Φωνή ενότητος, θυσίας και ειρήνης (ΦΩΤΟ)

Δια των ευλογιών της Αυτού Μακαριότητος του Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεοδώρου Β΄, και υπό την αιγίδα του οικοδεσπότου μας, Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Ελντορέτ και Βορείου Κένυας κ. Νεοφύτου, ο ορθόδοξος κόσμος έγινε μάρτυρας ενός ιερού και ιστορικού οροσήμου: της τελετής καθιερώσεως του Ιερού Καθεδρικού Ναού του Αγίου Μάρκου στο Κάψαμπετ, Κομητεία Νάντι· ενός πνευματικού και αρχιτεκτονικού κοσμήματος στη νεοσύστατη Επισκοπή Ελντορέτ και πάσης Βορείου Κένυας.
Το προηγούμενο βράδυ τελέστηκε η Ακολουθία του Μεγάλου Εσπερινού, συνοδευόμενη από την προσκόμιση των Ἁγίων Λειψάνων, όπως συνηθίζεται στην Ορθόδοξη Παράδοσή μας.
Η ευλογημένη αυτή περίσταση, την οποία προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Ναϊρόμπι και Έξαρχος πάσης Ανατολικής Αφρικής Μακάριος, ένωσε έξι αρχιερείς, πενήντα ιερείς, υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους και χιλιάδες πιστούς απ’ όλη τη χώρα και το εξωτερικό, για να αποδώσουν ευχαριστία και να γίνουν μάρτυρες του αγιασμού αυτού του θαυμαστού οίκου του Θεού.
Με μία καρδιά και μία φωνή, η Εκκλησία αναφώνησε:
«Πόσο φοβερός είναι ο τόπος αυτός! Δεν είναι τούτο άλλο παρά οίκος Θεού, και αυτή είναι η πύλη του ουρανού.» (Γένεσις 28:17)
Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Μάρκου δεν αποτελεί μόνο πνευματικό φάρο για τις γενιές που έρχονται, αλλά και ιερό καταφύγιο ενότητος, ειρήνης, θεραπείας και ιερής διδασκαλίας. Η περίσταση αυτή αγιάσθηκε πράγματι ως μια συνοδική εορτή ενότητος, κοσμημένη από την παρουσία και συλλειτουργία διακεκριμένων αρχιερέων:
Του Σεβασμιωτάτου Ατλάντας (ΗΠΑ) κ. Σεβαστιανού
Του Σεβασμιωτάτου Καμπάλας (Ουγκάντα) κ. Ιερωνύμου
Του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Τζίντζα και Ανατολικής Ουγκάντας κ. Συλβέστρου
Του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Γκούλου και Βορείου Ουγκάντας κ. Νεκταρίου
Και βεβαίως, του οικοδεσπότου, Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Ελντορέτ και Βορείου Κένυας κ. Νεοφύτου
Η κοινή τους παρουσία έστειλε ένα δυνατό μήνυμα παναφρικανικής Ορθόδοξης ενότητος, επιβεβαιώνοντας ότι η Εκκλησία στην Αφρική είναι ζωντανή, αναπτύσσεται και στέκεται ενωμένη για το Ευαγγέλιο του Χριστού.
Όπως τονίσθηκε κατά την εορτή, ο Καθεδρικός αυτός αποτελεί φάρο ελπίδας και ειρήνης, όχι μόνο για τη Νάντι και την ευρύτερη περιοχή του Ελντορέτ και Βορείου Κένυας, αλλά και ως σημείο αναφοράς για το έθνος και ολόκληρο τον κόσμο. Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, μας υπενθυμίζεται πως η ειρήνη ξεκινά εντός της Εκκλησίας· ανάμεσα στους επισκόπους, ανάμεσα στους ιερείς, μέσα στις οικογένειες· και από εκεί, ρέει προς την κοινωνία.
Καθώς τιμούμε αυτήν την εορτή, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος απηύθυνε το ακόλουθο μήνυμα:
Αγαπητοί εν Χριστώ,
Επιτρέψτε μου κατ’ αρχάς να μεταφέρω σε όλους εσάς που παρευρίσκεστε εδώ, την πατρική αγάπη και τις ευλογίες του Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου μας, Θεοδώρου Β΄, ο οποίος είναι ο πνευματικός μας ηγέτης και πατέρας ολόκληρης της Αφρικανικής Ηπείρου. Παρόλο που δεν είναι σωματικά παρών ανάμεσά μας, πνευματικά αγάλλεται και προσεύχεται για εμάς.
Σήμερα στεκόμαστε επί εδάφους αγίου. Η ημέρα αυτή δεν είναι απλώς μια πανήγυρη λίθων και κονιάματος· είναι ένα πνευματικό ορόσημο· μια ορατή έκφραση της ανάπτυξης, της ενότητας και της ελπίδας της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε αυτήν τη γη. Η καθιέρωση του Ιερού Καθεδρικού Ναού του Αγίου Μάρκου στα όμορφα και γαλήνια υψίπεδα του Κάψαμπετ αποτελεί μαρτυρία ότι ο Χριστός οικοδομεί την Εκκλησία Του, και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής.
Ο Ναός αυτός δεν είναι μόνο αρχιτεκτονική μαρτυρία της πίστεώς μας· είναι προφητική φωνή που καλεί τους πιστούς σε μετάνοια, κοινωνία, αγιότητα και ειρήνη. Σήμερα, καθώς καθιερώνουμε αυτόν τον οίκο του Θεού, ανανεώνουμε και τις ίδιες μας τις ψυχές ως ναούς του Αγίου Πνεύματος. Η καθιέρωση του Ναού δεν ολοκληρώνεται, αν δεν οδηγήσει στην καθιέρωση της ανθρώπινης καρδιάς.
Αδελφοί και αδελφές,
Καθώς χαιρόμαστε γι’ αυτή την ιερή στιγμή, οφείλουμε επίσης να μιλήσουμε για μια αλήθεια που βαραίνει τη συνείδηση του κόσμου: την απουσία της ειρήνης.
Αν ρίξουμε μια ματιά στον κόσμο σήμερα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια οδυνηρή πραγματικότητα: αναρίθμητοι διχασμοί, συγκρούσεις και πόλεμοι συνεχίζουν να ταλαιπωρούν την παγκόσμια οικογένεια· ανάμεσα σε έθνη, εντός κοινοτήτων και, τραγικά, ακόμη και μεταξύ εκείνων που φέρουν το όνομα του Χριστού. Κι όμως, το Ευαγγέλιο, με την αιώνια απλότητα και δύναμή του, προσφέρει μια διαφορετική φωνή — φωνή που μας καλεί να αγαπούμε, να συγχωρούμε και να αποδεχόμαστε ο ένας τον άλλον μέσω της ενωτικής αγκαλιάς του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ακόμη κι αν είμαστε μακριά από τα μέτωπα αυτών των φανερών ή και αόρατων συγκρούσεων, υψώνουμε τα χέρια και τις καρδιές μας με ευχαριστία προς τον Θεό. Διότι Εκείνος μάς έχει χαρίσει ειρήνη και ενότητα, όχι δια της δικής μας δυνάμεως, αλλά δια του Πνεύματός Του, το οποίο ανακαινίζει τα πάντα. Μας έχει διδάξει να αγκαλιάζουμε αλλήλους, παρότι προερχόμαστε από διαφορετικές φυλές, πολιτισμούς και έθνη, και να αναγνωρίζουμε αλλήλους ως αδελφούς και αδελφές εν Χριστώ.
Όταν ο κόσμος φαντάζεται την ειρήνη, κοιτάζει προς προέδρους, κοινοβούλια και διεθνείς συνόδους· φαντάζεται υψηλού επιπέδου διαπραγματεύσεις σε πολυτελή ξενοδοχεία, τηλεοπτικές συναντήσεις με διεθνείς αντιπροσώπους και υπογραφές σε εύθραυστα έγγραφα. Όμως ενώ αυτά διαδραματίζονται στη σκηνή της διεθνούς πολιτικής, σε μια ξεχασμένη γωνιά, ένα πεινασμένο παιδί μαραίνεται σε στρατόπεδο προσφύγων· μια έγκυος μητέρα φωνάζει στους πόνους του τοκετού μέσα σε μια σκηνή χωρίς μαία, χωρίς νερό, χωρίς τροφή· ένας πληγωμένος παππούς κρατά σφιχτά τα ερείπια του σπιτιού του και κλαίει, συνειδητοποιώντας ότι χάθηκε ο μόχθος μιας ολόκληρης ζωής, με τον οποίο έθρεφε τις επόμενες γενιές από το μικρό του χωράφι.
Κι εδώ στην Κένυα, συνεχίζουμε σιωπηλά να προσπερνάμε ανθρώπους που εξακολουθούν να ζουν σε σκηνές από πλαστικό, χαρακτηρίζοντάς τους ως εσωτερικά εκτοπισμένους (IDPs), ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά πρόσωπα που ζουν άνετα στα σπίτια αυτών των ανθρώπων, που κάποτε ζούσαν ειρηνικά εκεί.
Κάθε μέρα διαβάζουμε και ακούμε για πρόσφυγες που πνίγονται στη θάλασσα, προσπαθώντας να διασχίσουν επικίνδυνα περάσματα προς μια καλύτερη ζωή σε ξένη γη, καθώς δραπετεύουν από την αναταραχή και τον πόλεμο στις πατρίδες τους. Όταν ο κόσμος μιλά για βοήθεια, θα έπρεπε να εννοεί την ενίσχυση όσων ήδη υπάρχουν επί τόπου και όχι να προσπαθεί να μετριάσει μια καταστροφή που παρακολουθήσαμε σιωπηλά να εκτυλίσσεται μπροστά μας. Ο Θεός σίγουρα βλέπει — και θλίβεται. Και επειδή ο πόλεμος αρχίζει στο νου του ανθρώπου, εκεί πρέπει να αρχίσει και η ειρήνη.
Έχουμε ένα σπουδαίο παράδειγμα από τα γεγονότα που ακολούθησαν τη γενοκτονία της Ρουάντα, όταν οι κοινότητες είπαν «φτάνει πια» και αποφάσισαν ότι ποτέ ξανά δεν θα επιτρέψουν να χυθεί τέτοιο αίμα στη γη τους. Σήμερα, παρά τις δυσκολίες να ξαναχτίσουν τη ζωή τους, η Ρουάντα στέκεται ως φάρος ελπίδας και ισχυρό παράδειγμα για τις υπόλοιπες αφρικανικές και παγκόσμιες χώρες, ότι η ειρήνη δεν είναι τόσο άπιαστη όσο κάποιοι παγκόσμιοι ηγέτες θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε.
Γινόμαστε μάρτυρες, σε πραγματικό χρόνο, των καταστροφικών συνεπειών του μίσους και του διχασμού. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή — η οποία ξεκίνησε μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης — έχει πλέον επεκταθεί και παρασύρει κι άλλους, με αποτέλεσμα ανείπωτη οδύνη. Πολιτιστικές παρακαταθήκες αφανίζονται. Ιερές ιστορίες χάνονται. Χιλιάδες ζωές συντρίβονται.
Πολλοί ίσως, και δικαιολογημένα, αναφέρουν ότι η σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστίνης είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η Αγία Γραφή, λέγοντας ότι πηγάζει από την άφιξη του εβραϊκού λαού στη Γη της Επαγγελίας — τη σημερινή Παλαιστίνη — και πως έτσι οι Παλαιστίνιοι έχουν δικαίωμα να αγωνιστούν για τη γη των προγόνων τους, ενώ οι Εβραίοι μάχονται για τη γη της υπόσχεσης. Όμως, στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα, μπορούμε να βρούμε πολύτιμη καθοδήγηση στα λόγια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου:
«Πολυτιμότερον και θαυμαστότερον είναι να αλλάξεις το φρόνημα του εχθρού και να τον φέρεις σε άλλη σκέψη, παρά να τον θανατώσεις.»
Τρεις αιώνες αργότερα, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θα επαναλάμβανε αυτό το μήνυμα, παραπέμποντας στον λόγο του Κυρίου, ότι μας αρμόζει να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να ευεργετούμε αυτούς που μας επιβουλεύονται. Εξήγησε ότι αυτές οι ενέργειες μας ελευθερώνουν από το μίσος, τη λύπη, τον θυμό και την μνησικακία, και μας χαρίζουν το μεγαλύτερο αγαθό απ’ όλα: την τέλεια αγάπη.
Αυτό που θέλω να τονίσω είναι το εξής: είμαστε όλοι εικόνες του Θεού· ο Θεός του Ισραήλ είναι ο ίδιος Θεός του Ισμαήλ· και οι δύο αδελφοί μπορούν να βρουν ειρήνη μέσα στην τέλεια αγάπη και τη συμφιλίωση.
Ωστόσο, πράγματι, είναι μια ριζοσπαστική εντολή του Χριστιανισμού· η εντολή αυτή δεν αποτελεί ευγενική παράκληση· είναι προσταγή: να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να ευεργετούμε αυτούς που μας μισούν, και ακόμη περισσότερο — το αδιανόητο — να προσευχόμαστε για αυτούς που μας καταδιώκουν!
Ο σημερινός κόσμος και οι περιστάσεις μας κάνουν να θεωρούμε αυτές τις συμβουλές παράλογες· δεν βλέπουμε μέλλον σ’ αυτές, γνωρίζοντας πώς λειτουργεί ο κόσμος σήμερα· και συνεπώς δεν περιμένουμε παρά θλίψη από αυτές.
Κι όμως, αν και δεν έχουν νόημα από τη σκοπιά του προσωπικού μας οφέλους, δεν καλούμαστε να αγαπούμε τη χήρα, το ορφανό και τον ξένο μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούν να μας ανταποδώσουν· καλούμεθα να αγαπάμε και τον εχθρό.
Για τη χήρα, το ορφανό και τον ξένο, πολλές φιλανθρωπικές οργανώσεις έχουν αναλάβει το έργο. Αλλά ποτέ για τον εχθρό. Πολλοί δίδαξαν στο παρελθόν ότι η αγάπη προς τον εχθρό έχει σκοπό να τον μεταστρέψει σε καλό άνθρωπο· όμως δεν είναι αυτός ο σκοπός. Καλούμαστε να αγαπήσουμε τον εχθρό επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα Θεού, και γιατί με τον τρόπο αυτό στεκόμαστε σε σχέση μαζί του όπως ο Θεός στέκεται σε σχέση μαζί μας.
Η αγάπη προς τον εχθρό είναι η γέφυρα προς τη σχέση που έχει ο Θεός μαζί μας· και διακηρύσσει απλά πως η αγάπη είναι το θεμέλιο αυτής της σχέσης. Δεν είναι η αγάπη το θεμέλιο κάθε τι αγαθού και θείου;
Αν κοιτάξουμε ξανά προς την Ουκρανία και τη Ρωσία· δύο έθνη που κάποτε ήταν ένα· που προσεύχονταν μαζί, παντρεύονταν μεταξύ τους, μοιράζονταν τον άρτο, τις κολυμβήθρες, και το σημαντικότερο — το Ποτήριο της Θείας Κοινωνίας — σήμερα βρίσκονται σε πόλεμο. Σκίζουν ο ένας τον άλλον, σε μια οδυνηρή αναπαράσταση του Κάιν και του Άβελ. Πριν από μια χιλιετία, έλαβαν μαζί το Ευαγγέλιο, όταν ο σπόρος του Χριστιανισμού έπεσε στο εύφορο έδαφος της αρχαίας Ρωσίας. Αγκάλιασαν την πίστη, όχι απλώς ως δόγμα ή σύστημα θεωριών, αλλά ως ιερό τρόπο ζωής· έναν τρόπο ζωής που χαρακτηριζόταν από ταπείνωση, αγάπη και ειρήνη. Σήμερα, αυτός ο τρόπος ζωής θρηνεί, όταν ένα χέρι βαπτισμένο υψώνεται για να πλήξει ένα άλλο.
Αν κάποιοι προσπαθήσουν να δικαιολογήσουν αυτή τη βία επικαλούμενοι υπακοή στην εξουσία, ας θυμηθούν τα λόγια του Άντολφ Άιχμαν, που κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος προέταξε το καθήκον έναντι της συνείδησης. Όμως το Ευαγγέλιο, στο οποίο αυτά τα έθνη ακόμη ομολογούν πίστη, λέει διαφορετικά:
«Πρέπει να πειθαρχούμε εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους» (Πράξεις 5:29).
Η υπακοή που έρχεται σε σύγκρουση με την αγάπη, την αλήθεια και τη ζωή δεν είναι υπακοή στα μάτια του Χριστού.
Μας υπενθυμίζεται διαρκώς ότι η υπακοή δεν είναι τυφλή υποταγή στην εξουσία, αλλά ριζική πίστη στον Ιησού Χριστό, τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Κύριο. Στα χαρακώματα τέτοιων συγκρούσεων, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν ένα τρομακτικό δίλημμα: μπορεί κανείς να σκοτώσει έναν αδελφό στην πίστη και να ισχυριστεί ότι ακολουθεί τον Χριστό, τον Άρχοντα της Ειρήνης;
Πολλοί Ορθόδοξοι συγγραφείς έχουν προειδοποιήσει για τον πειρασμό του εθνικισμού, που παρουσιάζεται ως ευσέβεια· έχουν προειδοποιήσει κατά κάθε δικαιολόγησης πολέμου μεταξύ χριστιανών και επιβεβαιώνουν ότι η εντολή «Οὐ φονεύσεις» (Έξοδος 20:13) διατηρεί την ισχύ της — ιδίως όταν ο άλλος φέρει τον ίδιο Σταυρό, έχει χρισθεί με το ίδιο Μύρο και πίνει από το ίδιο Ποτήριο.
Όπως έγραψε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Πᾶς ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστίν· καὶ οἴδατε ὅτι πᾶς ἀνθρωποκτόνος οὐκ ἔχει ζωὴν αἰώνιον ἐν αὐτῷ μένουσαν.» (Α΄ Ιωάννου 3:15) Σε καιρούς που το αίμα φωνάζει ξανά από τη γη, ας θυμόμαστε ότι μόνον οι ειρηνοποιοί θα ονομαστούν υιοί του Θεού (πρβλ. Ματθαίος 5:9). Η προφητική φωνή της Εκκλησίας πρέπει να υψωθεί πάνω από τον θόρυβο του πολέμου· να καλεί τους πιστούς όχι να σηκώσουν όπλα, αλλά να σηκώσουν τον Σταυρό. Αυτό είναι το σαφές μήνυμα του Χριστού μέσα από το Ευαγγέλιο.
Το Ευαγγέλιο και οι Πατέρες της Εκκλησίας πάντοτε μας καλούν να ζούμε μια ζωή πλήρως μεταμορφωμένη· μια ζωή χωρίς υποκρισία· μια ζωή στην οποία ο δημόσιος βίος αντανακλά τον ιδιωτικό. Όμως συνήθως αυτό δεν συμβαίνει. Ακόμη και για κάποιους από εμάς που υπηρετούμε την Εκκλησία, αυτά που λέμε δημόσια δεν τα πράττουμε ιδιωτικά. Μιλάμε για ισότητα και μοίρασμα, ενώ συγκεντρώνουμε θησαυρούς από χρυσό, ασήμι, διαμάντια και ιμάτια πολυτελή — όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός — δίχως οίκτο για τους αδελφούς μας που υποφέρουν. Οι καρδιές μας έχουν σκληρύνει απέναντι στην ευαγγελική πρόσκληση για αγαθοεργία και φιλανθρωπία.
Όμως, αυτή η κατανόηση του Ευαγγελίου έχει αποσυρθεί στα απομακρυσμένα βάθη του νου της σύγχρονης εποχής. Ακόμα και στα υψηλά αξιώματα των επισκόπων και του ιερού κλήρου, αλλά και μέχρι τις χριστιανικές κοινότητες, το σιωπηλό και λεπτό μίσος μας ο ένας προς τον άλλον — και ιδιαιτέρως προς εκείνους που αντιλαμβανόμαστε ως εχθρούς — έχει καταστήσει την εικόνα του Θεού σχεδόν πλήρως κρυμμένη.
Σε αυτή την περίπτωση, μόνο η έμφαση στο έλεος, που βρίσκεται στο επίκεντρο της Πνευματικής και Λειτουργικής μας ζωής, μπορεί με τον καιρό να μας οδηγήσει στην αγάπη προς τους γύρω μας. Γίνεται λοιπόν ξεκάθαρο ότι η ευθύνη ανήκει στην Εκκλησία. Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί.
Κατά τη Θεία Λειτουργία προσευχόμαστε πάντοτε: «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου…» Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε: αυτές οι προσευχές δεν είναι παθητικές. Είναι θεμελιώδεις· είναι κάλεσμα σε δράση. Η Εκκλησία πρέπει να ηγηθεί· η ειρήνη πρέπει να αρχίσει από εμάς. Και αυτό είναι δυνατόν μόνο αν επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να μεταμορφωθούν από την αγάπη του Θεού. Ο Υιός Του μας προτρέπει: «Να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως εγώ σας αγάπησα.» Όλα καταλήγουν στην αγάπη — η οποία είναι διπλή: αγάπη προς τον Θεό και αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Ως δημιουργήματα του Θεού, έχουμε καθήκον να Τον αγαπάμε ως Δημιουργό· και όμως, αυτό το καθήκον γίνεται εντολή: «Ν’ αγαπάς Κύριον τον Θεό σου, εξ όλης της καρδίας σου…»
Παράλληλα, όσον αφορά τον συνάνθρωπο, γίνεται και πάλι εντολή· διότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ροπή προς φιλαυτία· και γι’ αυτό, διατάσσεται: «Θα αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου.»
Μέσα σε αυτές τις δύο εντολές βρίσκεται όλη η ευτυχία του ανθρώπου, που με άλλα λόγια σημαίνει ειρήνη επί της γης. Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς ευτυχία· και δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς αγάπη.
Σε ορισμένα από τα παγκόσμια σενάρια συγκρούσεων, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, ο εχθρός συνήθως δεν είναι άτομο, αλλά ένα σύστημα ή μια κουλτούρα, εμποτισμένη από κάποια ριζοσπαστική ιδεολογία, όπου ο εχθρός προσδιορίζεται εκ γενετής, από εθνικότητα και ιστορία — όπως συμβαίνει στην περίπτωση Ισραήλ-Παλαιστίνης — σε αντίθεση με έναν εχθρό που προκύπτει από προσωπική εχθρότητα.
Το καλό με αυτό το είδος εχθρού είναι ότι αύριο μπορεί να γίνει σύμμαχος.
Και είναι στις κρίσιμες αυτές στιγμές, όταν οι εχθροί γίνονται σύμμαχοι, που πρέπει να φυτευτούν οι σπόροι της μόνιμης ειρήνης, ώστε να αλλάξει η πορεία της ιστορίας. Αν αλλάξουμε πορεία και αρχίσουμε να χτίζουμε ένα μέλλον θεμελιωμένο στην ανιδιοτέλεια, την αγάπη και την ανεκτικότητα, τότε τα παιδιά μας σίγουρα θα αποστραφούν το σκοτεινό μας παρελθόν, αλλά θα βρουν βαθύτερο νόημα και χαρά στην ειρήνη που εκείνα θα απολαμβάνουν στο μέλλον.
Όσον αφορά τη σύγκρουση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, παρά τους προσποιητούς θρησκευτικούς λόγους, διακρίνει κανείς μια έχθρα που γεννιέται από τον εγωισμό και το σύνδρομο ανωτερότητας. Καθώς και τα δύο έθνη κυβερνώνται από ηγέτες που ευθυγραμμίζονται με την Εκκλησία — όπου Εκκλησία και Κράτος σχεδόν ταυτίζονται — η οδός προς την ειρήνη είναι ξεκάθαρα θέμα ταπείνωσης και αδελφικού διαλόγου.
Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, είμαστε καλεσμένοι να είμαστε πρέσβεις του Χριστού, του Άρχοντα της Ειρήνης. Η Εκκλησία πρέπει να είναι η συνείδηση του κόσμου. Αν ο πόλεμος γεννιέται μέσα σε διεφθαρμένη καρδιά, τότε η ειρήνη πρέπει να γεννηθεί σε ανακαινισμένη ψυχή. Και αυτό πρέπει να αρχίσει από εμάς· από τους ποιμένες, τους επισκόπους και τον ιερό κλήρο.
Ανάμεσα στα χαρίσματα του Θεού, όπως δηλώνει ο Απόστολος Παύλος στην Πρώτη Επιστολή προς Κορινθίους, το μεγαλύτερο είναι η αγάπη. Στη Δεύτερη Επιστολή προς την ίδια Εκκλησία, μας υπενθυμίζει ότι αυτή η αγάπη μάς καθιστά πρέσβεις του Χριστού, επιφορτισμένους με το υψηλό διακόνημα της συμφιλίωσης. Η συμφιλίωση γεννιέται από την αγάπη και ανθίζει μέσα από μια σχέση μεταμορφωμένη στην ειρήνη του Θεού.
Ως Εκκλησία και ως πρέσβεις του Εσταυρωμένου και Αναστάντος Κυρίου, καλούμαστε να αποκαταστήσουμε κοινότητες τόσο διαλυμένες, που φαίνονται αδιόρθωτες.
Αυτό δεν θυμίζει την κατάσταση Ισραήλ-Παλαιστίνης; Βεβαίως και θυμίζει.
Τα έργα που θεσπίζουμε προς αυτήν τη συμφιλίωση θα θέσουν τα θεμέλια του «Όρους του Κυρίου», του προφήτη Ησαΐα, όπου ο λέων και το αρνί θα συγκατοικούν ειρηνικά (Ησαΐας 11:1–9). Αυτό είναι το μέλλον που καλούμαστε να διαμορφώσουμε — και ο καιρός είναι τώρα.
Πρέπει να μιλήσουμε καθαρά και προφητικά:
Μεταξύ των επισκόπων, η σταθερή ειρήνη και η αμοιβαία συγχώρεση καλλιεργούν την ενότητα ανάμεσα στις επισκοπές, προβάλλοντας τον δεσμό του Χριστού, ότι «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα» (Ἐφεσ. 4:4).
Ένας επίσκοπος έχει καθήκον να προσεύχεται για τον αδελφό επίσκοπό του· αλλά αν δεν μπορεί να τον αγκαλιάσει, πώς μπορεί να προσεύχεται ειλικρινά για εκείνον;
Οι επίσκοποι πρέπει να αγαπούν και να σέβονται ο ένας τον άλλον· όχι ως ανταγωνιστές σε εκκλησιαστικά εδάφη, αλλά ως αδελφοί που μοιράζονται το βάρος του Σταυρού. Πρέπει να είμαστε γρήγοροι στη συγχώρεση, αργοί στον θυμό και πλούσιοι στο έλεος.
Η Εκκλησία δεν είναι πολιτικός θεσμός· είναι το ζωντανό Σώμα του Χριστού. Και ο Χριστός δεν είναι διαιρεμένος. Αυτή η ενότητα μεταξύ των επισκόπων θα διαχυθεί στους κληρικούς που διακονούν κάτω από το ωμοφόριό τους.
Μεταξύ των κληρικών, αυτή η αγάπη μάς απελευθερώνει από τον εγωισμό, τον φθόνο, την πικρία και το σχίσμα, επιτρέποντάς μας να διακονούμε το ποίμνιο με καθαρότητα και κοινό σκοπό. Προς τον αγαπητό μας κλήρο, σας προτρέπω: Αφήστε την ειρήνη να βασιλεύει ανάμεσά σας.
Ας μην επιτρέψουμε στη ζήλεια, τη διαίρεση ή τη γογγυστική να δηλητηριάσουν την ιεροσύνη. Από τη στιγμή που ο ιερέας τοποθετεί το χέρι του στην Αγία Τράπεζα και χειροτονείται, δεν ανήκει πια στον εαυτό του.
Είναι πλέον δούλος του Χριστού και φορέας ειρήνης. Ας μην επιτρέψουμε σε κανέναν να διαρρήξει αυτόν τον δεσμό με λόγια μικρότητας ή μυστικές φιλοδοξίες. Σταθείτε στο πλευρό του επισκόπου σας.
Εργαστείτε μαζί. Υποστηρίξτε ο ένας τον άλλον. Να είστε πιστοί οικονόμοι. Αυτή η συνεχής ροή αγάπης και συγχώρησης θα φτάσει τελικά στην οικογένεια, που αποτελεί τη βασική μονάδα της Εκκλησίας.
Μέσα στην οικογένεια, θα σπάσει τον κύκλο του θυμού και της υπερηφάνειας, διδάσκοντας στα παιδιά από νωρίς ότι η συγχώρηση είναι ο κανόνας της πίστεως και όχι αδυναμία.
Όταν η οικογένεια υιοθετήσει αυτή την αλήθεια, η κοινωνία αρχίζει να θεραπεύεται από μακροχρόνια τραύματα και αδικίες. Για την κοινωνία και τον κόσμο, αυτό προσφέρει μια ζωντανή μαρτυρία: ότι παρά τις διαφορές μας, τα παιδιά του Θεού μπορούν να ζουν ως μία οικογένεια του Θεού.
Η ειρήνη μεταξύ των επισκόπων γεννά σταθερότητα στην Εκκλησία. Η ειρήνη μεταξύ των κληρικών τρέφει τον λαό. Η ειρήνη μέσα στην Εκκλησία φέρνει θεραπεία στην οικογένεια. Και από την οικογένεια, η ειρήνη ρέει στο χωριό, στο έθνος, και στον κόσμο.
Όπως μας υπενθυμίζει ο Απόστολος Παύλος: «Ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα… εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Ἐφεσ. 4:4–5). Η ενότητά μας δεν είναι κάτι που επινοούμε· είναι κάτι που διαφυλάττουμε, γιατί μας έχει ήδη δοθεί εν Χριστῷ. Όπως δίδαξε ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος: «Η Εκκλησία είναι μία, αν και διασκορπισμένη στα πέρατα της οικουμένης. Το φως του ήλιου είναι ένα, και οι ακτίνες του πολλές — αλλά το φως δεν διαιρείται.»
Ας θυμάται κάθε ιερέας, διάκονος και πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός τούτο: η διαίρεση δεν είναι από τον Θεό· είναι από τον πονηρό. Ο εχθρός των ψυχών μας χαίρεται όταν διαλύουμε ο ένας τον άλλον, όταν κακολογούμε τους ποιμένες μας ή όταν απομονώνουμε τους εαυτούς μας από το Σώμα της Εκκλησίας.
Αντιθέτως, το Άγιο Πνεύμα οικοδομεί, ενώνει, θεραπεύει και συνδέει. Μιλώ έτσι, διότι έχουμε δει με τα μάτια μας το κακό που έχει επιφέρει στην Εκκλησία μας εδώ στην Κένυα μια σύγκρουση από πέραν των ωκεανών· η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας έχει επιφέρει τοπικό εκκλησιαστικό διχασμό σε ανθρώπους που γνωρίζουν ελάχιστα ή και τίποτε για την πολιτική που εμπλέκεται.
Μια σιωπηλή διαφθορά έχει διεισδύσει στον ιστό της κοινοτικής μας ζωής εδώ στην Αφρική και έχει διχάσει ιερείς και ακόμα και τις οικογένειές τους. Ένας λαός που έχτισε την Εκκλησία στην Αφρική με αγάπη και κοινοτική προσπάθεια, με ιδρώτα, δάκρυα και προσευχές, τώρα διχάζεται από εγωιστικές φιλοδοξίες, που πηγάζουν από εισαγόμενη διαφθορά, ανθρώπων που εξωτερικά ομολογούν ότι αγαπούν τον Χριστό και την Εκκλησία, αλλά εσωτερικά είναι αφοσιωμένοι στο να καταστρέψουν την νεαρή Εκκλησία της Υποσαχάριας Αφρικής — και αυτό, δεν είναι τίποτε λιγότερο από Σιμωνία!
Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Μάρκου καλεί όλους τους κληρικούς από όλες τις φυλές και περιοχές να έρθουν και να συλλειτουργήσουν με ενότητα, χαρά και αγάπη. Κι όμως, ο παραπάνω διχασμός, γεννημένος από τον πονηρό, επιβάλλει το αντίθετο. Γι’ αυτό καλώ σε ταπείνωση· διότι μόνο αυτή ανοίγει τον δρόμο προς την αγάπη, και τελικά προς τη συμφιλίωση. Καλώ “…ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς στερεώσεως τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν”, που είναι μάλιστα και το επόμενο αίτημα μετά την “εἰρήνην τοῦ σύμπαντος κόσμου” στη Θεία Λειτουργία μας.
Η καθιέρωση αυτού του καθεδρικού ναού είναι ορατό σημάδι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Κένυα είναι ζωντανή και ενωμένη, παρά το σκοτεινό σύννεφο που ανέφερα παραπάνω. Ας κάνουμε αυτό το γεγονός σημείο στροφής· μια στιγμή στην οποία ανανεώνουμε τη δέσμευσή μας στη διακονία της συμφιλίωσης, της συγχώρησης και της ενότητας. Ας γίνουν οι Εκκλησίες μας, σε όλο τον κόσμο, τόποι όπου η ειρήνη κηρύττεται και εφαρμόζεται.
Ας γίνουν οι οικογένειές μας σχολεία συγχώρησης. Ας γίνουν οι κοινότητές μας μαρτυρία ότι η αγάπη είναι ισχυρότερη από το μίσος, και το έλεος βαθύτερο από τη διαίρεση. Καθώς χρίουμε αυτήν την Αγία Τράπεζα, ας χρίσουμε και τις δικές μας ζωές με το έλαιο της ειρήνης.
Ας είναι κάθε λόγος μας, κάθε πράξη μας, κάθε διακονία μας, αντανάκλαση της ειρήνης του Χριστού που υπερβαίνει κάθε νου. Ας συγκαταριθμηθούμε ανάμεσα στους ειρηνοποιούς, οι οποίοι θα ονομαστούν υιοί του Θεού. Η καθιέρωση ενός ναού είναι κάτι παραπάνω από μία τελετουργική πράξη· είναι μία στιγμή θείας αγιασμού. Το χρίσμα της Αγίας Τραπέζης, η τοποθέτηση των ιερών λειψάνων, οι προσευχές των πιστών — όλα αυτά ανυψώνουν το επίγειο προς το επουράνιο. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μας υπενθυμίζει: “Η Εκκλησία είναι οίκος προσευχής, τόπος όπου κατοικούν άγγελοι και χύνεται άφθονα η χάρη του Θεού.”
Αλλά υπάρχει και κάτι παραπάνω: Η καθιέρωση ενός ναού καλεί τον καθένα από εμάς να καθιερώσει τη ζωή του. «Καὶ αὐτοὶ ὡς λίθοι ζῶντες, οἰκοδομεῖσθε οἶκος πνευματικός, ἱεράτευμα ἅγιον» (Α΄ Πέτρου 2:5).
Πρέπει να αναρωτηθούμε ο καθένας: Είναι η καρδιά μου Αγία Τράπεζα; Είναι η ζωή μου αφιερωμένη στον Χριστό; Με αυτά τα καίρια ερωτήματα να ταράζουν τη συνείδησή μας, δεν θα πέσουμε στην παγίδα του εγωισμού που τελικά φουσκώνει την καρδιά μας με υπερηφάνεια και αλαζονεία. Αντίθετα, θα αγκαλιάσουμε την ταπείνωση που έρχεται όταν αφιερώνουμε τον εαυτό μας στον Θεό.
Όταν στάθηκα μπροστά στην Αγία Τράπεζα του νέου καθεδρικού ναού, θυμήθηκα το ταπεινό παρεκκλήσι όπου κάποτε διακονούσαμε και όπου τέλεσα πολλές Θείες Λειτουργίες, χωρίς να γνωρίζω τι είχε προετοιμάσει ο Θεός. Ο π. Ιωάννης Κιπλίμο, τότε εφημέριος της ενορίας, μου υπενθύμισε αργότερα ότι είχα αγοράσει αυτήν τη γη για την Εκκλησία από την κοινότητα, πριν από χρόνια, χωρίς ποτέ να φανταστώ ότι κάποια μέρα θα επέστρεφα για να καθιερώσω επάνω της έναν μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό. Πράγματι, οι οδοί του Θεού είναι μυστηριώδεις και θαυμαστοί. «Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἐστὶ θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν» (Ψαλμός 117:23, LXX).
Θα ήθελα να ευχαριστήσω από καρδιάς τους αγαπητούς μας αδελφούς και αδελφές από το Ορθόδοξο Κέντρο Ιεραποστολής (OCMC), που όλα αυτά τα χρόνια στάθηκαν στο πλευρό μας με αταλάντευτη αγάπη και στήριξη. Η παρουσία σας στην καθιέρωση δεν ήταν απλώς ευλογία, αλλά ορατό σημείο της κοινωνίας σας με εμάς. Μέσα από τα χέρια και τις καρδιές σας, η αποστολή του Χριστού συνεχίζει να καρποφορεί στην Κένυα και σε όλη την Αφρική.
Αγαπητοί εν Χριστῷ, η περίσταση στο Κάπσαμπετ δεν πρέπει να είναι απλώς αφιέρωση ενός οικοδομήματος· αλλά ύψωση φωνής. Φωνής ενότητας. Φωνής ειρήνης. Φωνής θυσίας. Φωνής που αντηχεί από την Κένυα, στην Ουγκάντα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, και ακόμη πιο πέρα. Φωνής που διακηρύσσει: Ὁ Χριστὸς ἐν μέσῳ ἡμῶν — καὶ ἡμεῖς πάντες ἕν.
Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογεῖ ὅλους. Ἀμήν.
† Μητροπολίτης Μακάριος Ναϊρόμπι
Ἐξάρχου Κένυας καὶ πάσης Ἀνατολικῆς Ἀφρικῆς















