Όταν το δικαίωμα στη λήθη συγκρούεται με τη μνήμη της Εκκλησίας

Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης στην Romfea.gr
Νομικός (ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου)
Δημοσιεύτηκαν την 1η Οκτωβρίου 2026 οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Laila Medina για την υπόθεση C-12/25 (Bisdom Gent) που αφορά αίτημα διαγραφής από το μητρώο βαπτίσεων βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (GDPR).
Η διαφορά κατέληξε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατόπιν προδικαστικής παραπομπής βελγικού Δικαστηρίου.
Στις 30 Ιουνίου του 2026 πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Μείζονος Σύνθεσης του Δικαστηρίου η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώ μετά τη δημοσίευση των προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως επίκειται η τελική κρίση του.
Το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής:
Βέλγος υπήκοος, ο οποίος είχε βαπτισθεί Καθολικός όταν ήταν ανήλικος, ζήτησε από την Επισκοπή της Γάνδης να διαγράψει κάθε αναφορά στο πρόσωπό του από οποιοδήποτε φυσικό ή ψηφιακό μητρώο ή αρχείο.
Προς στήριξη του αιτήματός του επικαλέστηκε το δικαίωμα διαγραφής του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Ακολούθως, η Επισκοπή κατέγραψε την αποχώρησή του, διαγράφοντας μεν με γραμμή τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν, διατηρώντας τα όμως σε αναγνώσιμη μορφή.
Μη ικανοποιημένος από τον τρόπο αυτό αντιμετώπισης του αιτήματός του, υπέβαλε καταγγελία στη βελγική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, η οποία διέταξε την Επισκοπή να διαγράψει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούσαν.
Η Επισκοπή προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον βελγικού δικαστηρίου, το οποίο, με τη σειρά του, ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ερμηνεύσει, στο συγκεκριμένο πλαίσιο, τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Η Γενική Εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προτάσεις της επιβεβαιώνει αρχικά ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων εφαρμόζεται στην υπόθεση.
Το μητρώο βαπτίσεων αποτελεί σύστημα αρχειοθέτησης κατά την έννοια του Κανονισμού (άρθρο 4 σημ. 6) και κατά συνέπεια, η επίμαχη επεξεργασία δεδομένων - η αποθήκευσή τους και, κατά περίπτωση, η ανάκτηση και η χρήση τους - πρέπει να είναι συμβατή με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων.
Επιπλέον, η Γενική Εισαγγελέας εκτιμά ότι η επεξεργασία από την Εκκλησία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγέλλοντος (πριν από την υποβολή του αιτήματος αποχώρησής του από την Εκκλησία) θα μπορούσε να θεωρηθεί σύννομη βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (άρθρο 6 παρ. 1 περ. στ’), ακόμη και ελλείψει ρητής συγκατάθεσης του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Ωστόσο, το πρόσωπο αυτό μπορεί, κατ’ αρχήν, να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων αυτών από το μητρώο βαπτίσεων, προβάλλοντας επισήμως αντίρρηση κατά της επεξεργασίας τους.
Στην περίπτωση αυτή, η Εκκλησία μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία των δεδομένων μόνον εφόσον αποδείξει ότι συντρέχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι (άρθρο 21 παρ. 1) που δικαιολογούν την επεξεργασία.
Μολονότι η διασφάλιση της ορθής τέλεσης και διαχείρισης των μυστηρίων, περιλαμβανομένου του βαπτίσματος, μπορεί να θεωρηθεί τέτοιος λόγος, πρέπει επιπλέον να εξεταστεί κατά πόσον η επεξεργασία είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού και κατά πόσον το συμφέρον της Εκκλησίας υπερισχύει των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Εν τέλει, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να προβεί σε αυτή τη σύνθετη, κατά περίπτωση, εκτίμηση.
Κατά τη στάθμιση των επίμαχων συμφερόντων, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει δύο ομάδες αντικρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων, τα οποία, στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρούνται αμφότερα άξια σημαντικής προστασίας: αφ’ ενός, το δικαίωμα του καταγγέλλοντος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμά του στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· αφ’ ετέρου, την αυτονομία της Εκκλησίας και τη δική της ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.
Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να συνεκτιμά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η διαγραφή και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα είχε για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο η απόρριψη του αιτήματος.
Συναφώς, η Γενική Εισαγγελέας επισημαίνει ότι η συνεχιζόμενη διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από θρησκευτική κοινότητα από την οποία ένα πρόσωπο επιθυμεί να αποστασιοποιηθεί μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση και, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να του προκαλέσει συναισθηματική επιβάρυνση.
Αν η Εκκλησία δεν μπορεί να δικαιολογήσει την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων για τους προαναφερθέντες λόγους ενδέχεται, παρά ταύτα, να μπορεί να συνεχίσει την επεξεργασία τους για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή για σκοπούς ιστορικής έρευνας (άρθρο 17 παρ. 3 περ. δ’ και άρθρο 89 παρ. 1).
Αυτό υπόκειται, ωστόσο, σε ορισμένες προϋποθέσεις: η επεξεργασία πρέπει να είναι αναγκαία για τους σκοπούς αυτούς, να συμμορφώνεται με τις εγγυήσεις που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και το εθνικό δίκαιο για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων και να τηρεί την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Γενική Εισαγγελέας υπογραμμίζει ότι μια δραστηριότητα αρχειοθέτησης πρέπει να εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, να στηρίζεται σε νομική υποχρέωση τήρησης αρχείων πληροφοριών ή εγγράφων και να συνεπάγεται κάποια μορφή πρόσβασης σε αυτά από δημόσιες αρχές ή από το ευρύ κοινό.
Όσον αφορά την έννοια της ιστορικής έρευνας, αυτή πρέπει, στο πλαίσιο του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, να νοείται ως αναφερόμενη κυρίως σε δραστηριότητες όπως εκείνες που ασκούνται από ακαδημαϊκούς ή ερευνητικούς οργανισμούς και οι οποίες μπορούν, εν τέλει, να ωφελήσουν την κοινωνία στο σύνολό της.
Τέλος, εάν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Εκκλησία δεν δικαιολογείται, η απλή διαγραφή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο μητρώο βαπτίσεων με μια γραμμή, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν αναγνώσιμα, σε συνδυασμό με την προσθήκη σημείωσης σχετικά με την αποχώρηση του προσώπου από την Εκκλησία, δεν συνιστά διαγραφή κατά την έννοια του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων.
Εν κατακλείδι, όταν το δικαίωμα στη λήθη του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων συναντά τη μνήμη της Εκκλησίας, η σύγκρουση δεν αφορά απλώς δύο ανταγωνιστικά δικαιώματα, αλλά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι συνιστά ένα εκκλησιαστικό μητρώο: Είναι απλώς ένα αρχείο προσωπικών δεδομένων που υπόκειται στους κανόνες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή ένα ιστορικό και κανονικό τεκμήριο γεγονότων τα οποία, για την Εκκλησία, δεν παύουν να έχουν συμβεί επειδή μεταβλήθηκε αργότερα η σχέση του προσώπου με αυτήν;
Κατά τη γνώμη μας, οι προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως επιχειρούν μεν να διατηρήσουν μια ισορροπία, αναγνωρίζοντας την εκκλησιαστική αυτονομία και τη σημασία των μυστηρίων, ωστόσο η αποδοχή ακόμη και της δυνατότητας ουσιαστικής εξάλειψης στοιχείων από ιστορικά μητρώα δημιουργεί έναν εύλογο προβληματισμό: Μήπως η λογική της προστασίας προσωπικών δεδομένων επεκτείνεται εν προκειμένω τόσο πολύ, ώστε να κινδυνεύει να μετατραπεί από εγγύηση της ιδιωτικότητας σε εργαλείο αναδιαμόρφωσης της θεσμικής και ιστορικής μνήμης μιας θρησκευτικής κοινότητας;
Η τελική κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκή Ένωσης θα κληθεί, επομένως, να χαράξει με ιδιαίτερη προσοχή το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα του προσώπου να αποστασιοποιείται από μια πίστη και στην αυτονομία και το έννομο συμφέρον της Εκκλησίας να διατηρεί την ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος που πράγματι έλαβε χώρα και έχει κατά την κανονική διδασκαλία της ανεξάλειπτο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα.




