Ακόμα μια συγκλονιστική ιστορία της Αφρικανικής ηπείρου (ΦΩΤΟ)

Του Μητροπολίτη Ναϊρόμπης Μακαρίου στην Romfea.gr
Για περισσότερες από έξι δεκαετίες βρίσκομαι στον χώρο της Διασποράς των Ελλήνων.
Πρώτα με τις σπουδές μου και τις αρχειακές έρευνες για τη σκιαγράφηση του Απόδημου Ελληνισμού και πιο συγκεκριμένα για την παρουσία της Ορθοδοξίας και τα θαυμάσια και μοναδικά επιτεύγματα, ιδιαίτερα στις Αρχιεπισκοπές του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Αμερικής, Θυατείρων, Άπω Ανατολής, Αυστραλίας κ.τ.λ.) και επί προσωπικού επίπεδου σε συνεργασία με τους εκάστοτε Ποιμενάρχες των κατά τόπους Ορθοδόξων Επαρχιών, είχα κυριολεκτικά αποθησαυρίσει μέσα από αυθεντικά κείμενα όχι μόνο στον εκκλησιαστικό τομέα και τις κινήσεις και συμβολές των Επισκόπων και όχι μόνο αλλά και γενικότερα στους τομείς που συνδέονται άμεσα με τη βαθιά ιστορική και πνευματική παρουσία της Ελληνικής μεγαλουργίας και Δημιουργίας (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Κορέα, Ρωσσία, Ουκρανία και φυσικά για σαράντα χρόνια στην ήπειρο της Αφρικής).
Τα κείμενα αυτά υπερβαίνουν το μέγεθος χιλιάδων σελίδων και ετοιμάζονται προς συλλογική έκδοση για να μη χαθούν τελικά.
Οι εμπειρίες και τα γεγονότα είναι διάφορες και μοιάζουν σαν να ανήκουν στην κατηγορία του μύθου και του παραμυθιού.
Όσο κι αν δεν έχουν καμιά σχέση με τα δικά μας τα γνωστά δεδομένα της καθημερινής μας ζωής, τόσο πιο πολύ έχουν μια δυναμική ωφέλεια, αφού τα ζούμε εμείς καθημερινά εδώ και είναι μέρος της ζωής μας.
Ένα μικρό λιθαράκι, θα έλεγα, για να πάρουμε περισσότερη εσωτερική δύναμη και να καλλιεργήσουμε μέσα μας το αίσθημα της ευθύνης και ταυτόχρονα να προσγειωθούμε.
Εδώ, οι φυλές είναι πολλές και η κάθε μια έχει τη διαφορετική της κουλτούρα και παράδοση. Και φυσικά η κάθε φυλή έχει ιδίαν διάλεκτο.
Είναι ένα πολυσύνθετο και πολύμορφο μωσαϊκό που πραγματικά έχει συναρπαστικές και μοναδικές συνθέσεις και εμπειρίες.
Ο Έλληνας όπως τον γνωρίζουμε του αρέσουν τα ταξίδια και οι περιπέτειες.
Βρισκόμαστε στα μέσα του περασμένου αιώνα όπου αρκετοί δικοί μας έψαχναν να βρουν κάτι το καλύτερο, το ιδανικότερο για να φτιάξουν τη ζωή τους.
Και έφευγαν, ταξίδευαν μακριά, μέσα στους ατέλειωτους ωκεανούς και θάλασσες, για να καταλήξουν τελικά κάπου όπου νόμιζαν ότι θα φτιάξουν τη ζωή τους καλύτερα και, στο τέλος, επιστρέφοντας πίσω στην Ελλάδα αν έχουν ήδη κάπου να στηριχτούν και να απολαμβάνουν τους κόπους, τις θυσίες τους και τους αγώνες τους για καλύτερο αύριο στον τόπο της καταγωγής τους.
Έφευγαν με ένα μικρό βαλιτσάκι όπου περιείχε τα πιο απαραίτητα για την επιβίωσή τους, μη γνωρίζοντας ότι μπορούσαν να μην ξαναγυρίσουν πίσω.
Είχαν όμως μέσα τους την πίστη και τη θέληση ότι όλα θα εξελίσσονταν τελικά θετικά και για όφελος δικός τους αλλά και των συγγενών και φίλων τους.
Οι Έλληνες, γενικά στα ξένα, διέπρεψαν και αναδείχθηκαν βράχοι ακλόνητοι με τη σταθερότητα και την αποφασιστικότητα, έγιναν οι καλύτεροι πρέσβεις μας στον χώρο της Διασποράς.
Ο σημερινός μας ήρωας έφθασε εδώ στην Κένυα και συγκεκριμένα στην παραλιακή πόλη της Μομπάσας, για να δουλέψει πάνω στα καράβια, μαζί με άλλους συμπατριώτες του.
Για αρκετά χρόνια ήταν μόνος του αλλά είχε καλλιεργήσει μια στενή φιλία με τους ντόπιους.
Φίλεψε μαζί τους και τον αγάπησαν τόσο πολύ που ένας από αυτούς θέλησε να του δώσει γυναίκα του την καλύτερη φίλη της γυναίκας του. Πράγματι έτσι κι έγινε.
Ο Έλληνας ναυτικός πήρε την απόφαση και δέχθηκε να παντρευτεί και να κάνει σύντροφό της ζωής τους μια Κενυάτισσα της φυλής των Κικούγιου. Φυσικά αυτή ήταν μια δυναμική και δημιουργική σύζυγος και γυναίκα.
Τον βοήθησε και τον ανέδειξε στον τομέα του. Απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, μια όμορφη, χαριτωμένη και λεπτοκαμωμένη ξανθιά όπως τον πατέρα της.
Ζούσαν στην Μομπάσα όπως ήδη αναφέραμε στην αρχή. Η μικρή ήταν αβάπτιστη.
Όπως ήταν φυσικό, ο άνδρας, ο Έλληνας δηλαδή, ήθελε η γυναίκα του να μάθει την ελληνική γλώσσα. Κι έτσι κι έγινε.
Εκεί που προσπαθούσαν μαζί με άλλους Έλληνες ναυτικούς να μιλούν Ελληνικά, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από δίπλα τους να τους ρωτά: «Είστε Έλληνες; Ναι, κι εγώ είμαι εδώ με τον σύζυγό μου, που είναι Αφρικανός της φυλής Κικούγιου, γιατρός το επάγγελμα, που σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, όπου γνωριστήκαμε και αποφασίσαμε να ενώσουμε τις ζωές μας με το μυστήριο του γάμου! Έχουμε και δύο κόρες που μιλούν μόνο Ελληνικά!» Καταλαβαίνει κανείς τις σκηνές που εξελίχθηκαν!
Κικούγιου και Έλληνες βρέθηκαν κυριολεκτικά στο πουθενά και αποφάσισαν να γίνουν οικογενειακά φίλοι, σε τέτοιο βαθμό που ζήτησαν από την Ελληνίδα να γίνει η νονά της κόρης τους.
Κι αυτό έγινε στον Καθεδρικό ναό των Αγίων Αναργύρων στη Ναϊρόμπη, το έτος 1993, όταν ήμουν ήδη Επίσκοπος Ριρούτας!
Όλα εξελίχθηκαν πολύ καλά με την ωραία εικόνα του φιλότιμου που χαρακτηρίζει τον κάθε Έλληνα.
Συνέχισαν να είναι οικογενειακοί φίλοι και έδωσαν το όνομα στη μικρή Μαρίνα. Αυτή η σχέση τούς ενώνει από τότε μέχρι σήμερα.
Η σχέση και η φιλία αυτών των οικογενειών συνεχίστηκε και φυσικά με τον φίλο του Έλληνα και της γυναίκας του που του έδωσαν ως σύζυγο την καλύτερή τους φίλη.
Τελικά αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, δηλ. ο Έλληνας ναυτικός, η σύζυγός του της φυλής Κικούγιου με την κόρη τους, Μαρίνα.
Ο φίλος του Έλληνα στο μεταξύ κι αυτός απέκτησε ένα χαριτωμένο αγόρι που το αγαπούσαν σαν να ήταν δικό τους.
Στο διάστημα της απουσίας τους στην Ελλάδα, ξαφνικά πεθαίνει η πολυαγαπημένη τους φίλη και ο Κικούγιου σύζυγός της, σύμφωνα με τα δικά τους έθιμα, παντρεύτηκε όχι μια άλλη αλλά δύο γυναίκες!!!
Κι έτσι βρέθηκε τώρα το ορφανό αγόρι μόνο του και απροστάτευτο αφού οι δύο άλλες μητριές του απέκτησαν δικά τους παιδιά και φυσικά τα φρόντιζαν, ενώ το καημένο το αγόρι το είχαν σαν δουλικό, το θεωρούσαν παρείσακτο, το κτυπούσαν αλύπητα και δεν του έδιναν καμιά σημασία.
Το αγόρι αυτό υπέφερε και ήταν πληγωμένο ψυχολογικά, αφού έχασε τη βιολογική του μητέρα. Δεν είχε όμως άλλη επιλογή. Σιωπούσε και τα υπέμεινε όλα παραδειγματικά.
Σκηνές που πραγματικά τρομάζουν, όταν κανείς ακούει να τις διηγούνται.
Πέρασαν τα χρόνια, αφού στο μεταξύ ο Έλληνας με την Κικούγιου γυναίκα του και την κόρη τους Μαρίνα ερχόντουσαν στην Κένυα και συναντούσαν τον φίλο τους με τις δύο τώρα γυναίκες και φυσικά τον μικρό που τώρα ήταν νέος και ώριμος.
Εκεί που το αγόρι αυτό περνούσε απερίγραπτες και βασανιστικές στιγμές, σκέφτηκαν να τον απελευθερώσουν από όλα τα δεινά που περνούσε, από αγάπη προς τη φίλη τους και το ορφανό αγόρι, ο Έλληνας και η Κικούγιου γυναίκα να τον κάνουν γαμπρό τους, να τον παντρέψουν δηλ. με την κόρη τους τη Μαρίνα!
Και είναι εδώ που παίρνω ξαφνικά ένα τηλεφώνημα και ζητούν αυτοί οι άγνωστοι να με συναντήσουν.
Πράγματι έρχονται και μου διηγούνται όλη την πορεία της ζωής τους και που τελικά κατέληξαν.
Άκουσα τις διηγήσεις από την Κικούγιου γυναίκα του Έλληνα ναυτικού σε άπταιστα Ελληνικά.
Έπρεπε τώρα να κανονίσουμε να βαπτίσουμε το αγόρι, τον μέλλοντα σύζυγο της Μαρίνας.
Γίνονται οι σχετικές διευθετήσεις, κατήχηση κτλ. Και ένα Σάββατο, εδώ στο υπαίθριο μεγάλο βαπτιστήριο της σχολής μας γίνεται η βάπτιση, όπου δίνεται το όνομα Αλέξανδρος.
Ένας από τους ιεροσπουδαστές ορίστηκε και ήταν ο νονός του Αλέξανδρου.
Η συμμετοχή των ιερέων και διακόνων, όπως και των ιεροσπουδαστών ήταν παραδειγματική και καθοριστική.
Μετά το βάπτισμα, ορίστηκε και η ημερομηνία του εκκλησιαστικού γάμου κι έτσι κι έγινε, στις 29 Φεβρουαρίου, στον ίδιο ναό όπου βαπτίστηκε η Μαρίνα, τελέσαμε τον γάμο τους, μέσα σε ατμόσφαιρα κατανυκτική και συγκινητική.
Ήταν πολύ φυσιολογικό να παρευρεθεί ο πατέρας του Αλέξανδρου μαζί με τα άλλα παιδιά που απέκτησε στο μεταξύ με τις δύο γυναίκες του.
Για μια στιγμή ο νεαρός Αλέξανδρος αγκάλιασε τον πατέρα του με δάκρυα και αναφιλητά, όπως και ο ίδιος ο πατέρας του.
Τώρα, ο Αλέξανδρος με τη Μαρίνα ήδη ετοιμάζονται για τον μεγάλο αγώνα που έχουν να αντιμετωπίσουν μπροστά τους, αφού αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα, για να φτιάξουν τη δική τους οικογένεια.
Μια ιστορία θρύλος, μα στο τέλος συμπληρώνει το ταξίδι της ξενιτιάς και καταλήγει – κλείνει με τον γυρισμό, που υπόσχεται το ξεκίνημα ενός χρέους απέναντι στον Αλέξανδρο.
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ:




