Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 26/05 01:54

en plo kolokotronis

Οι εκδόσεις Εν Πλω με την ευκαιρία των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση παραδίδουν στο αναγνωστικό κοινό μια συλλεκτική έκδοση 

με τα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, σε πολυτελή σκληρόδετο τόμο. 

Το κείμενο παρατίθεται για πρώτη φορά στη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα κατόπιν φιλολογικής επιμέλειας. Για την καλύτερη ανάγνωση και κατανόησή του, έχει χωριστεί σε κεφάλαια, ενώ κάθε κεφάλαιο αποτελείται από υποενότητες.

Παράλληλα, με πλαγιότιτλους αλλά και υποσημειώσεις, δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να εντοπίσει στο κείμενο τα σημαντικότερα γεγονότα, πρόσωπα ή φράσεις του κειμένου και να παρακολουθήσει πιο συστηματικά τις μάχες και τα ιστορικά δρώμενα. 

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ ΣΤΙΣ 24 ΜΑΪΟΥ

ONLINE ΑΓΟΡΑ -> ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Aπόδοση στη σύγχρονη νεοελληνική γλώσσα με υπομνηματισμό κειμένου (γλωσσάρι, σχόλια, παρατηρήσεις): 

Φλώρα ΒγόντζαΦιλόλογος

Ελένη-Φιλοθέη ΚαλαθάΙστορικός

Την έκδοση συμπληρώνουν:

• O εμβληματικός λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα προς τους Γυμνασιόπαιδες 

• Xρονολόγιο με τους βασικότερους σταθμούς της ζωής του Κολοκοτρώνη

• Xάρτης με τις σημαντικότερες τοποθεσίες που περιγράφονται

• Γλωσσάρι για την κατανόηση άγνωστων λέξεων και εκφράσεων

Η έκδοση κυκλοφορείται και μαζί με συλλεκτικό CD στο οποίο περιέχονται αντιπροσωπευτικά κείμενα των Απομνημονευμάτων, 

σε ανάγνωση Λεωνίδα Κακούρη και μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη

________________________________________________________________

«O κόσμος μας έλεγε τρελούς. Εμείς, αν δεν ήμασταν τρελοί, δεν θα κάναμε την Επανάσταση...»

Η διήγηση του Κολοκοτρώνη στον Γεώργιο Τερτσέτη το 1836 και η έκδοση των Απομνημονευμάτων του από τον τελευταίο το 1851 αποτελεί ένα ορόσημο καθώς έφερε στο φως μια ενιαία αφήγηση των γεγονότων ενός εκ των βασικών πρωταγωνιστών της Επανάστασης. Διακόσια χρόνια μετά η εξομάλυνση και η προσαρμογή της γλώσσας του Κολοκοτρώνη δεν είναι μόνο μια φιλολογική πρόκληση, αλλά και ένα χρέος ώστε αυτή η αφήγηση που αντικατοπτρίζει μια  εξόχως σημαντική ματιά για την Επανάσταση, να μπορέσει  να γίνει κτήμα των πολλών και να διαβαστεί. Έτσι, θα συμβάλλει στην ερευνητική προσέγγιση της ιστορίας μέσα από τις πρωτογενείς πηγές και την κριτική τους προσέγγιση.

Από τον πρόλογο του Δρ Στέφανου Καβαλλιεράκη

Διευθυντή Μουσείου Πόλεως Αθηνών-Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία

Εκδόσεις Εν Πλω

Xαριλάου Τρικούπη 6-10, Αθήνα

Τηλέφωνο παραγγελιών: 210 32 26 343

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

en plo kolokotronis2

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

1. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκα το 1770, στις 3 Απριλίου, τη Δευτέρα της Λαμπρής. Η αποστασία της Πελοποννήσου έγινε το 1769. Γεννήθηκα σ ̓ ένα βουνό που λεγόταν Ραμαβούνι, σ ̓ ένα δέντρο από κάτω, στην παλαιά Μεσσηνία. Ο πατέρας μου ήταν αρχηγός των αρματολών στην Κόρινθο. Κάθισε εκεί τέσσερα χρόνια. Έφυγε από την Κόρινθο για τη Μάνη. Έβγαινε από τη Μάνη και κυνηγούσε τους Τούρκους.

Τον καιρό που ζύγωσε το στράτευμα το τούρκικο στην Τριπολιτσά και πολιορκούσε τους Αρβανίτες, μοιράστηκαν τέσσερις χιλιάδες Τούρκοι Αρβανίτες για να βγάλουν τον πατέρα μου από τα ταμπούρια και αυτός αντιστάθηκε και τους κυνηγούσε και πήγαν πίσω. Ήρθαν τα στρατεύματα τα τούρκικα του Καπετάμπεη ως τον Άγιο Σώστη. Πάλι βγήκαν έξι χιλιάδες για να πάνε στον πατέρα μου, και αυτός πάλι τους αντέκρουσε. Είδαν ότι δεν μπορούν να κρατήσουν οι Αρβανίτες μέσα στην Τριπολιτσά, γιατί δεν είχε τότε τείχη γύρω. Μαζεύτηκαν όλοι και πήγαν καταπάνω στον πατέρα μου, εκείνος αντιστάθηκε με ορμή και τους γύρισε προς τον κάμπο. Ενώθηκαν κι άλλοι καπεταναίοι. Μπήκαν στα χωράφια. Στον κάμπο έπεσε μέσα η καβαλαρία και τους θέρισε. Από τη μια μεριά η καβαλαρία, από το άλλο μέρος ο πατέρας μου. Από δώδεκα χιλιάδες, πέρασαν οι επτα- κόσιοι στο Δαδί. Όταν τους πολέμησε ο πατέρας μου, του έλεγαν: «Κολοκοτρώνη, δεν κάνεις νισάφι». –«Τι νισάφι να σας κάνω, που ήρθατε και χαλάσατε την πατρίδα μου, μας πήρατε σκλάβους και μας κάνατε τόσα κακά;». Του αποκρίθηκαν: «Φέτος δικό μας, του χρόνου δικό σου». Τα κεφάλια των Αλβανών έφτιαξαν πύργο στην Τριπολιτσά.

Εμείς μείναμε στη Μάνη, στη Μηλιά, με τον θείο μου τον Αναγνώστη. Εξαγόρασα τα σκλαβωμένα παιδιά, τον Γιάννη και τον Χρήστο –το ένα από την Ύδρα– και κάτσαμε τρία χρόνια στη Μάνη. Είχαμε ελλείψεις, ήρθαν οι άλλοι οι μπαρμπάδες μας από τη μάνα μου, οι λεγόμενοι Κοτζακαίοι, και μας πήραν στην Αλωνίσταινα. Πήγαμε άγνωστοι αλλά έπειτα μας έμαθαν και φοβόμασταν τους Τούρκους. Ο μπάρμπας μου ο Ανα- γνώστης ήρθε έπειτα στην επαρχία του Λεονταριού στην άκρη της Μάνης, στα Σαμπάζικα. Έκανε συμπεθεριό με έναν ντόπιο προεστό, του τουφεκιού άντρα, τον έλεγαν Γεωργάκη Μεταξά. Του έδωσε τη θυγατέρα του, έφτιαξε σπίτι. Όταν μάθαμε ότι ο θείος μου κατοίκησε στο Άκοβο, φύγαμε και πήγαμε εκεί. Όταν καθόμασταν εκεί, άλλα μπουλούκια κλέφτες μ ̓ έβαλαν αρματολό στην επαρχία του Λεονταριού κατά των κλε- φτών, και εμπόδιζα το βιλαέτι με χατίρι. Τότε ήμουν δεκαπέντε ετών.

Όταν έγινα είκοσι ετών, παντρεύτηκα την κόρη ενός από τους πρώτους προεστούς του Λεονταριού, τον οποίο τον χάλασε ένας πασάς στο Ναύπλιο. Έκτισα σπίτια, πήρα προίκα ελιές, αμπέλι, έγινα νοικοκύρης, φύλαγα και το βιλαέτι. Στεκόμασταν πάντοτε με το ντουφέκι. Μας φθόνησαν οι Τούρκοι και ήθελαν να μας σκοτώσουν, δεν μπορούσαν όμως, διότι ο τόπος ήταν σε άκρη. Και πολεμούσαν να μας χαλάσουν με κάθε τρόπο· έστελναν μια και δυο φορές εκατό και διακόσιους στρατιώτες για να μας χτυπήσουν· δεν μας είχαν στο χέρι και δεν μας πείραξαν. Όταν κατάλαβαν ότι δεν κατάφερναν τίπο- τε με τις πονηριές βγήκαν φανερά· πήραμε χαμπάρι και φύγαμε. Οι Τούρκοι αφάνισαν όλα τ ̓ αγαθά μας και έδωσαν διαταγή όπου ακουστούμε να μας χαλάσουν. Έμεινα με δώδεκα Κολοκοτρωναίους, μικρότερους σε ηλικία. Πήγαμε στη Μάνη, αφήσαμε τις φαμί- λιες μας και έπειτα γυρίσαμε. Σηκωθήκαμε φανερά, μαζέψαμε στρατιώτες, πότε εξήντα, πότε λιγότερους. Μείναμε δύο χρόνια κλέφτες. Έπειτα, είδαν πως δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτε και μας έβαλαν πάλι αρματολούς. Είχα στην ευθύνη μου το Λεοντάρι και την Καρύταινα. Έκανα τέσσερα-πέντε χρόνια αρματολός.

2. ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ

Ο Αυτοκράτορας Αλέξανδρος έκανε πρόσκληση να γραφτούν οι Έλληνες στα στρατεύματα. Κάναμε όλοι, Σουλιώτες, Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιοι, μια αναφορά στον Αυτοκράτορα και του ζητήσαμε βοήθεια για να ελευθερώσουμε τον τόπο μας. Ο Αναγνωσταράς ενήργησε να γίνει η αναφορά. Σουλιώτες και Ρουμελιώτες ήταν στην Πάργα. Γράφτηκαν πέντε χιλιάδες Πελοποννήσιοι στρατιώτες στα άρματα. Ήρθε η απάντηση· τότε πήγα στη Ζάκυνθο, το 1805 τον Αύγουστο.

Mιλώ με τον αρχηγό των ρωσικών στρατευμάτων και μου λέει ότι ο Αυτοκράτορας τον διέταξε να δεχτεί στη δούλευση όσους θέλουν να μπουν και να πάνε να χτυπήσουν τον Ναπολέοντα. Του αποκρίνομαι: «Όσο για μένα δεν μπαίνω στη δούλευση. Τι έχω να κάνω με τον Ναπολέοντα; Αν θέλετε όμως στρατιώτες, για να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας, σου υπόσχομαι και πέντε και δέκα χιλιάδες στρατιώτες. Μία φορά βαπτισθήκαμε με το λάδι, βαπτιζόμαστε και μία με το αίμα και άλλη μία για την ελευθερία της πατρίδας μας». Μένω δεκαπέντε μέρες στη Ζάκυνθο, δεν συμφωνώ, αφήνω είκοσι οκτώ από τους συντρόφους μου και τον ανιψιό μου Νικήτα εκεί. Τα άλλα ελληνικά στρατεύματα γράφονται και πηγαίνουν στη Νεάπολη.

Οι Τούρκοι βλέπουν αυτά τα κινήματα και γράφουν αναφορές στον Σουλτάνο και του εξηγούν τις υποψίες τους. Ο Σουλτάνος παίρνει την απόφαση να σκοτώσει τον λαό. Ο Πατριάρχης λέει: «Τι φταίει ο λαός; Να σκοτώσουμε τους πρωταίτιους, τους κακούς». Και τον σταματάει. Η αναφορά των Τούρκων συμφωνεί με τις πληροφορίες του Καμπινέτου της Γαλλίας, ότι πρέπει να χαλάσουν τους Καπεταναίους, τους λεγό- μενους κλέφτες, και τους Καπεταναίους των καραβιών, γιατί μια μέρα θα μπορούσαν να κάνουν επανάσταση. Τότε κάνει ένα φιρμάνι ο Σουλτάνος να σκοτώσουν τους κλέφτες. Έρχεται και ο αφορισμός από τον Πατριάρχη για να ξεσηκωθεί όλος ο λαός. Και έτσι κινήθηκε όλη η Πελοπόννησος, Τούρκοι και Ρωμηοί, κατά των Κολοκοτρωναίων. Αύγουστο πήγα στη Ζάκυνθο, Σεπτέμβρη βγήκα έξω, και Ιανουάριο του 1806 ήρθε το διάταγμα και μας κυνήγησαν. Ο Πετιμεζάς, ο Γιαννιάς και ο Ζαχαριάς είχαν χαθεί νωρί- τερα και βρέθηκα μόνο με εκατόν πενήντα άνδρες.

Πήγαμε στο μοναστήρι Βελανιδιά, κοντά στην Καλαμάτα, και από εκεί έστειλα ένα γράμμα στον ηγούμενο για να μου στείλουν ζωοτροφές. Το γράμμα το έπιασαν οι Τούρ- κοι, και ο Δελή Αχμέτης ήρθε και μας πολιόρκησε με χίλιους. Τραβήξαμε τα σπαθιά και τους χαλάσαμε· τους πήγαμε κυνηγώντας έως την Καλαμάτα, πήραμε τις σημαίες τους και σκοτώσαμε πολλούς. 

3. ΕΘΝΙΚΗ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ 

Όταν ανταμώσαμε με τον Καραϊσκάκη και τους άλλους οπλαρχηγούς, ορκιστήκαμε να είμαστε όλοι ενωμένοι, να νικήσουμε τον εχθρό, να στείλουμε μια επιτροπή στη Βοστίτσα και στην Κόρινθο και όσα μαζευτούν να τα πληρωθούν όσοι κινήσουν κατά του εχθρού. Ο Ιμπραΐμης ήρθε τότε στην Τριπολιτσά, κίνησε κατά τον Άγιο Πέτρο και κατέβηκε στο Άστρος. Μου έδωσε είδηση ο Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος. Έστειλα τον Νικήτα με διακόσιους και κλείστηκε στο Καστράκι. Οι Τούρκοι πήραν όλη την Τσακωνιά μαζί.

Εγώ παίρνω εκατό ανθρώπους και πηγαίνω στα χωριά της Κορίνθου, όπου είχα γράψει να έρθει ο Γενναίος και ο Κολιόπουλος. Τον Γενναίο τον έστειλα με χίλιους για να βοηθήσει στο Άστρος. Ήρθε κι ο Κολιόπουλος με άλλους χίλιους, τον έστειλα κι αυτόν. Έφτασε κι ο Κανέλλος Δεληγιάννης με πεντακόσιους· τριακόσιους έστειλε σε βοήθεια του Παναγιωτάκη. Οι Δεληγιανναίοι βοηθούσαν τον Παναγιωτάκη, επειδή τον είχαν συμπέθερο, και ο Ζαΐμης και ο Λόντος τον Γιάννη.

Στο Κλημεντοκαίσαρι σμίξαμε με τον Ζαΐμη και με τους λοιπούς αρχηγούς. Ο Καραϊ- σκάκης είχε κινήσει για την εκστρατεία της Ρούμελης. Ο Παναγιώτης είχε μερικούς ανθρώπους του στο Σοφικό. Πηγαίνει ο Γιάννης και, για να τους βγάλει καίει όλο το χωριό.Με τέτοιο τρόπο φερόντουσαν. Πιάσαμε κουβέντα για τη σταφίδα. Οι στρατιωτικοί που είχαν βγει από το Μεσολόγγι ήλπιζαν να πάρουν τους μισθούς τους από τις σταφίδες, διότι άλλους πόρους δεν είχαμε. Τους είπα να στείλουμε μια επιτροπή να τα μαζέψει κι εμείς να μετρηθούμε, που ήμασταν έως έξι χιλιάδες και να πάμε κοντά στον εχθρό, όπως έστειλα τον Γενναίο, τον Κολιόπουλο και τον Νικήτα. Και όταν χτυπήσουμε τους Τούρκους, όποιος δουλέψει να πάρει τον μισθό του. Δεν ενστερνίστηκαν τη γνώμη μου, μόνο είπαν: «Να μείνουμε εδώ, να πάρουμε τους μισθούς μας και στο τέλος ενωνόμαστε και πάμε κοντά στους Τούρκους». Εγώ τους είπα: «Τώρα είναι καιρός να πάμε, που καίνε οι Τούρκοι τα χωριά. Άμα τα κάψουν, τι χρειάζεται να πάμε;».

Μαλώσαμε με τον κυρ-Ανδρέα και ήρθαμε στα λόγια. «Γιατί, κυρ-Ανδρέα, δεν έστειλες μήνυμα στον ανιψιό σου τον Γιάννη να μην κάψει το Σοφικό, που ήταν το πρώτο χωριό της επαρχίας;». Μου αποκρίθηκε ότι δεν είχε άνθρωπο να στείλει. Του λέω: «Τίνος τα λες αυτά, κυρ-Ανδρέα; Εσύ είχες μαζί σου τέσσερις χιλιάδες ανθρώπους και δεν έστελνες έναν καβαλάρη, για να μην καούν διακόσια σπίτια;». Πάνω σε αυτά τα λόγια και άλλα, μου είπε μπροστά σε όλους τους οπλαρχηγούς: «Κολοκοτρώνη, Κολοκοτρώνη, έξι χρόνια πασχίζεις να ενώσεις τα άρματα και ούτε σε άφησα να τα ενώσεις ούτε θα σε αφήσω». Δεν του μίλησε κανείς. Βάρεσα παλαμάκια λέγοντάς του: «Εύγε, καλέ πατριώτη, που δεν αφήνεις να ενωθούν τα άρματα, που αν ήταν ενωμένα δεν θα έκαιγε ο Ιμπραήμ τα χωριά ούτε θα σκλάβωνε τον κόσμο». 

Τότε με έστειλε ο Ζαΐμης μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Νότη Βότσαρη και άλλους και μου είπαν να πάρω εβδομήντα χιλιάδες γρόσια για τα έξοδά μου, από τις σταφίδες. Τους είπα ότι όχι εβδομήντα χιλιάδες να είναι, ούτε εβδομήντα μιλιούνια να είναι δεν παίρνω. Δούλεψα τόσο καιρό την Πατρίδα μου χωρίς μισθό, θα τη δουλέψω και τώρα με όσες δυνάμεις έχω. Έμεινα πέντε-έξι μέρες και αναχώρησα. Είχα μαζί μου τον Xατζή Μιχάλη με πενήντα καβαλαραίους. Αυτοί έμειναν, μάζεψαν τετρακόσιες χιλιάδες γρόσια και τα μοιράστηκαν.

Εμφανίσεις: 302676
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: