Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 13/07 13:22

averof 2

Του Σεβ. Μητροπολίτη Ναϊρόμπι και κεντρικής Κένυας κ. Μακαρίου στην Romfea.gr


Διαπρεπείς λησμονημένοι Έλληνες στον χώρο της διασποράς
(συνέχεια του άρθρου που δημοσιεύτηκε στη Ρομφαία στις 24/12/2016)

Γεώργιος Αβέρωφ (1815 – 1899) – Μέρος Α΄

Ίσως η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που αντιπροσωπεύει τόσο έντονα τη σημασία της συμβολής των αποδήμων παιδιών της στην πρόοδο και ανάπτυξή της.

Ίσως και να έχει τη μοναδικότητα αυτή να την κρατά έτσι ψηλά γιατί ελάχιστοι, ίσως και ανύπαρκτοι, από άλλες χώρες πρόσφεραν στη χώρα τους κάτι σαν αναγνώριση για την καταγωγή και την ιδέα της μνήμης για την πατρίδα.

Κι όμως η Ελλάδα που έδωσε φως αληθινό στην οικουμένη με τη γέννηση της δημοκρατίας και την ένδοξη αρχαία και νεώτερη παράδοση δίδει συνεχώς μαθήματα αξιοπρέπειας και τιμής σ’ όλους τους λαούς της γης.

Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το κλίμα γεννήθηκε και ο τομέας των εθνικών ευεργετών. Είναι καθαρά ελληνικό προϊόν. Ας δούμε τώρα τον περί ου ο λόγος στο σημερινό μας σημείωμα.

Συμπληρώνονται φέτος εκατό δεκαοχτώ χρόνια από το θάνατό του Μετσοβίτη ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ που αφιέρωσε σχεδόν όλη του τη ζωή στην υπηρεσία του ανθρώπου και που προίκισε την Ελληνική κοινωνία με έργα που τιμούν το όνομα της Ελλάδας.

Έφτασε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στη χώρα απ’ όπου σε νεαρά ηλικία άρχισε τη βιοπάλη, άσημο αμούστακο παιδί, για να φτάσει στο τέλος στο αποκορύφωμα της δόξας, ώστε πολιτεία και Εκκλησία να τον θεωρούν μεγάλο και ασυναγώνιστο προστάτη τους με τα έργα και τις πράξεις αγαθοεργίας που επιτέλεσε στο διάστημα της επί γης ζωής του για να γίνουν αργότερα σαν συμπλήρωμα της μεγάλης του συμβολής.

Στα 1837 ο νεαρός Γεώργιος αφήνει την όμορφη γη των προγόνων του και ξεκινά προς το άγνωστο για να αναδειχθεί σύντομα μεγάλος αναμορφωτής και ανακαινιστής της μεγάλης πατρίδας του Ελλάδας που όπως ο ίδιος έλεγε συχνά «πιστεύω ότι θα ίδω την Ελλάδα μεγάλην ...».

Γι’ αυτό όταν ο Θεός τον αξίωσε να φτάσει στο ζενίθ της επιτυχίας του στον τομέα των επιχειρήσεών του πρώτα σκέφτηκε την Ελλάδα και θέλησε αληθινά να την κάνει μεγάλη.

Αυτά τα έργα που κοσμούν σήμερα την Αθήνα αλλά και άλλες περιοχές της ιδιαίτερής του πατρίδας μαρτυρούν τον πόθο του και την αγάπη του να δει τον τόπο της καταγωγής του ανεπτυγμένο και καταξιωμένο.

Παρ’ όλο που την περιουσία του που ήταν ανυπολόγιστης αξίας τη δημιούργησε στα ξένα θέλησε εν τούτοις το μεγαλύτερο μέρος ίσως και όλο να διατεθεί για μεγάλα έργα ανάπτυξης στην Ελλάδα. Και ήταν ο τύπος του ανθρώπου που δεν του άρεσε η δημοσιότης.

Πίστευε πάντα πως ό,τι δίνει το κάνει για το καλό του συνόλου και δε χρειάζεται άλλη αμοιβή ή έπαινος αφού ο Θεός του τα στέλνει γι’ αυτό τον σκοπό. Πολλοί λίγοι πλούσιοι έχουν αυτή την πεποίθηση.

Απ’ εκεί στην Αλεξάνδρεια, όπου μεγαλούργησε, σκεφτόταν τα παιδιά της γης που γεννήθηκε.

Ονειρευόταν και έκανε σχέδια και οραματισμούς πώς θα μπορέσει να αξιολογήσει τους θησαυρούς της οικονομίας του για την προβολή και ανάπτυξη της Ελλάδας.

Από την Αλεξάνδρεια κατέστρωσε τα σχέδιά του και δεν άργησε να υλοποιήσει τις απόφάσεις του.

Θυμάται εκεί την εκκλησία του πολυαγαπημένου του Μετσόβου που για τελευταία φορά άναψε το κερί του στην Παναγία και προσευχήθηκε να τον βοηθήσει να προκόψει εκεί που θα πήγαινε ν’ αρχίσει τη νέα του ζωή και θα γινόταν τέλος η δεύτερή του πατρίδα.

Την εκκλησία αυτή, αργότερα, τη μεγάλωσε, την ανακαίνισε και την κόσμησε πλούσια ως έκφραση ευγνωμοσύνης προς τον Θεό που τον βοήθησε να μεγαλουργήσει εκεί που πήγε για το καλό των συνανθρώπων του και της πατρίδας του.

Δεν ξεχνούσε ποτέ ποιος ήταν και πώς ξεκίνησε.

Σε ποια κατάσταση βρισκόταν η οικογένειά του και εκείνος όταν έφευγε για ένα καλύτερο μέλλον.

Δούλεψε σκληρά, δεν ήταν κανένας απατεώνας και ό,τι απόκτησε το κέρδισε με τον τίμιο ιδρώτα του.

Τα παιδιά λοιπόν ήταν η αδυναμία του.

Γι’ αυτό και όλα του τα έργα είχαν σχέση με τη μόρφωση των νέων: υποτροφίες στους νέους του Μετσόβου για ανώτερες σπουδές, σχολεία κατάλληλα για τη μόρφωσή τους στην περιοχή να εξοπλίζονται τέλεια ώστε να μπορούν να φοιτήσουν άνετα στα ανώτερα εκπαιδευτήρια του τόπου του.

Η Αθήνα τότε ήταν φτωχή πόλη.

Στην περιοχή τη δική του στο Μέτσοβο δεν περιορίστηκε μόνο στα έργα για την εκπαίδευση των ελληνοπαίδων.

Έκανε δρόμους, πλατείες, σχολεία, υδραγωγεία, φαρμακεία κτλ.

Το ίδιο προίκισε και την Αθήνα.

Ναι, η Αθήνα ήταν μικρή και φτωχή. Αλλά είχε λαμπρή ιστορία. Κάποτε στην αρχαιότητα κρατούσε τα πρωτεία στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών. Ήταν μεγάλη πολιτιστική πρωτεύουσα.

Αυτή λοιπόν την Αθήνα ονειρευόταν να ξαναδημιουργήσει μόνος του με την πίστη και τον ενθουσιασμό και τον ζήλο του.

Ήταν η αγαπημένη του πατρίδα, η χώρα που τον γέννησε. Ήταν λάτρης της ιστορικής και ένδοξης παράδοσης του παρελθόντος.

Στολίζει σε σύντομο χρονικό διάστημα την Αθήνα με μεγαλόπρεπα κτίρια, το Μετσόβιο Πολυτεχνείο, τη Σχολή Ευελπίδων, το Ωδείο, το Παναθηναϊκό στάδιο, τους ανδριάντες του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ και του Ρήγα Φεραίου και τόσα άλλα.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ» που έγραψε λαμπρές σελίδες για το Έθνος μας στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου πολέμολυ ναυπηγήθηκε με έξοδα του Γ. Αβέρωφ. Ας αφήσουμε για λίγο την ίδια τη γραφίδα του Αβέρωφ να μας μιλήσει για τα προσωπικά του αισθήματα για μερικά από τα έργα του.

Γράφει χαρακτηριστικά στον Πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών όταν αποφάσισε να δημιουργήσει στα προπύλαια του Πανεπιστημίου τον «Ανδριάντα του Γρηγορίου του Ε’» ...

Ο κλήρος έφερνε πάντα την ελπίδα της εθνικής ανάστασης, αυτός εμψύχωνε και δυνάμωνε με τη θρησκεία το ναρκωμένο σώμα του έθνους μας.

Πρέπει να τον τιμάμε. Κανείς άλλος δεν μπορεί να τον εκπροσωπήσει στη θυσία και στην αυταπάρνηση καλύτερα απ’ τον Πατριάρχη Γρηγόριο.

Εύχομαι, λοιπόν, να βρεθεί μια κατάλληλη θέση, μπροστά στο Πανεπιστήμιο, για να στηθεί ο ανδριάντας του.

Κι έτσι, καθώς θα μπαίνουν οι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο, να εμπνέονται απ’ το παράδειγμα του μεγάλου ιεράρχη, για να παραδώσουν στις επόμενες γενιές μεγαλύτερη και πιο ένδοξη την πατρίδα μας ...

Η σεβαστή Σύγκλητος, ας σκεφθεί τη γνώμη μου και ας απόφασίσει να φτιάξει τον ανδριάντα κι ευχαρίστως αναλαμβάνω τα έξοδα ...».

averof 3

Τότε το 1894 γινόταν έντονη συζήτηση για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα.

Για την πραγματοποίησή τους όμως απαιτούντο πολλά χρήματα. Πρόεδρος της επιτροπής των αγώνων ορίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος ο οποίος έστειλε επί τούτου παράκληση στον Αβέρωφ για τη χρηματοδότηση των αγώνων από τους Έλληνες της Αιγύπτου.

Κι ο Αβέρωφ δεν άργησε ν’ απαντήσει με την εξής φράση: «Ειπέτε εις την Α. Υψηλότητα ότι ο Γεώργιος Αβέρωφ αναλαμβάνει εξ ιδίων να προσφέρει όσα χρήματα απαιτούνται διά τας προπαρασκευάς των αγώνων ...».

Αυτή είναι η αληθινή ιστορία της διεξαγωγής της πρώτης Ολυμπιάδας στην Αθήνα τον περασμένο αιώνα. Χάρις στη μεγάλη γενναιοδωρία του Αβέρωφ πραγματοποιήθηκαν οι αγώνες...

Ακόμα όταν ετοιμαζόταν το κτίσιμο του Πολυτεχνείου εκείνος προσωπικά διεξήγαγε όλη την ανάλογη αλληλογραφία και έδιδε τις προσωπικές του απόψεις για την καλύτερη επιτυχία του έργου.

Έγραφε λοιπόν από την Αλεξάνδρεια το 1873 προς τον Διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Μ. Ρενιέρη, «... Δεν εννοώ να εκτελεσθή το έργο δι’ επιστασίας διότι ουδεμία βεβαιότης υπάρχει περί της καθ’ όλα ακριβούς εφαρμογής του προϋπολογισμού.

Ανάγκη λοιπόν να εκτεθή εις μειοδοσίαν είτε εν συνόλω είτε κατ’ είδος εργασίας, όπερ ορθότερον.

Επιτροπή κατάλληλος, ης μέλη θ’ αποτελείται, εκτός άλλων αρμοδίων προσώπων, Υμείς τε και ο ανεψιός μου κος Μιχαήλ Αβέρωφ καθώς και ο κος Ε. Ρηγάδης, όστις θέλει ενεργήσει τας μειοδοσίας ταύτας, καθ’ όν τρόπον εξεύρη ως επωφελέστερον και απομακρύνοντα πάσαν υπόνοιαν κακοήθων συνεννοήσεων και καταχρήσεων, επίφυλαττομένης εις εμέ της οριστικής εγκρίσεως και κατακυρώσεως των αποτελεσμάτωνβ.

Εγκρίνων δ’ εγώ τ’ αποτελέσματα των μειοδοσιών θέλω φροντίσει ταυτοχρόνως και περί της χορηγίας των προς εκτέλεσιν των έργων χρημάτων.

Εις την Επιτροπήν ταύτης απόκειται να λάβη όλας τας δυνατάς προφυλάξεις και εγγυήσεις περί της ακριβούς εκτελέσεως των έργων υπό των αναδειχθησομένων εργολάβων, να συνάψει μετ’ αυτών τ’ απαιτούμενα συμφωνητικά, να επιτηρήσει εις την εκπλήρωσιν αυτών ως προς τε την εκλογήν του υλικού και ως προς την εργασίαν και εν γένει να προνοήση μετ’ αυστηρότητος περί πάντων.

Αναπτύξας διά ζώσης τας περί τούτου ιδέας μου εις τον ήδη αυτόθι ερχόμενον ανεψιόν μου κον Μιχαήλ Αβέρωφ θεωρώ περιττήν πάσαν περαιτέρω εξήγησιν, παρακαλώ δε να συνεννοήσθε πάντοτε μετ’ αυτού, ως προς την υπόθεσιν ταύτην, όχι μόνον ως μέλους της Επιτροπής αλλά και ως γινώσκοντος καλώς τας ιδέας μου.

Ωφελούμαι δε της παρούσης ευκαιρίας ίνα συστήσω αυτόν εις την εύνοιάν σας....».

Με τον τρόπο αυτό με τις ενέργειές του και τις ανυπολόγιστες υπηρεσίες του που προσέφερε προς το Έθνος ο Γ. Αβέρωφ δίκαια δύναται να χαρακτηρισθεί ο κατ’ εξοχήν εθνικός μας ευεργέτης. Την κολοσσιαία περιουσία του πρόσφερε προς το Γένος των Ελλήνων.

Και όλη αυτή του την περιουσία τη δημιούργησε με τον τίμιό του ιδρώτα, τον μόχθο του.

Στις 27 Απριλίου 1908 μεταφερθήκανε τα λείψανα του Γ. Αβέρωφ στην Αθήνα και έτσι η Αττική γη, η πεφιλημένη, δέχθηκε εκείνον ο οποίος τόσα έπραξε για την ελεύθερη πατρίδα του που την ήθελε πάντα μεγαλουργούσα και ανθούσα.

Τότε έγιναν ειδικές τελετές γι’ αυτό το γεγονός και τιμήθηκε η μνήμη εκείνου του μεγάλου εθνικού ευεργέτη.

Κλείοντας το σημείωμα αυτό για τον Γ. Αβέρωφ παραθέτω απόσπασμα από τον λόγο του Σπ. Π. Λάμπρου που εξεφωνήθη εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης, της Επιτροπής των Ολυμπιακών αγώνων και όλων των υπ’ αυτούς ευεργετηθέντων ιδρυμάτων.

Είπε λοιπόν ανάμεσα στ’ άλλα ο Σπ. Λάμπρου.

«.... Από της Μαρεώτιδος μέχρι δρυμώνων της πατρίου Ηπείρου και από του Ισισσού μέχρι του Πηνειού επεδαψιλεύθησαν αι μεγαλοδωρίαι αυτού οιονεί μαρμάρινοι σελίδες ευρυτάτου πατριωτικού προγράμματος ... Ιδού το μέγα πρόγραμμα του Αβέρωφ το εκδηλούμενον διά των δωρεών και κληροδοτημάτων, δι’ ων επεζήτησε την ανόρθωσιν του έθνους διά της εμπορίας και γεωργίας, των γραμμάτων και των καλών τεχνών, της ευνομίας και της παρασκευής των στρατιωτικών δυνάμεων του ελληνισμού...Αι Αθήναι εγκολπούνται νεκρόν τον νυμφίον ον δεν ηυτύχησαν να πέριβάλωσι ζώντα διά της στοργής της πόλεως και του γένους.

Το σκάφος το κομίσαν τον πολύτιμον νεκρόν από της Αιγύπτου εις την γην των Αθηνών μας ενθυμίζει την αρχαίαν εκείνην αθηναϊκήν ναυαρχίδα, ήτις, φέρουσα νεκρόν τον Κίμωνα, εξηκολούθει ηγουμένη του στόλου του μαχομένου προς τους βαρβάρους. Και, ως οι Αθηναίοι υπό την στρατηγίαν του νικηφόρου νεκρού ενίκων ναυμαχούντες και πεζομαχούντες εν τη Σαλαμίνι της Κύπρου, ούτως ο «Μιαούλης» μετήγαγεν εις τας Αθήνας Εκείνον, όστις και νεκρός εξακολουθεί αντιπροσωπεύων την ελληνικήν νίκην, τον θρίαμβον της ελληνικής φιλοπατρίας ...».

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ

Είχα ήδη συντάξει τα προηγηθέντα όταν συνεχίζοντας τις έρευνές μου για τον Γ. Αβέρωφ έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Γ. Β. Τσοκόπουλου «Αιγυπτιακαί Αναμνήσεις – Μέρος Α’ – Η Ελληνική Αλεξάνδρεια – Εν Αθήναις 1896, σελ. 21 και εξ.

Επειδή το κείμενο αυτό είναι δυσεύρετο θεώρησα χρήσιμο να παραθέσω μέρος των σκέψεων του συγγραφέα σαν συμπλήρωμα. «... Το όνομα του μεγάλου Ηπειρώτου δεν έχει ισόπαλον εν τη δημοτικότητι.

Εις τους δρόμους των Αθηνών, ο έχων όρεξιν να παρατηρή τας επιγραφάς, θα ίδη κάθε είδους καταστήματα, από καφενεία έως ξενοδοχεία και από συμβολαιογραφεία έως πατσατζίδικα, τιμώμενα επ’ ονόματι του Αβέρωφ, και θα καπνίσει σιγάρα φέροντα την εικόνα του, και θα γράψει με μολυβδίδας φερούσας χαραγμένον το όνομά του, αδύνατον δε να εισέλθει εις οικίαν, εις την οποίαν παρά την εικόνα του Αγίου Νικολάου και του Διαδόχου Κωνσταντίνου να μην υπάρχει και η εικών του Αβέρωφ.

Το είδος αυτό της λατρείας, υπερβολικόν όπως κάθε ελληνικόν και ιδίως αθηναϊκόν αίσθημα, θα έμενε αδικαιολόγητον, προκειμένου περί παντός άλλου πλην του Αβέρωφ.

Ο γενναίος όμως Ηπειρώτης κατέστη άξιος όλου αυτού του θαυμασμού και της λατρείας, όχι μόνον διά την γενναίαν, αλλά την σκόπιμον διάθεσιν του πλούτου του.

Εις την κεφαλήν του Αβέρωφ έχει αποκρυσταλλωθεί πλέον η ιδέα της επικρατήσεως του Ελληνισμού επί των άλλων φυλών της χερσονήσου του Αίμου. Αλλά πώς εννοεί να στερεώσει την επικράτησιν αυτήν, το επέδειξεν ήδη πολυτρόπως.

Κάποτε επί τη εορτή του, το συμβούλιον ενός σωματείου παρουσιάσθη προς αυτόν και επειδή τότε εγένετο λόγος περί αγοράς εκ μέρους της ελληνικής παροικίας της Αιγύπτου ενός θωρηκτού, εις εκ των συμβούλων έφερε τον λόγον και επί του ζητήματος αυτού.

- Από σας, κύριε πρόεδρε, πέριμένομεν την μεγαλυτέραν προσφοράν.

- Να μην την περιμένετε, απήντησεν ο Αβέρωφ.

- Μπα ... Αλλά διατί;

- Εγώ δεν δίνω λεπτά για καράβια και για πολέμους. Σχολεία θέλετε; Έτοιμος.

Πριν κάμετε στρατιώτες κάμετε δασκάλους και παπάδες.

Και μετά την ψυχρολουσίαν αυτήν ο Αβέρωφ απέστειλε γενναίον ποσόν διά κάποιον εθνικόν κίνημα, τότε παρασκευαζόμενον ...

Δικαιολογημένη λοιπόν η λατρεία δι’ ης περιβάλλει τον Αβέρωφ ο εν Αιγύπτω Ελληνισμός και δίκαιος ο ενθουσιασμός με τον οποίον πανηγυρίζει την εορτήν του κατά την 23 Απριλίου ότε η Αλεξάνδρεια κυριολεκτικώς καίεται.

Ο αγαθός πρεσβύτης υποδέχεται πάντα ταύτα εν συγκινήσει και μετά δακρύων απαντά εις τας πανταχόθεν απευθυνομένας αυτώ ενδείξεις του σεβασμού...».averof 1

Γεώργιος Αβέρωφ – (Μέρος Β΄)

Στις 15 Ιουλίου συμπληρώνονται 118 χρόνια από τον θάνατο του Μεγάλου Εθνικού Ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ, ενός των αξιωτέρων τέκνων της Ηπειρωτικής Ελλάδας και του καθ’όλου Ελληνισμού.

Με την ευκαιρία λοιπόν της επετείου αυτής διοργανώθηκαν το 2000 πανηγυρικοί εορτασμοί τόσο στην Αίγυπτο όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, όπου δημιούργησε με τον τίμιο ιδρώτα του και τους κόπους του την τεράστια περιουσία του όπου και απέθανε, όσο και στην Ελλάδα όπου δέχθηκε τα τίμια λείψανά του αργότερα αλλά και που προίκισε με διάφορους τρόπους την ιδιαίτερή του πατρίδα.

Η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Αβερωφείου Σχολής Αλεξανδρείας, εξέδωσαν ένα καλαίσθητο τόμο αφιέρωμα στον Γεώργιο Αβέρωφ – Αφιέρωμα μνήμης για τα 100 χρόνια από τη θανή του.

Στον πολύτιμο αυτό τόμο δημοσιεύονται ανάμεσα στ’ άλλα και ποιήματα που έγραψαν διάφοροι για την προσφορά του και τη μεγάλη συμβολή του στην προαγωγή και ανάπτυξη μεγάλων έργων πολιτιστικών και άλλων.

Σαν μικρή συμβολή στη ζωή και το έργο του Γ. Αβέρωφ ο χαράσσων τις γραμμές αυτές δημοσίευσε ένα μακροσκελές κείμενο για τον Γ. Αβέρωφ και που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις των Αθηνών.

Στο κείμενο εκείνο σαν επίμεκτρο δημοσιεύτηκε ένα χαριτωμένο απόσπασμα από το έργο του Γ. Β. Τσοκόπουλου, Αιγυπτιακαί Αναμνήσεις, Αθήναι 1896, σελ. 21 και εξής.

Το μικρό εκείνο κείμενο κατέληγε ως εξής: «... Δικαιολογημένη λοιπόν η λατρεία δι’ ης περιβάλλει τον Αβέρωφ ο εν Αιγύπτω Ελληνισμός κατά την εορτήν του την 23 Απριλίου.

Τότε η Αλεξάνδρεια κυριολεκτικώς καίεται. Ο αγαθός πρεσβύτης υποδέχεται πάντα ταύτα εν συγκινήσει και μετά δακρύων απαντά εις τας πανταχόθεν απευθυνόμενος αυτώ ενδείξεις του σεβασμού ...».

Οι Ολυμπιακοί

Φαίνεται ότι την εποχή εκείνη λόγω της μεγάλης προσφοράς και γενναιοδωρίας του Γεωργίου Αβέρωφ για την τέλεση των Ολυμπριακών Αγώνων στην Αθήνα – την αναβίωση βασικά των αγώνων από την αρχαιότητα – πολλοί θέλησαν να εξυμνήσουν τον ρόλο του και τη συμβολή του στην τελική πραγματοποίησή τους, αφού όπως γνωρίζουμε υπήρχαν και αντιδράσεις όπως εκείνη του τότε πρωθυπουργού και άλλων οι οποίοι δεν ήθελαν λόγω του περιορισμένου χρόνου που υπήρχε για την οργάνωσή τους.

Ένας λοιπόν απ’ αυτούς ήταν και ο Θεόδουλος Φ. Κωνσταντινίδης, Διευθυντής ομωνύμου εν Αλεξανδρεία Λυκείου, που εξέδωσε εν Αθήναις 1896, «Γεώργιος Αβέρωφ – Βιογραφία αυτού εν τρισί γλώσσαις Ελληνική, Γαλλική και Αγγλική» μετά φωτογραφίας.

Στη σπανιώτατη αυτή έκδοση και εν πολλοίς λησμονημένη, ο συγγραφέας επισημαίνει τα εξής αξιόλογα ανάμεσα στ’ άλλα που γράφει: «... Ναι! η αληθής του βιογραφουμένου θεότης υπήρξεν εν παντί τω βίω ο πατριωτισμός, εξ ου ήντλησεν ό,τι καλόν, ό,τι γενναίον, εις τον δημόσιον χαρακτήρα του και όστις του εχρησίμευσεν ως βάσις της αυταπαρνήσεως αυτού, της υποταγής του ανθρώπου εις τον πολίτην, εις τον αληθή πατριώτην.

Δεν οιστρηλατείται ούτος υπό ακαίρου ενθουσιασμού, αλλά διαφλέγεται υπό ασβέστου, θείου, εκλάμπρου πυρός, του πυρός της προς την πατρίδα αγάπης.

Λογίζεται ευτυχής ο ανήρ μόνον, διότι την ευτυχίαν ανευρίσκει εν τη λατρεία υψηλού τινος, θείου, ιερού, «της Πατρίδος». Υπάρχει τι μέγα, όπερ εμπνέει θυμηδίας τον πολιόν γέροντα, όπερ τον συγκινεί, τον ενθουσιάζει, τον αναρπάζει σύσσωμον, «η Πατρίς».

Αυτή μετά τον Θεόν υπήρξε το είδωλον της λατρείας του, αυτή ο φωτοβόλος αστήρ ο ποδηγετήσας αυτόν κατά τας ποικίλας της βιωτικής πάλης φάσεις, και προ του ιερού αυτής βωμού κλίνει το γόνυ ο Μέγας Πατριώτης σπένδων προθύμως τα πάντα ...

Ναί! ούτος είναι ο περιφανής πατριώτης, ούτινος ο κρότος των μεγαλοψύχων αγώνων, αι ένδοξοι υπέρ του Έθνους θυσίαι ου μόνον νυν ζώσι και λάμπουσιν ως καλλίφλογες πυρσοί, αλλά και εν τω μέλλοντι θέλουσι ζη και λάμπη εν όσω υπάρχει μνήμη μεταξύ των ανθρώπων ...».

Ο Γαλλοκύπριος ποιητής

Ο Γαλλοκύπριος ποιητής Γουσταύος Λαφφών (1835-1906) ήταν γυιος του γνωστού ιατρού Αδόλφου Λαφφών που διετέλεσε προσωπικός ιατρός του Μωχάμετ Άλη («Η συγκινητική ιστορία του Μωχάμετ Άλη και οι σχέσεις του με τον ελληνισμό της Αιγύπτου» – Το ίδιο στην αγγλική γλώσσα – προσεχή δημοσίευση από τον γράφοντα).

Η σχέση αυτή του πατέρα του με την Αίγυπτο τον έφερε σε άμεση επαφή με τον Ελληνισμό της Αιγύπτου.

Γι’ αυτό τον λόγο ίσως το 1896 παρουσίασε την πρώτη του ποιητική συλλογή στο Ελληνικό Αλεξανδρινό κοινό. Η συλλογή αυτή έφερε την ονομασία «Τα τραγούδια μου» και ήταν αφιερωμένη «εις τας Ελληνίδας της Αλεξανδρείας».

Η τελετή έγινε στην αίθουσα του Συλλόγου Αθήναιον και η παρουσίαση του τόμου από τον Γ. Γούιο.

Όταν εξέδωκε τα Άπαντα του Λαφφών στη Λευκωσία το 1915, ο Ριχάρδος Βαρζίλης στις σελ. 113-114 δημοσιεύει και το περίφημό του ποίημα αφιερωμένο στον Γ. Αβέρωφ ως εξής:

«Τόσα πολλά εγράψανε και είπανε για σένα,
Που τίποτε δεν άφησαν οι άλλοι και για μένα.
Με τόση δόξα σήμερα στολίζει τονομά σου,
Τόσα λουλούδια αθάνατα σκορπούν τα βήματά σου,
Που μόνος ένας Πίνδαρος, εάν εζούσε ακόμα,
θα ημπορούσε μ’ άξιο να σε υμνήση στόμα.
Μονάχα ένας Πίνδαρος, Γεώργιε, σου λείπει
Αλλά μη τύχη και γι’ αυτό νοιώσ’ η ψυχή σου λύπη,
Όλα τα πήρες, τ’ άρπαξες απ’ του καιρού το χέρι,
Σ’ αποσβημένο έδωσες καιρούργιο φως αστέρι,
Και έκαμες μιαν εποχή πούταν σαβανωμένη,
Από το μνήμα της να βγη σαν πριν ανδρειωμένη.
Εις την Ελλάδα χάρισες βασιλικήν χλαμίδα
Κι έχυσες στα στήθη της ηρωισμού ελπίδα.
Μα στο κεφάλι σούβαλε το χέρι της κ’ εκείνη
Και από τώρα αθάνατος δόξης ακτίνες χύνει.
Άφες λοιπόν τον Πίνδαρον, για να παρηγορούνται
Εκείνοι που στον τάφον τους ύπνον βαθύν κοιμούνται
Στων νικησάντων άφες τον, στις ορφαναίς και χήραις,
Να μη φθονήσουν έξαφνα πως όλα τους τα πήρες
Η Μνημοσύνη άνοιξε για σένα τον ανόν της
Και ζωντανός εκάθησες για πάντα στο πλευρό της
Τα μαρμαρένια αγάλματα, όπου σου στήνουν τώρα,
Ίσως ο χρόνος ο σκληρός θα φθείρη καμιά ώρα
Μα η Ελλάς ενόσω ζη και ζουν και τα παιδιά της,
Με το δικό σου κολλητά θα γράφη τονομά της.
«Αβέρωφ ονομάζετο» θα λέγη στο καθένα
Και ‘κείνα θα προσεύχονται με μάτια δακρυσμένα.
Ελλάς! αν είχες εκατόν παιδιά ωσάν και τούτον,
Που ν’ αγαπούν μόνον για σε την δόξαν και τον πλούτον,
Ο κόσμος όλος ήθελεν ως πριν να σε φθονή,
Στο μέτωπό του θάλαμπε βασιλικό στεφάνι...
Αυτό αν είναι όνειρο, γλυκειά αν είναι πλάνη,
Είθε αυτό το όνειρο αλήθεια να γενή».

Αυτός λοιπόν ο Εθνικός της Ελλάδας ευεργετης συγκίνησε και συγκινεί μέχρι σήμερα εκατό χρόνια από το θάνατό του το Πανελλήνιο για την αγάπη του προς κάθε τι το Ελληνικό, το εθνικό, το μεγάλο που τιμά το όνομα της Ελλάδας.

Θα παραμένει πάντοτε το πέρασμά του και η προσφορά του φωτεινό ορόσημο για τις επερχόμενες γενεές, για τους νεώτερους οι οποίοι θα τον τιμούν και θα τον γεραίρουν.

Από τον τάφο του ακούεται η φωνή του, ενός Έλληνα πατριώτη που τίμησε την Ελλάδα στον χώρο της Διασποράς με τα επίκαιρα αυτά ίδια λόγια του: «Εγώ νομίζω ότι τώρα, με τον έλεγχον και τον συμβιβασμόν θα διορθωθή ο τόπος οικονομικώς, αλλά διοικητικώς τι θα γίνει.

Δεν θα μείνετε οι ίδιοι αν όχι χειρότεροι;

Κάθε Κυβέρνησις νέα έχει και τους ανθρώπόυς της τους φανατικούς, φέρει αυτούς όταν έλθη εις τα πράγματα δι’ ολίγους μήνας και όταν πέση, πέφτουν και αυτοί κι έρχονται οι αντίθετοι, έτσι δε φθάσατε εκεί που φθάσατε.

Θα διορθωθήτε ... ο κόσμος ο απλοϊκός εργάζεται και φρόνιμος είναι και οικονόμος είναι. Μα οι αρχηγοί του, που τον χαλούν με τας ψήφους ...

Διορθωθήτε διοικητικώς ιδίως και αλλάξατε δρόμον, διότι τ’ άλλα μικρά κράτη θεριεύουν και το ιδικόν μας δεν ευρίσκεται εις καλό σημείον.

Εργασθήτε όλοι και θα έλθη ημέρα καλή διά τον Ελληνισμόν ...».

(συνεχίζεται ...)


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

• Πορτρέτο του Γεωργίου Αβέρωφ

• Μαυσωλείο του Γεωργίου Αβέρωφ στην Αθήνα

• Μια ιστορική φωτογραφία – σε ανύποπτο χρόνο - κάτω από τον ανδριάντα του Γεωργίου Αβέρωφ στην Αλεξάνδρεια ο τότε Διευθυντής της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης Θεόδωρος Μοσχονάς με τον τότε λαϊκό Ανδρέα Τηλλυρίδη το έτος 1975

Εμφανίσεις: 305308
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: