Η οπλοκατοχή των κληρικών στο πεδίο του κανονικού και του εκκλησιαστικού δικαίου

Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Σουπουρτζής στην Romfea.gr
Διδάκτωρ Κανονικού Δικαίου Πανεπιστημίου Αθηνών
Καθηγητής Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Θεολογικής Ακαδημίας Βολυνίας (Ουκρανία)
Διδάσκων Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας
Ιεροί κανόνες, συνοδική απόφαση και νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας
1. Η αφορμή: κοινοβουλευτικός έλεγχος και συνοδική απόφαση
Στη Βουλή των Ελλήνων κατατέθηκε, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, η ερώτηση 7653/17.8.2026, η οποία απευθύνθηκε στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και στο Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και έθεσε ενώπιον της Εθνικής Αντιπροσωπείας το ζήτημα της κατοχής κυνηγετικού όπλου από κληρικούς. Η ερώτηση ζητούσε, ειδικότερα, την ακριβή νομική βάση του αποκλεισμού των κληρικών από τη σχετική άδεια και την αιτιολόγησή του υπό το πρίσμα των άρθρων 4 και 5 του Συντάγματος. Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη απάντησε ότι ισχύει πλήρης απαγόρευση οπλοκατοχής και οπλοχρησίας από κληρικούς κάθε βαθμού, χωρίς εξαίρεση για τη θήρα, και ότι η Ελληνική Αστυνομία, κατά την άσκηση της αδειοδοτικής της αρμοδιότητας, συνεκτιμά το συνταγματικό πλαίσιο των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, τις αποφάσεις των αρμόδιων εκκλησιαστικών οργάνων και τη νομολογία. Προς επίρρωση, επικαλέσθηκε έγγραφα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης προς την Ελληνική Αστυνομία, τα οποία ανάγονται στα έτη 2002, 2006 και 2016.
Λίγες ημέρες αργότερα, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τη συνεδρία της 9ης και 10ης Σεπτεμβρίου 2026 και σε απάντηση υπηρεσιακού εγγράφου του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, επικαιροποίησε το Εγκύκλιο Σημείωμα 244/155/21.1.2016 και απαγόρευσε ρητώς στους κληρικούς τη χρήση όπλων για οποιονδήποτε λόγο, συμπεριλαμβανομένης και της θήρας, όπως ανακοινώθηκε με το Δελτίο Τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της 11ης Σεπτεμβρίου 2026. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι, επομένως, καθαρά νομικό και διττό: ποια είναι η φύση της απαγόρευσης κατά το κανονικό δίκαιο και ποια η έννομη ενέργειά της στην κρατική έννομη τάξη.
2. Η κανονική θεμελίωση της απαγόρευσης
Από την άποψη του κανονικού δικαίου, η απαγόρευση δεν αποτελεί απλή πειθαρχική ρύθμιση, αλλά εξειδίκευση κανόνων καθολικής ισχύος. Το Εγκύκλιο Σημείωμα του 2016 στηρίζεται ρητώς στον ΞΕ΄ Αποστολικό κανόνα και στον Η΄ κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, καθώς και στην εισήγηση 24/25.5.2006 της Συνοδικής Επιτροπής Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων. Ο πρώτος επιβάλλει την καθαίρεση του κληρικού που αφαίρεσε ανθρώπινη ζωή σε συμπλοκή: «Εἴ τις κληρικός, ἐν μάχῃ τινὰ κρούσας, καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κρούσματος ἀποκτείνῃ, καθαιρείσθω διὰ τὴν προπέτειαν αὐτοῦ» (ΞΕ΄ Αποστολικός κανόνας). Ο δεύτερος, διακρίνοντας τον εκούσιο από τον ακούσιο φόνο, αποκλείει κάθε δικαιολόγηση όταν έχει χρησιμοποιηθεί όπλο: «ὁ μέντοι ξίφει χρησάμενος, ἢ ὡς τινὶ οὖν τοιούτῳ, οὐδεμίαν ἔχει παραίτησιν» (Η΄ κανόνας του Μεγάλου Βασιλείου).
Επί των κανόνων αυτών η Ιερά Σύνοδος θεμελίωσε την απαγόρευση με διπλή αιτιολογία: αφενός, η οπλοφορία δεν συνάδει με το ιερατικό λειτούργημα, αφετέρου, η αποχή από κάθε όπλο προστατεύει τους ίδιους τους κληρικούς, «ἵνα μή καταστοῦν ὑπαίτιοι φόνου καί ἐκπέσωσι τῆς Ἱερωσύνης των» (Εγκύκλιο Σημείωμα 244/155/21.1.2016, σημείο 1). Με όρους νομικής δογματικής, πρόκειται για κανόνα προληπτικού χαρακτήρα, ανάλογο προς τις ρυθμίσεις αφηρημένης διακινδύνευσης: δεν αναμένει την επέλευση του αποτελέσματος, αλλά αποτρέπει τη δημιουργία του κινδύνου που θα οδηγούσε στην καθαίρεση.
Ως προς το πεδίο εφαρμογής της, η απαγόρευση ισχύει «μηδέ τῆς θήρας ἐξαιρουμένης» (Εγκύκλιο Σημείωμα 244/155/21.1.2016, σημείο 1) και καταλαμβάνει όλους όσοι φέρουν κανονικώς και νομίμως την ιερατική ιδιότητα, όχι μόνο τους εν ενεργεία κληρικούς. Καταλαμβάνει, συνεπώς, και τους συνταξιούχους και τους άμισθους κληρικούς, αφού το κανονικό δίκαιο δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ τους ως προς το υπό κρίση ζήτημα. Η ιερατική ιδιότητα δεν συναρτάται με την υπηρεσιακή ή τη μισθολογική κατάσταση του φορέα της.
3. Η έννομη ενέργεια της απαγόρευσης στην κρατική έννομη τάξη
Η κανονική αυτή τάξη δεν μένει χωρίς έννομη ενέργεια στο πεδίο της Πολιτείας. Το έρεισμά της βρίσκεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος και τη δέσμευσή της στους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του Συντάγματος και το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα οποία προστατεύουν τη θρησκευτική ελευθερία και στη συλλογική της διάσταση, ως αυτονομία κάθε θρησκευτικής κοινότητας.
Στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στηρίχθηκε η απόφαση 2569/1990 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως αρχιμανδρίτη, ηγουμένου ιεράς μονής, κατά της άρνησης ανανέωσης της άδειας οπλοφορίας του, υπό το καθεστώς του τότε ισχύοντος νόμου 495/1976. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε ο νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει διατάξεις ούτε η Διοίκηση να εκδίδει πράξεις αντίθετες προς τους ιερούς κανόνες που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, δηλαδή προς τις πνευματικές, δογματικές αρχές της Εκκλησίας.
Προέβη, ακολούθως, σε σύμφωνη προς το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου: οι διατάξεις περί οπλοφορίας, ορθώς ερμηνευόμενες υπό το φως του άρθρου 3 παράγραφος 1, αποκλείουν τη χορήγηση άδειας σε κληρικούς, ενώ η αντίθετη ερμηνεία θα καθιστούσε τον νόμο αντισυνταγματικό. Έκρινε, τέλος, νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη την υπουργική απόφαση που είχε στηριχθεί και σε γνώμη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η συνοδική κρίση αποτέλεσε, έτσι, νόμιμο στοιχείο της αιτιολογίας διοικητικής πράξης. Την ίδια νομολογία επικαλείται σήμερα η Διοίκηση κατά την εφαρμογή του νόμου 2168/1993.
Η λύση στην οποία κατέληξε το Δικαστήριο είναι ορθή και έχει παγιωθεί στη διοικητική πρακτική. Χωρίς να τίθεται εν αμφιβόλω το κανονικό περιεχόμενο ή η δεσμευτικότητα της συνοδικής κρίσεως, από την άποψη της σύγχρονης θεωρίας των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ασφαλέστερη συνταγματική θεμελίωση της έννομης ενέργειάς της εντοπίζεται πρωτίστως στην αρχή της θρησκευτικής αυτονομίας και στο δικαίωμα της Εκκλησίας να καθορίζει, διά των αρμοδίων συνοδικών οργάνων της, τις υποχρεώσεις των λειτουργών της.
Η θεώρηση αυτή δεν αποδυναμώνει, αλλά ενισχύει τη θέση της Εκκλησίας, αφού η Πολιτεία δεν υπεισέρχεται η ίδια στην ερμηνεία των ιερών κανόνων, αλλά σέβεται την ερμηνεία τους από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα. Το γεγονός, πάντως, ότι το νομολογιακό προηγούμενο αφορούσε άδεια οπλοφορίας υπό καταργημένο νομοθετικό καθεστώς συνηγορεί υπέρ της ρητής νομοθετικής αποτύπωσης της απαγόρευσης, η οποία προτείνεται κατωτέρω.
4. Αρχή της ισότητας και ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας
Ούτε η επίκληση των άρθρων 4 και 5 του Συντάγματος μεταβάλλει το συμπέρασμα. Η αρχή της ισότητας επιβάλλει όμοια μεταχείριση ομοίων καταστάσεων, όχι εξομοίωση ανομοίων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι οι λειτουργοί της Εκκλησίας, έχοντας αποδεχθεί εκουσίως τη σχετική κανονική απαγόρευση, «τελούν υπό προφανώς ιδιαίτερες συνθήκες» (απόφαση 2569/1990, σκέψη 6), που αποκλείουν την επίκληση της αρχής της ισότητας. Η κρίση αυτή διατηρεί ακέραιη την ισχύ της και μπορεί σήμερα να ενισχυθεί περαιτέρω υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώθηκε ρητώς στο άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος με την αναθεώρηση του 2001, μετά την έκδοση της απόφασης.
Η διαφοροποίηση στηρίζεται, πράγματι, σε αντικειμενικό κριτήριο, την ιδιαιτερότητα της ιερατικής ιδιότητας, και, ως περιορισμός του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αναλογικότητας. Ο περιορισμός είναι πρόσφορος, διότι αποτρέπει τη δημιουργία του κινδύνου που οδηγεί στην καθαίρεση. Είναι αναγκαίος, διότι, ως κανόνας προληπτικού χαρακτήρα, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από ηπιότερο μέτρο με την ίδια αποτελεσματικότητα. Είναι, τέλος, αναλογικός εν στενή εννοία, αφού αφορά δραστηριότητα περιφερειακή προς τον πυρήνα της προσωπικότητας και επιβάλλεται χάριν του ίδιου του λειτουργήματος που ο κληρικός επέλεξε να υπηρετήσει.
Υπό το πρίσμα αυτό, η ελευθερία της χειροτονίας αποκτά την ορθή της θέση. Η προσέλευση στη χειροτονία είναι ελεύθερη και συνειδητή απόφαση, η οποία ενσωματώνει εξαρχής τις υποχρεώσεις του ιερατικού λειτουργήματος. Η εκούσια αποδοχή δεν λειτουργεί, επομένως, ως παραίτηση από το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, αλλά ως στοιχείο που επιβεβαιώνει την αναλογικότητα του περιορισμού. Ο κληρικός δεν υφίσταται περιορισμό ξένο προς τις επιλογές του, αλλά τις συνέπειες μιας ιδιότητας την οποία ο ίδιος αναζήτησε.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με την απόφαση του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως Sindicatul «Păstorul cel Bun» κατά Ρουμανίας (2013), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων περιλαμβάνει το δικαίωμά τους να οργανώνονται και να λειτουργούν σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες, και ότι η άρνηση της Πολιτείας να αναμειχθεί στην οργάνωση και λειτουργία της Εκκλησίας συνιστά τήρηση της υποχρέωσης ουδετερότητας. Σημείωσε, επιπλέον, ότι οι κληρικοί ασκούν τα καθήκοντά τους δυνάμει της διακονίας τους και της δέσμευσής τους έναντι του επισκόπου.
5. Η οριοθέτηση της εκκλησιαστικής αρμοδιότητας
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ακριβής οριοθέτηση της αρμοδιότητας. Το Εγκύκλιο Σημείωμα απευθύνεται στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και στις Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και καταλαμβάνει το σύνολο των κληρικών που τελούν υπό την κανονική της δικαιοδοσία, συμπεριλαμβανομένων οπωσδήποτε και των κληρικών των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών. Δεν καταλαμβάνει, αντιθέτως, τις περιοχές που υπάγονται άμεσα στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου: την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης, τις Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου, την Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου και το Άγιον Όρος, το οποίο τελεί πνευματικώς υπό την άμεση κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο όρος «άμεση» (άρθρο 105 παράγραφος 1 του Συντάγματος) έχει εδώ πλήρες κανονικό και νομικό περιεχόμενο.
Η διάκριση αυτή δεν δημιουργεί κενό. Η απάντηση του Υπουργείου επικαλείται και έγγραφο της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι κάθε αρμόδιο συνοδικό όργανο ρυθμίζει την κατάσταση των κληρικών της δικαιοδοσίας του, με ταυτόσημο κανονικό αποτέλεσμα.
6. Συμπέρασμα και πρόταση de lege ferenda
Η Διοίκηση δεν καλείται να επανεξετάσει την κανονική επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η επιλογή αυτή, ως κρίση κανονικού δικαίου, ανήκει στον πυρήνα της αυτοδιοίκησής της. Το ζήτημα είναι πώς η έννομη τάξη θα προσδώσει στην απαγόρευση τη μέγιστη ασφάλεια δικαίου. Η πρόσφατη συνοδική απόφαση προσφέρει την κατάλληλη αφορμή ώστε ο νομοθέτης να αποτυπώσει ρητώς, στη νομοθεσία περί όπλων, ό,τι ήδη προκύπτει από το Σύνταγμα, τη νομολογία και την παγία διοικητική πρακτική: ότι η ιερατική ιδιότητα, όπως προσδιορίζεται από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα, αποτελεί λόγο μη χορήγησης άδειας κατοχής όπλου. Μια τέτοια ρύθμιση θα απέκλειε κάθε ερμηνευτική αμφισβήτηση. Δεν θα περιόριζε την αυτονομία της Εκκλησίας. Θα την κατοχύρωνε, θωρακίζοντας συγχρόνως τη Διοίκηση στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους στην Ελλάδα.
Η Πολιτεία σέβεται το δικαίωμα της Εκκλησίας να αυτοδιοικείται σύμφωνα με την κανονική της τάξη. Το δικαίωμα αυτό, ως έκφανση της θρησκευτικής ελευθερίας, εγγυώνται το Σύνταγμα, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το διεθνές δίκαιο, ιδίως το άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η Εκκλησία της Ελλάδος, από την πλευρά της, ασκεί με συνέπεια, μέσω των συνοδικών της οργάνων, την αρμοδιότητα που της ανήκει.




