὴν Παναγία μας νὰ κτίσει Ἐκκλησιὰ στὸ ὄνομά της.

Ἡ νοσταλγία τῆς πατρίδος καὶ ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς τοῦ νεαροῦ Χιώτη γιὰ ἀσκητικὰ ἀγωνίσματα τὸν ἔφερε πίσω στὴν πατρίδα, στὸ νησὶ τῆς Χίου.

Τὸ ὄρος τῆς Πενθόδου καὶ τὸ ἀσκητικώτατο Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Μάρκου τὸν δέχθηκε στὴν ἀγκαλιά του.

Ὁ ὅσιος Γέροντας Γαβριὴλ τὸν παρέλαβε μὲ χαρὰ καὶ τὸν κατέταξε στὸ ἀγγελικὸ τάγμα τῶν μοναχῶν.

Μιὰ κοντινὴ σπηλιὰ στὸ πίσω μέρος τοῦ βουνοῦ ἀνέπαυε τὸ νεαρὸ ἡσυχαστή, τὸν ὁμόζηλο τῆς ἀσκητικῆς ἀγωγῆς τοῦ κτίτορα τοῦ μοναστηριοῦ ὁσίου Παρθενίου, ποὺ προσευχόταν στὸ σπήλαιό του στὴν μεριὰ τοῦ Μοναστηριοῦ ποὺ βλέπει πρὸς τὴν πόλη τῆς Χίου καὶ τὴν πολύπαθη Ἐρυθραία μας, καὶ τοῦ Γέροντά του, τοῦ ὁσίου Γαβριήλ, ποὺ γιὰ ἡσυχασμὸ ἔκτισε τὸ μικρὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Στὴ σπηλιὰ ὁ φλογερὸς μοναχὸς ἐπιδιδόταν στὴ νοερή, τὴν καρδιακὴ προσευχὴ καὶ στὶς θεῖες ἀναβάσεις του ἔνοιωθε τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας, νὰ τοῦ ὀμορφαίνει τὸ σκληρὸ ἀσκητικό του ἀγώνα, νὰ τοῦ σφογγίζει τοὺς ἱδρῶτες καὶ τὰ δάκρυα, νὰ τοῦ ἀπαλύνει τὴ σκληρότητα τῶν παλαισμάτων του κατὰ τοῦ ἀρχαίου πτερνιστή, τοῦ μισόκαλου δαίμονα καὶ νὰ τὸν ἐνισχύει στὴν ἐλάφρυνση τοῦ πόνου τῶν ἐμπερίστατων τοῦ νησιοῦ Χριστιανῶν.

Ἡ γλυκύτητα τῆς συναντήσεώς του μὲ τὸ Δεσπότη Χριστὸ τοῦ χάριζε πρωτόγνωρη εὐδαιμονία.

Μιὰ ἡμέρα ποὺ βρισκόταν σὲ μεγάλη κατάνυξη παρουσιάσθηκε στὸν ἀσκητή μας ἡ Παναγία μας καὶ τὸν παρότρυνε νὰ κτίσει Μοναστήρι στὴ θέση Λαζαρέτο τοῦ Χαλκειοῦ.

Ὁ ὅσιος Γέροντας Γαβριὴλ ἔδωσε πρόθυμα τὴν εὐχή του στὸν ὑποτακτικό του καὶ ὁ χαριτωμένος μοναχὸς ξεκίνησε τὸ πολύμοχθο ἔργο τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Μοναστηριοῦ.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητος τοῦ ἰσάγγελου μοναχοῦ διαδόθηκε ὄχι μόνο στὴν Χίο, ἀλλὰ καὶ στὰ γύρω νησιά.

Μάλιστα ὁ Μητροπολίτης Πλωμαρίου Κωνσταντῖνος Κοϊδάκης λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψη τὴν καθαρότητα τῆς ζωῆς του τὸν χειροτόνησε Ἱερέα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ὑπηρετήσει τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ στὸ χωριὸ Κουρνέλα τῆς ἐπισκοπικῆς του ἐπαρχίας.

Ἀργότερα ὁ θαυμαστὸς τοῦ Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος στὴν ἄοκνη ἐργασία τοῦ ἀγαθοῦ λευΐτη Κορνήλιου τὸν ὤθησε στὴν ἡγουμενία τῆς παλαίφατης ἱστορικῆς Νέας Μονῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὸς μὲ ἐπιμέλεια, ἔνθεο ζῆλο καὶ πολλὴ εὐλάβεια ἀνακαίνισε.

Τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἔδειχνε καὶ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ Γέροντα Κορνήλιου καὶ ἡ ἁπλότητα τῶν τρόπων του, ἡ διάκριση, τὸ ἀκατάκριτο τοῦ χαρακτῆρος του, ἡ σύντονη νυχθήμερη ἄσκηση καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ τὴν ἐγκατοίκηση σ’ αὐτὸν τοῦ Παναγίου καὶ Ζωαρχικοῦ Πνεύματος.

Ἔτσι, προικίσθηκε ὁ Γέροντας πλουσιοπάροχα μὲ διορατικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα.

Οἱ Λειτουργίες του βαστοῦσαν ὧρες πολλές, λόγω τῆς κατανύξεως ποὺ ὁ ἴδιος αἰσθανόταν θυσιάζοντας τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ, «τὸν μελιζόμενον καὶ μὴ διαιρούμενον, τὸν ἐσθιόμενον καὶ μηδέποτε δαπανώμενον», ἀλλὰ καὶ τοῦ πλήθους τῶν ὀνομάτων «ζώντων καὶ τεθνεώτων», τὰ ὁποῖα μνημόνευε ὡς ἄλλος παπα – Νικόλας Πλανᾶς, χωρὶς νὰ φείδεται κόπου καὶ χρόνου.

Μία γριούλα ποὺ συνάντησα ἐγὼ προσωπικὰ στὸ Χαλκειὸ μοῦ ὁμολόγησε ὅτι ποτὲ δὲν πῆρε ἀντίδωρο ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Γέροντα Κορνήλιου, γιατὶ ἐκεῖνος τελείωνε τὶς Λειτουργίες τὶς ἀπογευματινὲς ὧρες καὶ ἡ ἴδια ἀναγκαζόταν νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ διεκπεραιώσει τὶς δουλειὲς τοῦ σπιτιοῦ της.

Ἡ κατάνυξη ὅμως ποὺ αἰσθανόταν στὴν Ἐκκλησία, κατὰ τὶς Λειτουργίες τοῦ Γέροντα ἦταν μοναδική.

Ὁ Γέροντας Κορνήλιος ἦταν χαριτωμένος. Ἦταν ἀσκητικός, ἦταν ἱεροπρεπής, ἀλλὰ ἦταν καὶ φιλάνθρωπος.

Μεριμνοῦσε γιὰ ὅλους τοὺς φτωχούς, τοὺς πεινασμένους, τὰ ὀρφανά, τοὺς ἐμπερίστατους.

Γιὰ ὅλους ἦταν πραγματικὸς πατέρας καὶ γι’ αὐτὸν ἰσχύουν τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνης αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα» (Β΄ Κορίνθ. θ΄ 9).

Ὅπως, ὅμως γιὰ κάθε ἄνθρωπο, ἦλθε καὶ γιὰ τὸ Γέροντα Κορνήλιο ἡ ὥρα τῆς ἀναλύσεώς του, ἡ ὥρα ποὺ θὰ συναντοῦσε τὸ Δεσπότη Χριστό.

Στὶς 12 Νοεμβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1975 κοιμήθηκε τὸν ὕπνο τῶν δικαίων καὶ ἡ μακαρία του ψυχὴ ἀνῆλθε στὰ σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ συνοδευόμενη ἀπὸ τὴν Παναγία μας, τὴν ὁποία ἔβλεπε τὶς τελευταῖες στιγμές του στὴ γῆ νὰ στέκεται δίπλα του, ἕτοιμη νὰ συνοδεύσει τὴν ἁγνὴ ψυχή του στὸ θρόνο τοῦ Γιοῦ της, τοῦ Ψυχοσώστη Ἰησοῦ.

Τὸ τίμιο σκήνωμά του τάφηκε σὲ σημεῖο ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε ὑποδείξει κοντὰ στὰ εὐθυτενῆ κυπαρίσσια τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ἁγίας Σκέπης.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἀνακομίσθηκαν γεμάτα θεϊκὴ εὐωδία καὶ κατατέθηκαν στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ Ναοῦ τοῦ Μοναστηριοῦ του πίσω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Ἐσταυρωμένου Ἰησοῦ.

Ἡ ἁγία του κάρα μὲ τὰ ματωμένα ποταμάκια καὶ τὴν ἄρρητη εὐωδία δείχνει τὴν εὐαρέσκεια τοῦ Χριστοῦ μας στοὺς σύγχρονους ἀγῶνες τοῦ μεγάλου τῆς Χίου ἀσκητοῦ, τοῦ Γέροντα Κορνήλιου, ποὺ ἔλεγε ὅτι, «μέσα μας ρέει αἷμα Χριστοῦ καὶ ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε ἀγάπη μεταξύ μας, ἀφοῦ εἴμαστε ἀδέλφια καὶ κληρονόμοι τῆς Βασιλείας Του».

Ἡ ὅλη θήκη τῶν ἱερῶν του λειψάνων ἔχει ἀναδειχθεῖ πηγὴ θαυμασίων και κρήνη ἰάσεων, θεραπεύουσα τὶς ἀσθένειες ὅλων τῶν εὐλαβῶν τοῦ Ὁσίου προσκυνητῶν.

Εμφανίσεις: 220669
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: