Ο αδιαπραγμάτευτος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας

Την Β΄ Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία μας τιμά και εορτάζει λαμπρώς τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ένα Άγιο του 14ου αιώνος με οικουμενική τιμή, του οποίου η θεολογία βασίστηκε στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση.
Με τους όρους και τις έννοιες της εποχής του, ανέτρεψε τις αιρετικές δοξασίες, αμφισβητήσεις και προσβολές της χριστιανικής πίστεως, με γνώμονα τη διαχρονική αλήθεια της Εκκλησίας.
Στο παρόν κείμενο δεν θα αναφερθώ στη βιογραφία του Αγίου, την οποία πιστεύω πως όλοι την γνωρίζουμε.
Θα αναφερθώ στη θεολογία του.
Κεντρική θέση στην Παλαμική θεολογία, η οποία αποτελεί καρπό της αγιότητος, έχει η διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια του Θεού.
Τη θεολογία αυτή ανέπτυξαν, επίσης, οι Καππαδόκες Πατέρες.
Κάθε φύση έχει και την αντίστοιχη ενέργειά της.
Η άκτιστη ενέργεια έχει άκτιστη φύση, ενώ η κτιστή φύση έχει κτιστή ενέργεια.
Ο Θεός δεν παραμένει ακοινώνητος/ απρόσιτος στον άνθρωπο ούτε τον προσεγγίζει χρησιμοποιώντας κτιστά μέσα.
Ο Θεός έρχεται σε προσωπική επικοινωνία με τον άνθρωπο με τις άκτιστες ενέργειές Του.
Έτσι, ο άνθρωπος μετέχει προσωπικά στη θεία ζωή και γίνεται κατά χάριν Θεός.
Η θεολογία του Αγίου καταλήγει στην εν Χριστώ ανακαίνιση και θέωση του ανθρώπου.
Όταν αναφερόμαστε στην ενέργεια του Θεού δεν εννοούμε κάποια αόριστη δύναμη.
Η ενέργεια του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος γίνεται μεθεκτός στον άνθρωπο.
Με αυτή την ενέργεια ζούμε τον ζωντανό Θεό στη ζωή μας.
Ο της Θεσσαλονίκης Αρχιεπίσκοπος πολέμησε την αιρετική διδασκαλία του Βαρλαάμ Καλαβρού, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο χαρακτήρας της θείας ενέργειας είναι κτιστός.
Η διαφωνία τους δεν ήταν μια απλή διαμάχη.
Ήταν καθοριστική σύγκρουση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων κοσμοθεωριών σχετικά με τη φύση του Θεού, τη δυνατότητα του ανθρώπου να Τον γνωρίσει και το αληθινό νόημα της σωτηρίας «τὸν Βαρλαὰμ τὸν παράφρονα καταβαλόντα, καὶ τῆς πλάνης τὴν ὀφρὺν ἐκτεμόντα».
Στην πραγματικότητα ο Βαρλαάμ ανανέωνε τις αντιτριαδικές αιρέσεις του Αρείου, Μακεδονίου και Ευνομίου, οι οποίοι έλεγαν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα ήταν κτίσματα και στερούσαν τη δυνατότητα θεώσεως.
Αν ήταν κτίσματα, πώς θα μπορούσαν να θεώσουν τον άνθρωπο; Θα είχαν και αυτά ανάγκη της θεώσεως.
Πώς θα μπορούσαν να γίνουν όργανα σωτηρίας και αγιασμού, για τον άνθρωπο, εάν ήταν κτίσματα;
Mόνο η θεότητά Τους εξασφάλιζε τη δυνατότητα θεώσεως των ανθρώπων, όπως το διατυπώνει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Ει μη Θεός το Πνεύμα το Άγιον, θεωθήτω πρώτον και ούτω θεούτω με τον ομότιμον» (Λόγος 34,11-12).
Ο Άγιος παρατηρεί ότι όπως εκείνοι με το να υποστηρίζουν ότι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι κτίσματα κατατέμνουν και διαιρούν την τριαδική θεότητα σε κτιστά και σε άκτιστα, έτσι και ο Βαρλαάμ με τους οπαδούς του υποστηρίζοντας ότι το φως του μέλλοντος αιώνος, το οποίο θα περιλάμψει τους δικαίους, κάθε ενέργεια και δύναμη του τριαδικού Θεού είναι κτιστά πράγματα «κατατέμνουν και αυτοί δυσσεβώς εις κτιστά και άκτιστα την μίαν θεότητα» (Πρωτ. Θεοδώρου Ζήση, άρθρο με τίτλο: Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς: To αμέθεκτον και μεθεκτόν του Θεού).
Ο αιρετικός Βαρλαάμ καθώς και οι οπαδοί του κατηγορούσαν τους μοναχούς, οι οποίοι έλεγαν πως αυτοί που είναι καθαροί από τα πάθη, μπορούν στις καρδίες τους να δέχονται το φωτισμό, παρουσία του θεϊκού φωτός, όπως το φως που επεσκίασε το Θαβώρ «τὸ Θαβώριον ὄρος φωτὶ ἐσκέπετο» (Δοξαστικό Εσπερινού εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου).
Ο Άγιος Γρηγόριος απήντησε στην τοποθέτηση αυτή του Βαρλαάμ, λέγοντας πως ο φωτισμός αυτός δεν είναι η ουσία του Θεού, η οποία είναι αμέθεκτη και απρόσιτη, αλλά οι ενέργειες του Θεού, μέσω των οποίων γίνεται μεθεκτός ο Θεός.
Αυτό δίδαξε τον 4ο αιώνα και ο Μέγας Βασίλειος «αι μεν ενέργειαι τον Θεού προς ημάς καταβαίνουσι, η δε ουσία αυτού μένει απρόσιτος» (Επιστολή 234,1, PG 32,869 Α').
Αγωνίσθηκε υπέρ του Ησυχασμού και οι αγώνες του δικαιώθηκαν μέσω της συνοδικής κατοχυρώσεως 3 Ησυχαστικών Συνόδων στην Κωνσταντινούπολη (1341, 1347 και 1351 μ.Χ.).
«Τὴν ῥομφαίαν καὶ τὰ τόξα κακοδόξων τε, ὅλως συνέτριψας καὶ τὴν ὀφρὺν Βαρλαάμ, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν αἱρετικῶν ὡς ἱστόν, διεσκόρπισας, οἷά περ λίθος μέγιστος τῆς ἀράχνης Ἱεράρχα» (τροπάριο ζ’ ωδής Κανόνος του Αγίου, Κυριακή Β’ Νηστειών).
Η διδασκαλία του ανακηρύχθηκε ως επίσημο δόγμα της Εκκλησίας.
Κατέστη φωστήρας, διαλύοντας το σκοτάδι της πλάνης και βεβαιώνοντας πως το φως της Μεταμορφώσεως είναι η ίδια άκτιστη θεία ενέργεια, στην οποία καλείται ο άνθρωπος, διά της καθαρότητος του νοός, της εκκοπής των παθών, της προσευχής/του ησυχασμού και της ασκήσεως, να μετάσχει.
Διέθετε ακρότατη ταπείνωση και ανυπόκριτη «εκ καρδίας αγάπη». Βαθειά κατάνυξη, πένθος και αείρροα δάκρυα (Φιλοθέου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εις άγιον Γρηγόριον Παλαμάν, PG 151, 569 ΑΒ).
Φίλος της ησυχίας, μύστης (= βαθύς γνώστης) της νοεράς προσευχής Παρέμεινε αμετακίνητος απέναντι σε φιλοσοφικές προκλήσεις και διώξεις « τῶν δογμάτων τῆς πίστεως πρόμαχος ἀπροσμάχητος».
Πέτυχε την κάθαρση της καρδίας «ἐτήρησας νοῦν δ΄ ἡγεμόνα, κατὰ παθῶν σαρκικῶν ἀνδρικῶς ἐνστησάμενος, …. οἶκος γέγονας τῆς ἁγίας Τριάδος λαμπρότατος».
Η διατήρηση της καθαρότητας της εικόνος του Θεού, του εαυτού μας δηλαδή, είναι η πρώτη προϋπόθεση, ώστε να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει το «καθ’ ομοίωσιν».
Και πώς επιτυγχάνεται; Διά του προσωπικού αγώνος, για αποφυγή της αμαρτίας, καθώς και η συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία ασφαλώς προσφέρουν την κάθαρση από την αμαρτία.
Ο άνθρωπος δεν καλείται να νικήσει τη φύση του ή να ελευθερωθεί από αυτήν, αλλά να αντιταχθεί στην εκτροπή της, να νικήσει τα πάθη, με στόχο να επιτύχει το σκοπό της για τον οποίο εξαρχής δημιουργήθηκε «στο καθ’ όμοίωσιν», στη μέθεξη της «θείας φύσεως».
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η κυριαρχία του νου επί των παθών.
Δηλαδή, να επιτύχουμε να συμβαδίζει το θέλημά μας με το θέλημα του Θεού. «Κάθε πρωί που ξυπνάμε, πρέπει να σταυρώνουμε εδώ το κεφάλι μας και να λέμε «Κύριε δώσε μου καλούς λογισμούς, δώσε μου αγαθούς λογισμούς και φύλαξε το νου μου καθαρό για να μπορώ να έχω νουν Χριστού», έλεγε ο μακαριστός Ηγούμενος της Μονής Δοχειαρίου, Γρηγόριος.
Όπως λέει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «ο ανθρώπινος νους, αποξενωμένος από το Θεό, είναι η έρημος και το κενό όπου ο άνθρωπος τρέφεται με σκιές και ονειροπολήματα.
Αντί για το είναι ο ανθρώπινος νους αγάπησε το μη-είναι, αντί για τη ζωή αγάπησε το θάνατο και πάνω σ’ αυτόν στήριξε τον εαυτό του και κάθε ενέργειά του.
Σ’ αυτό έγκειται και η βασική πλάνη του ανθρώπινου νου και η ματαιότητά του» ((Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Οδός Θεογνωσίας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1985).
Καθαρότης και απάθεια είναι οι δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις για το «καθ᾽ ὁμοίωσιν», τις οποίες πέτυχε στο έπακρο.
Υπερασπιστής της μεθέξεως των ακτίστων ενεργειών, έσωσε το σωτηριολογικό βάθος της Ορθοδοξίας, και δίδαξε ότι η σωτηρία είναι πραγματική ένωση με τον Θεό κατά χάριν.
Η γνώση του Θεού δεν επιτυγχάνεται μέσω λογικών συλλογισμών, αλλά μέσω καθάρσεως και φωτισμού.
Η Εκκλησία του απέδωσε το επώνυμο «θαυματουργός». Και το μεγαλύτερο θαύμα του είναι η ανάδειξη της δυνατότητας της θεώσεως.
Μεγάλοι, λοιπόν, οι αγώνες του για προσωπική κάθαρση με την αδιάλειπτη προσευχή «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος», πολλές οι εμπειρίες του Ακτίστου Φωτός στη ζωή του, μάχες για την ορθόδοξη πίστη, και μέσα στο σχέδιο της Θείας Πρόνοιας ήταν και η αιχμαλωσία του από τους Οθωμανούς, κάτι που δεν φοβήθηκε.
Γιατί, αυτός που τολμά, νικά. Ανδρείος με φρόνηση, όχι δειλός και διπλωμάτης, αγωνίσθηκε, πάλεψε, νίκησε και αγιάσθηκε από το Θεό.
Για όλα τα παραπάνω, τον προβάλει η Εκκλησία εν μέσω του σταδίου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, επιβεβαιώνοντας με το παράδειγμά του πως ο αγώνας της νηστείας, της ασκήσεως και της μετάνοιας είναι ο δρόμος, ο οποίος βιωματικά οδηγεί στο Φως της Αναστάσεως.
Μερικές διδαχές του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά:
α) Ο «υπερφαής και αρχίφωτος Θεός», κατά τον άγιο Γρηγόριo τον Παλαμά, έπλασε τις λoγικές φύσεις, αγγέλους και ανθρώπους, δεκτικές του θείου φωτός και ικανές να βλέπουν το θείον φως, αφού «φως είναι την του Θεού τελειωτάτην θέαν» (Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, 1, 3, εν Γρηγορίου Παλαμά έργα, Ε.Π.Ε., Θεσσαλονίκη 1982, τόμος 2, σελ. 154).
β) η περιγραφή της θεώσεως με τον ανθρώπινο λόγο είναι αδύνατη, γιατί, «και λεγομένη άρρητος εκείνη μένει, μόνοις ενώνυμος…τοις ευμοιρηκόσιν αυτής» (Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,1,32, εκδ. Π. Χρήστου, τόμος Α΄, σελ. 664).
γ) Στην Εκκλησία του Χριστού ανήκουν όσοι ακολουθούν την αλήθεια. Όσοι δεν ακολουθούν την αλήθεια, αυτοί δεν ανήκουν στην Εκκλησία. (Περί Εκκλησίας).
δ) Χριστιανός δεν είναι αυτός που έμαθε πολλά για τον Χριστό, αλλά αυτός που έπαθε πολλά για τον Χριστό (Περί Χριστιανισμού).




