Σκέψεις με αφορμή την εορτή του Αγίου Παϊσίου

Του Αρχιμ. Μακαρίου Τσιμέρη
Υπ. Διδάκτορος Θεολογίας ΑΠΘ
Κάθε φορά που η Εκκλησία μας εορτάζει έναν Άγιο, χαίρεται ο ουρανός και η γη.
Οι Άγιοι δεν είναι πρόσωπα του παρελθόντος· είναι ζωντανά μέλη του Σώματος του Χριστού, φίλοι του Θεού και πρεσβευτές υπέρ ημών.
Η τιμή που τους αποδίδει η Εκκλησία δεν μειώνει τη λατρεία προς τον Θεό, αλλά αποτελεί ομολογία της ενεργείας της θείας Χάριτος μέσα στον άνθρωπο.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ήδη από τους πρώτους αιώνες, διακρίνει με απόλυτη σαφήνεια τη λατρεία (λατρεία), η οποία ανήκει αποκλειστικά στον Τριαδικό Θεό, από την τιμητική προσκύνηση, η οποία αποδίδεται στους Αγίους, στις ιερές εικόνες και στα ιερά λείψανά τους.
Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νίκαια, 787) διακηρύσσει:
««Ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει.»»
Η τιμή δηλαδή που αποδίδεται στην εικόνα αναφέρεται στο εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στην ύλη της εικόνας.
Η Εκκλησία χρειάστηκε να δώσει σκληρούς αγώνες για να διαφυλάξει αυτή την αλήθεια.
Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας χιλιάδες ομολογητές, μοναχοί, επίσκοποι και απλοί πιστοί εξορίστηκαν, βασανίστηκαν και μαρτύρησαν, επειδή αρνήθηκαν να αποδεχθούν την καταστροφή των ιερών εικόνων.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει:
««Οὐ τὴν ὕλην προσκυνῶ, ἀλλὰ τὸν τῆς ὕλης Δημιουργόν.»»
Η Εκκλησία λοιπόν μάς παρέδωσε συγκεκριμένους τρόπους εκφράσεως της ευλαβείας: τις άγιες εικόνες, τα ιερά λείψανα, τη συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, τη ζωή των Μυστηρίων και την μίμηση των Αγίων.
---
Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται ένα φαινόμενο που οφείλει να μας προβληματίσει.
Από υπερβάλλοντα ζήλο και ειλικρινή, πολλές φορές, αγάπη προς τους συγχρόνους Αγίους, εμφανίζονται μορφές εκδηλώσεως της ευλάβειας που δεν αποτελούν μέρος της λειτουργικής και πατερικής παραδόσεως της Εκκλησίας.
Με αφορμή και τη φετινή εορτή του Αγίου Παϊσίου, σε διάφορους τόπους είδαμε μεγάλων διαστάσεων ομοιώματα του Αγίου, υπερβολικές εξωτερικές εκδηλώσεις, καθώς και ιδιαίτερη προβολή προσωπικών αντικειμένων που αποδίδονται στον Άγιο.
Δεν είναι σκοπός του παρόντος να κρίνει προθέσεις ούτε να αμφισβητήσει την αυθεντικότητα οποιουδήποτε κειμηλίου.
Οι προθέσεις μπορεί να είναι αγαθές.
Το ερώτημα όμως δεν είναι αν υπάρχει αγάπη προς τον Άγιο.
Το ερώτημα είναι εάν όλα αυτά εκφράζουν το φρόνημα της Εκκλησίας.
Διότι στην Ορθοδοξία δεν αρκεί κάτι να είναι καλοπροαίρετο· χρειάζεται να είναι και εκκλησιαστικό.
Ο Απόστολος Παύλος, μιλώντας για τους Ιουδαίους, σημειώνει:
««Μαρτυρῶ γὰρ αὐτοῖς ὅτι ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ' οὐ κατ' ἐπίγνωσιν.» (Ρωμ. 10,2)»
Υπάρχει λοιπόν και ο ζήλος που στερείται διακρίσεως.
Γι' αυτό και οι Πατέρες θεωρούν τη διάκριση κορυφαία αρετή.
Ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφει ότι η διάκριση είναι «φῶς ἐν σκότει» για κάθε πνευματικό αγώνα, ενώ ο Μέγας Αντώνιος διδάσκει ότι πολλές αρετές χάνονται όταν απουσιάζει η διάκριση.
---
Αξίζει να αναρωτηθούμε:
Θα επιθυμούσε άραγε ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος να δεσπόζουν τεράστια ομοιώματά του ή να δημιουργείται ιδιαίτερη προβολή γύρω από προσωπικά του αντικείμενα;
Όσοι διάβασαν τον βίο του γνωρίζουν ότι ο ίδιος απέφευγε κάθε ανθρώπινη προβολή.
Έκρυβε τις αρετές του.
Απέφευγε τις τιμές.
Δεν κρατούσε τους ανθρώπους κοντά στο πρόσωπό του, αλλά τους οδηγούσε πάντοτε στον Χριστό, στην εξομολόγηση, στη Θεία Κοινωνία, στην προσευχή και στη μετάνοια.
Ο Άγιος δεν επιζητούσε θαυμαστές.
Επιζητούσε μετανοημένους ανθρώπους.
Και αυτό ακριβώς είναι το ουσιαστικότερο μήνυμα.
---
Η Εκκλησία ποτέ δεν στηρίχθηκε στον εντυπωσιασμό.
Δεν αναζήτησε θεαματικές εκδηλώσεις.
Το μεγαλείο της βρίσκεται στην απλότητα.
Μία εικόνα.
Ένα λείψανο.
Ένα καντήλι.
Μία Θεία Λειτουργία.
Ένα κομποσχοίνι.
Ένα δάκρυ μετανοίας.
Αυτή είναι η γλώσσα της Ορθοδοξίας.
Οτιδήποτε ξεπερνά αυτό το ήθος χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.
Όχι επειδή είναι κατ' ανάγκην κακό.
Αλλά επειδή εύκολα μετατοπίζει το κέντρο της ευλάβειας.
---
Υπάρχει όμως και μία ακόμη ευθύνη.
Ζούμε σε μια εποχή όπου πολλοί άνθρωποι βρίσκονται μακριά από την Εκκλησία.
Άλλοι είναι αδιάφοροι.
Άλλοι επιφυλακτικοί.
Άλλοι πολεμούν την πίστη.
Όταν λοιπόν βλέπουν υπερβολές που δεν μπορούν να κατανοήσουν, συχνά δεν διακρίνουν ότι αυτές δεν αποτελούν την επίσημη παράδοση της Εκκλησίας.
Νομίζουν ότι αυτή είναι η Ορθοδοξία.
Και έτσι σκανδαλίζονται.
Ο Απόστολος Παύλος μάς προτρέπει:
««Μὴ γίνεσθε πρόσκομμα...» (Α΄ Κορ. 10,32).»
Και αλλού:
««Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα οἰκοδομεῖ.» (Α΄ Κορ. 10,23).»
Δεν αρκεί λοιπόν να είναι κάτι επιτρεπτό.
Χρειάζεται να οικοδομεί.
Να οδηγεί στον Χριστό.
Να εκφράζει το εκκλησιαστικό ήθος.
---
Οι Άγιοι Πατέρες δεν αγωνίσθηκαν για να αντικαταστήσουμε την εκκλησιαστική παράδοση με προσωπικές ευσεβιστικές εκδηλώσεις.
Αγωνίσθηκαν για να διατηρηθεί ανόθευτη η πίστη.
Γ' αυτό υπερασπίσθηκαν τις άγιες εικόνες.
Γ' αυτό τίμησαν τα ιερά λείψανα.
Γι' αυτό όρισαν με ακρίβεια τα όρια μεταξύ λατρείας και τιμητικής προσκυνήσεως.
Η Ορθοδοξία δεν έχει ανάγκη από νέες μορφές ευλάβειας.
Έχει ανάγκη να ζήσει βαθύτερα εκείνες που ήδη παρέδωσε η Εκκλησία.
---
Οι σκέψεις αυτές δεν γράφονται για να ελέγξουν κανέναν.
Δεν απευθύνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
Δεν αμφισβητούν την πίστη ή την αγάπη κανενός προς τον Άγιο Παΐσιο.
Απευθύνονται πρώτα στον γράφοντα.
Διότι όλοι κινδυνεύουμε να παρασυρθούμε από τον συναισθηματισμό.
Όλοι έχουμε ανάγκη να επιστρέφουμε συνεχώς στο φρόνημα της Εκκλησίας.
Αγαπούμε τον Άγιο Παΐσιο.
Τον ευγνωμονούμε.
Ζητούμε τις πρεσβείες του.
Προσκυνούμε με ευλάβεια την ιερή εικόνα του ,
Διαβάζουμε τους λόγους του.
Προσπαθούμε να μιμηθούμε την ταπείνωσή του.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορούμε να του αποδώσουμε.
Είθε ο Κύριος, με τις πρεσβείες του Αγίου Παϊσίου και όλων των Αγίων, να μας χαρίζει ζήλο, αλλά πάντοτε «κατ' ἐπίγνωσιν», ώστε η ευλάβειά μας να είναι αληθινά εκκλησιαστική, ταπεινή, διακριτική και σωτήρια.
Παραπομπές:
Αγία Γραφή: Ρωμ. 10,2· Α΄ Κορ. 8,1-13· Α΄ Κορ. 10,23-33· Ρωμ. 14.
Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Νίκαια, 787), Όρος περί των Αγίων Εικόνων.
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Λόγοι απολογητικοί περί των Αγίων Εικόνων.
Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, Αντιρρητικοί λόγοι υπέρ των Αγίων Εικόνων.
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, Κλίμαξ, λόγος περί διακρίσεως.
Μέγας Βασίλειος, Περί Αγίου Πνεύματος, 18,45 (η φράση «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει», που υιοθετήθηκε από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο).




