Ο Απόστολος Παύλος στην αντιπαράθεση Λούθηρου – Ρώμης

Πρωτ. Βασιλείου Α. Γεωργόπουλου στην Romfea.gr
Αναπληρωτή Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ
Η πολυπρισματική χρήση του αποστόλου Παύλου από τον Λούθηρο υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της λουθηρανικής θεολογίας και, ταυτόχρονα, σημείο έντονης αντιπαράθεσης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ήδη πολύ νωρίς, καταγράφεται η συστηματική αξιοποίηση από τον Λούθηρο τόσο των γεγονότων της ζωής του Παύλου όσο και κεντρικών τμημάτων της διδασκαλίας του, προκειμένου να υπερασπιστεί τις θέσεις του στην αντιπαράθεσή του με τη Ρώμη.
Όπως έχει εύστοχα επισημανθεί: « Πάπας ή Ευαγγέλιο – αυτό ήταν για τον Λούθηρο από το 1520 το θεμελιώδες δίλημμα, η διαχωριστική γραμμή κάθε χριστιανικής ύπαρξης»(A.Beutel[Hrsg],Luther Handbuch, 2017, σ.139).
Ο Λούθηρος αναγνώριζε στον Παύλο την εξέχουσα θέση μεταξύ των αποστόλων ως προς την αποτελεσματικότητα του ιεραποστολικού του έργου.
Τόνιζε ότι ο απόστολος υπερείχε εμφανώς των υπολοίπων, καθώς κατόρθωσε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να προσελκύσει πλήθος εθνικών στη χριστιανική πίστη.
Για τον λόγο αυτό θεωρούσε ότι το παράδειγμά του θα έπρεπε να λειτουργεί ως υπόδειγμα για όσους είναι επιφορτισμένοι με το κήρυγμα στην Εκκλησία, μολονότι, όπως παρατηρούσε επικριτικά, πολλοί από αυτούς προτιμούσαν να ασχολούνται περισσότερο με τον Αριστοτέλη παρά με τον Παύλο (WA 1,127).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον δείχνει ο Λούθηρος για την περίοδο της ζωής του αποστόλου πριν από τη μεταστροφή του και την αξιοποιεί, προχωρώντας σε συσχετισμούς που ενισχύουν την αντιπαράθεσή του με την παπική εξουσία.
Ο ένθερμος ζήλος του Παύλου για τον ιουδαϊκό Νόμο υπήρξε η αιτία που τον οδήγησε στη δίωξη των χριστιανών, καθώς και η στήριξη που απολάμβανε από τον αρχιερέα των Ιουδαίων (Πραξ.9, 1-2).
Όπως ο Ιουδαίος αρχιερέας ύψωνε την εξουσία του πάνω από το πρόσωπο του Χριστού, έτσι και ο Ρωμαίος Ποντίφικας, κατά τον Λούθηρο, προβάλλει τις δικές του βούλες και διατάγματα υπεράνω της αποστολικής διδασκαλίας, επιδιώκοντας να καταπνίξει το φως του Ευαγγελίου που ανέδειξε η Μεταρρύθμιση (WA 9,444).
Σε κήρυγμά του για την εορτή της μεταστροφής του αποστόλου Παύλου το 1534, ο Λούθηρος υπογράμμισε ότι η τιμή προς τον μεγάλο αυτό απόστολο δεν πρέπει να εκπίπτει σε μορφή ειδωλολατρικής λατρείας.
Αντίθετα, η εορτή οφείλει να οδηγεί τους πιστούς στη δοξολογία του Θεού για το θαύμα της μεταστροφής του. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Λούθηρος συνδέει εκ νέου τη δράση του Παύλου πριν από τη μεταστροφή του με πρακτικές που αποδίδει στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ενώ ο Παύλος, υποστηρίζει ο Λούθηρος, ενεργού- σε από ανεπίγνωστο ζήλο για τον Νόμο του Θεού, ο Πάπας, επιδεικνύει συνειδητό ζήλο μόνο για τους δικούς του νόμους (WA 37, 267).
Δέκα χρόνια αργότερα, το 1544, ο Λούθηρος επανέρχεται στον ίδιο συσχετισμό. Η μορφή και η δράση του Παύλου προ της μεταστροφής του αξιοποιείται και πάλι ως εικόνα των «παπικών» αντιπάλων του («unsere Papisten»).
Οι τελευταίοι, σύμφωνα με τον Λούθηρο, περιφρονούν τον λόγο του Θεού και, μέσα από την ψευδή λατρεία τους, έχουν αντικαταστήσει τον αληθινό Θεό με ανθρώπινα είδωλα (WA 52, 612).
Παρά τη σφοδρότητα της κριτικής του, ο Λούθηρος επιμένει ότι ο Παύλος διέθετε σαφώς ανώτερα κίνητρα από εκείνα των ρωμαιοκαθολικών αντιπάλων του.
Ο απόστολος υπερασπιζόταν τη λατρεία του Ναού και τον θείο Νόμο, χωρίς ακόμη να έχει κατανοήσει ότι η σωτηρία και η άφεση των αμαρτιών παρέχονται αποκλειστικά μέσω του Ιησού Χριστού (WA 52,612).
Γι’ αυτό και οι αμαρτίες του διαπράχθηκαν «εν αγνοία» σύμφωνα με την ομολογία του ιδίου (Α΄ Τιμ.1,13), ενώ ο Πάπας και οι ακόλουθοί του αμαρτάνουν συνειδητά και εκούσια.
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο Λούθηρος τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση πως τόσο η μεταστροφή του Παύλου όσο και η μετέπειτα αποστολική του δράση δεν μπορούν να αποδοθούν στις προσωπικές του αρετές.
Αντιθέτως, αποτελούν αποκλειστικό έργο της θείας χάριτος και συνιστούν απόδειξη κατά κάθε θεωρίας περί ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης.
Ο Παύλος προβάλλεται συστηματικά ως κατεξοχήν παράδειγμα της σωστικής χάρης του Θεού, ικανό να ενθαρρύνει ακόμη και τους πλέον αμαρτωλούς (WA 52,615).
Η ίδια αυστηρή αντιρωμαιοκαθολική ερμηνευτική γραμμή επανεμφανί- ζεται και σε κήρυγμα του Ιανουαρίου 1546, λίγο πριν από τον θάνατό του (18-2-1546).
Εκεί ο Λούθηρος εξυψώνει ακόμη περισσότερο τη θέση του Παύλου ανάμεσα στους αποστόλους και τον συνδέει άμεσα με τον Προτεσταντισμό.
Ο Παύλος χαρακτηρίζεται «πρώτος μεταξύ όλων των αποστόλων» και συγχρόνως «δικός μας απόστολος». Η χρήση του πρώτου πληθυντικού δεν είναι τυχαία· αναφέρεται σαφώς στους Διαμαρτυρόμενους, τους οποίους αντιπαραθέτει προς την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Οι Προτεστάντες, υποστηρίζει, παραμένουν προσηλωμένοι στη διδασκαλία του αποστόλου, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί επικεντρώνονται στα λείψανά του.
Με ιδιαίτερα οξύ τρόπο ο Λούθηρος διαχωρίζει τον Παύλο της Αγίας Γραφής από τον Παύλο της ρωμαϊκής δεισιδαιμονίας (σ.Σ. ορολογία του Λούθηρου), του Πάπα και των επισκόπων του.
Οι αληθινοί πιστοί, κατά την άποψή του, γνωρίζουν τον απόστολο μέσα από την Αγία Γραφή και όχι μέσω λειψάνων.
Παραδέχεται ότι η παρουσία του Παύλου στη Ρώμη αποτελεί ιστορικά βέβαιο γεγονός, σε αντίθεση με εκείνη του Πέτρου, για την οποία εκφράζει αμφιβολίες.
Παράλληλα, κατηγορεί τον Πάπα και τους επισκόπους ότι γνωρίζουν την πλαστότητα των υποτιθέμενων λειψάνων τόσο του Παύλου όσο και του Πέτρου, όπως γνωρίζουν και την αναλήθεια άλλων αντίστοιχων λατρευτικών ισχυρισμών.
Τα οστά των νεκρών, σύμφωνα με τον Λούθηρο, δεν έχουν καμία αξία μπροστά στον «ζωντανό Παύλο» της Αγίας Γραφής.
Ο απόστολος συνεχίζει να ζει και να κηρύττει κάθε φορά που ο ιεροκήρυκας δανείζει σε αυτόν τη φωνή του, υπηρετώντας πιστά το Ευαγγέλιο.
Ακόμη και τα εγκλήματα ενός ανθρώπου όπως ο Παύλος, ο οποίος είχε φτάσει μέχρι τη δίωξη και τον φόνο χριστιανών, δεν συγκρίνονται, υποστηρίζει, με τις αμαρτίες του Πάπα, των καρδιναλίων και των μοναχών μέσα στην ιστορία.
Ο Παύλος, όπως επισημαίνει, υπήρξε μορφωμένος Ισραηλίτης και Φαρισαίος που ενεργούσε θεωρώντας ότι υπηρετεί τον Νόμο και το καλό του λαού του.
Αντίθετα, ο Πάπας και οι καρδινάλιοι επιδιώκουν αποκλειστικά την ικανοποίηση των προσωπικών τους συμφερόντων.
Επιπλέον, ο Παύλος υπήρξε κορυφαίος γνώστης των Γραφών και η εναντίωσή του προς τους χριστιανούς οφειλόταν σε εσφαλμένη κατανόηση του Νόμου, καθώς δεν είχε ακόμη αντιληφθεί ότι ο ίδιος ο Μωυσής μαρτυρεί για τον Χριστό.
Οι παπικοί, κατά τον Λούθηρο, δεν μπορούν να επικαλεστούν αντίστοιχη δικαιολογία. Γι’ αυτό και καταλήγει, με την εντονότερη δυνατή διατύπωση, ότι η αντίθεσή τους προς τον λόγο του Θεού συνιστά ασυγχώρητη αμαρτία. (WA 51, 135 -148).
Στις ομιλίες του στις Ποιμαντικές Επιστολές (WA 25,1-78.WA 26,1-120), ο Παύλος προβάλλεται ως πρότυπο ποιμένα και διδασκάλου.
Προβάλει τον απόστολο ως υπόδειγμα της πιστής διατήρησης και μετάδοσης της αποστολικής διδασκαλίας.
Αντιστοίχως η αποστολή του χριστιανού ποιμένα είναι να παραδώσει αναλλοίωτο το ευαγγέλιο που παρέλαβε.
Ο Λούθηρος έβλεπε μια βαθιά ενότητα ανάμεσα στον Απόστολο Παύλο και σε όλους όσοι παραμένουν πιστοί στο αποστολικό πρότυπο της αλήθειας· σε εκείνους, δηλαδή, που διδάσκουν αυθεντικά το μήνυμα και τη διδασκαλία του.
Συνοψίζοντας, η πολύπλευρη πρόσληψη και χρήση του αποστόλου Παύλου από τον Λούθηρο υπερβαίνει τα όρια μιας απλής βιβλικής ή ιστορικής ερμηνείας και εντάσσεται στον πυρήνα της θεολογικής του σκέψης.
Ο Μεταρρυθμιστής αναδεικνύει τον Παύλο ως κατεξοχήν υπόδειγμα δράσης της σωστικής χάρης του Θεού, υπογραμμίζοντας ότι τόσο η μεταστροφή όσο και η αποστολική του διακονία αποτελούν αποκλειστικό έργο της θείας ενέργειας και όχι καρπό ανθρώπινης αξίας.
Παράλληλα, αξιοποιεί συστηματικά την προ της μεταστροφής ζωή του αποστόλου ως ερμηνευτικό σχήμα για να ασκήσει δριμεία κριτική στον παπικό θεσμό, αντιπαραβάλλοντας τον προ της μεταστροφής ζήλο του Παύλου για τον Νόμο του Θεού προς αυτό που θεωρεί ανθρώπινες και αυθαίρετες επινοήσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Την ίδια στιγμή, ο Παύλος προβάλλεται ως ο κατεξοχήν απόστολος του Ευαγγελίου και ως αυθεντικός εκφραστής της χριστιανικής διδασκαλίας.
Μέσα από αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση, η μορφή του αποστόλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο της πρώτης Εκκλησίας, αλλά και ως ζωντανό θεολογικό πρότυπο, μέσω του οποίου ο Λούθηρος διατυπώνει τη διδασκαλία του περί χάριτος, μετάνοιας, δικαίωσης και αυθεντίας της Αγίας Γραφής.
Έτσι, ο Παύλος αναδεικνύεται σε κεντρικό σημείο αναφοράς της λουθηρανικής θεολογίας και σε βασικό φορέα της αντιπαράθεσης του Λουθήρου με τη Ρωμαϊκή Έδρα.




