Η Βυζαντινή Μουσική και το Έντεχνο Τραγούδι

Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε το σεμινάριο με τίτλο «Η Βυζαντινή Μουσική και το Έντεχνο Τραγούδι», το οποίο διοργάνωσε το Ίδρυμα Μουσικής της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Το σεμινάριο ανέδειξε τη διαχρονική αξία της βυζαντινής μουσικής παράδοσης και τη δημιουργική της σχέση με το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Μέσα από εισηγήσεις, αναλύσεις και μουσικά παραδείγματα, παρουσιάστηκαν οι κοινοί αισθητικοί και εκφραστικοί άξονες των δύο μουσικών κόσμων, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους η βυζαντινή μουσική έχει επηρεάσει τη σύγχρονη μουσική δημιουργία.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον παιδευτικό και πολιτισμικό ρόλο της μουσικής, καθώς και στη σημασία της διατήρησης και δημιουργικής αξιοποίησης της μουσικής μας κληρονομιάς.
Ακολουθεί μια περίληψη της εισήγησης του Γενικού Διευθυντού του Ιδρύματος Μουσικής, πανοσιολογιωτάτου αρχιμανδρίτου, π. Ειρηναίου Νάκου.
Η ελληνική μουσική παράδοση είναι μια βαθιά ριζωμένη και διαχρονική πολιτισμική πραγματικότητα, που εξελίσσεται διαρκώς διατηρώντας όμως αναλλοίωτα ορισμένα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της. Δύο από τις πιο σημαντικές και εμβληματικές εκφάνσεις αυτής της παράδοσης είναι αφενός η Βυζαντινή μουσική, η οποία αποτελεί τον κύριο φορέα της πνευματικής έκφρασης της Ορθόδοξης Ανατολής, και αφετέρου το έντεχνο ελληνικό τραγούδι, το οποίο, ιδιαίτερα από τα μέσα του 20ού αιώνα, αποτέλεσε ένα πολιτιστικό σημείο συνάντησης λόγιας και λαϊκής μουσικής.
Παρά τη φαινομενική αντίθεση, με τη βυζαντινή μουσική να υπηρετεί κυρίως τη λατρευτική πράξη και το έντεχνο τραγούδι να εκφράζει τον σύγχρονο κοινωνικό στοχασμό, και τα δύο είδη εδράζονται σε μια κοινή μουσική αίσθηση, βασισμένη στην τροπικότητα, την εσωτερικότητα, και την εκφραστικότητα της φωνής.
Η βυζαντινή μουσική έχει τις ρίζες της στην αρχαιοελληνική θεωρία και την υμνογραφική παράδοση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αναπτύχθηκε μέσα στο λειτουργικό πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αποτελεί για αιώνες τη βασική μορφή μουσικής έκφρασης του ελληνόφωνου και ορθόδοξου κόσμου.
Από την άλλη πλευρά, το έντεχνο ελληνικό τραγούδι εμφανίζεται ως μουσικό ρεύμα στον 20ό αιώνα, κυρίως μέσα από τη σύνθεση και τον στοχασμό των μεγάλων δημιουργών όπως ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, οι οποίοι επιχείρησαν να παντρέψουν τη λαϊκή φόρμα με λόγιες αισθητικές αναζητήσεις και υψηλού επιπέδου ποίηση. Η αναζήτηση κοινών σημείων μεταξύ βυζαντινής μουσικής και έντεχνου τραγουδιού μάς βοηθά να εντοπίσουμε τους συνεχείς και αθέατους διαλόγους μεταξύ της παράδοσης και της νεωτερικότητας, ανάμεσα στο ιερό και το κοσμικό, το συλλογικό και το προσωπικό.
Χαρακτηριστικά στοιχεία της βυζαντινής θεωρίας περιλαμβάνουν, τη Μονοφωνία όπου κυριαρχεί η φωνητική γραμμή χωρίς αρμονική συνοδεία, την Τροπικότητα με τη χρήση ήχων με διακριτή μελωδική ταυτότητα και τη χρήση μικροδιαστημάτων και έλξεων που δημιουργούν έντονη εκφραστικότητα. Έτσι η μουσική υπηρετεί έναν υψηλό πνευματικό σκοπό, τη σύνδεση με το θείο. Η φωνητική προσέγγιση στη βυζαντινή μουσική είναι καθοριστική διότι ο ψάλτης λειτουργεί ως αγωγός του λόγου, εκφράζοντας το κείμενο με σεβασμό και βαθιά εσωτερικότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή ιεροπρεπούς μελωδικής απαγγελίας, όπου η μουσική δεν επισκιάζει τον λόγο, αλλά τον υπηρετεί.
Το έντεχνο ελληνικό τραγούδι, όπως διαμορφώθηκε στη σύγχρονη εποχή, αποτελεί ένα μουσικό ρεύμα που συνδυάζει στοιχεία από την λαϊκή μουσική, τη λόγια δυτική μουσική και την ελληνική παραδοσιακή μουσική. Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε ευρέως για να περιγράψει το έργο των μεγάλων συνθετών του 20ού αιώνα —όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις— που επιχείρησαν να δώσουν στο λαϊκό τραγούδι καλλιτεχνική, αισθητική και ποιητική αναβάθμιση.
Το έντεχνο τραγούδι χαρακτηρίζεται από διφωνία ή πολυφωνία, με εμφανή χρήση αρμονίας και οργανικής συνοδείας, Μελωδική απλότητα και εκφραστικότητα, που παραπέμπει σε τροπικά πρότυπα (όπως της παραδοσιακής μουσικής), και τέλος με τον Ποιητικό λόγο, με αναφορές σε κορυφαίους Έλληνες ποιητές (Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης κ.ά.). Η καλλιτεχνική πρόθεση στο έντεχνο τραγούδι είναι εμφανής διότι επιδιώκει να σταθεί ανάμεσα στο λαϊκό και το λόγιο, δημιουργώντας έναν νέο μουσικό χώρο έκφρασης, όπου το συναίσθημα, η πολιτική σκέψη και η πνευματική αναζήτηση συνυπάρχουν. Ο όρος «έντεχνο» υποδηλώνει κάτι επεξεργασμένο, όχι απαραίτητα «λόγιο» ή «κλασικό». Στην ελληνική περίπτωση, ο όρος αυτός φορτίστηκε με ιδιαίτερο βάρος, καθώς συνδέθηκε με μια εθνική μουσική ταυτότητα που δεν απέρριπτε τη Δύση αλλά ούτε και αποκοβόταν από την Ανατολή.
Οι πρωτοπόροι αυτού του είδους, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και άλλοι, σπούδασαν κλασική μουσική αλλά είχαν βιωματική επαφή με τη βυζαντινή μουσική από την παιδική τους ηλικία. Η εμπειρία της εκκλησιαστικής ψαλμωδίας και η έκθεση στη δημώδη μουσική σφράγισαν τη μελωδική τους γλώσσα.
Το έντεχνο τραγούδι, ιδίως από τη δεκαετία του 1950 και έπειτα, αρχίζει να χρησιμοποιεί μελωδικά και ρυθμικά μοτίβα που παραπέμπουν άμεσα ή έμμεσα στη βυζαντινή μουσική.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα τραγούδια από το έργο «Άξιον Εστί» «Ανοίγω το στόμα μου», «Της Αγάπης αίματα» σε στίχους Οδυσσέα Ελύτη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, σε ήχο πλάγιο του πρώτου, καθώς και τα τραγούδια «Ένα το Χελιδόνι», «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ», σε ήχο πρώτο.
Ακολουθούν τα προαναφερθέντα τέσσερα τραγούδια τα οποία ερμηνεύει ο Γεν. Διευθυντής του Ιδρύματος Μουσικής Ι.Α.Α. Αρχιμ. Ειρηναίος Νάκος.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης.
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Μπουζούκι: Σούλης Βαλσαμάκης
Κρουστά: Μαρία Καραθανασοπούλου
Ενορχήστρωση, προγραμματισμός, μίξη, mastering: Δημήτρης Παρίσης
Vocal Coaching: Θεόφιλος Βουτσινάς
Η παραγωγή πραγματοποιήθηκε στα Mediolanum Studios.
Δημόσιες Σχέσεις: Lenshoots Media Productions
Χορηγός Επικοινωνίας: Romfea.gr




