Η γλώσσα της λατρείας μας

Του Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη στην Romfea.gr
Οἱ Προφῆτες κήρυτταν σέ γλώσσα κατανοητή. Τό ἴδιο καί ὁ Χριστός. Κήρυττε στά ἀραμαϊκά, πού «εἶχαν ξεπέσει σέ γλώσσα τῶν ἐπαρχιωτῶν καί τῶν φτωχῶν» (Discover & Science, Φεβρουάριος 2006, σελ.91).
Ποιός ὁ λόγος νά μιλοῦσε στό λαό, ἄν ὁ λαός δέν Τόν καταλάβαινε; Οἱ Εὐαγγελιστές ἔγραψαν τά Εὐαγγέλια στήν τότε «χονδρή» δημοτική. «Γλώσσα τῶν βαρκάρηδων» ἔλεγε τή γλώσσα τῶν Εὐαγγελίων ὁ πολέμιος τοῦ χριστιανισμοῦ Κέλσος (2ος μ.Χ. αἰ.).
Ἡ μετάφραση «τῶν ἑβδομήκοντα» τῆς Παλαιάς Διαθήκης (Π.Δ.) ἔγινε σέ γλώσσα, πού προκαλοῦσε «ἀλλεργία» στούς διανοουμένους τῆς ἐποχῆς. Γιά τόν ἴδιο λόγο: Γιά νά κατανοεῖται (ἡ Π.Δ.) ὅσο τό δυνατόν πιό εὔκολα ἀπό τόν λαό.
Τώρα τά ἱερά κείμενα δέν εἶναι πιά κατανοητά ἀπό τό λαό. Πόσοι καταλαβαίνουν τά «ἀναγνώσματα» τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν;
Πόσοι καταλαβαίνουν τόν «Ἀπόστολο»; Οἱ περισσότεροι καταλαβαίνουν ἄλλα ἀντ' ἄλλων. Τό «ὁ Υἱός ὁ Μονογενής» μιά ὁμάδα μαθητῶν Γυμνασίου, τό ἑρμήνευσε ὡς «τό μικρόβιο τῆς ὁμογένειας».
Ἀσφαλῶς τά ἱερά κείμενα (καθώς καί οἱ εὐχές τῶν Ἀκολουθιῶν) θά πρέπει νά διαβάζονται στήν αὐθεντική τους γλώσσα, γιατί ἡ μετάφραση εἶναι πάντοτε μετάφραση.
Ὅταν, ὅμως οἱ πιστοί δέν καταλαβαίνουν τήν αὐθεντική τους γλώσσα, ποιός ὁ λόγος νά διαβάζονται σέ γλώσσα ἀκατονόητη; Εἶναι σάν νά καῖμε ἕνα καταπράσινο δάσος, πού χαρίζει ὀξυγόνο, γιά νά δεσπόζει ἕνα ἀρχαιολογικό μνημεῖο, πού εἶναι κρυμμένο μέσα στό δάσος. Βέβαια, τό μνημεῖο αὐτό καλό εἶναι νά ὑπάρχει, ὄχι ὅμως εἰς βάρος ἄλλων πολυτίμων ἀγαθῶν. (Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι «ἀρχαιολογικό μουσεῖο», ἀλλά «ἐργαστήρι» σωτηρίας).
«Τό Σάββατο διά τόν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διά τό Σάββατον.» (Μκ. 2: 27), εἶπε ὁ Χριστός στούς φαρισαίους, πού εἶχαν παρερμηνεύσει τόν ρόλο καί τήν ἀποστολή τῶν «τύπων»· ἔκαναν τόν «τύπο», δόγμα ἀδιαπραγμάτευτο.
Λοιπόν; Ὥς Ποιμένες, μᾶς ἀπασχολεῖ τό γεγονός, πώς ἡ συντριπτική πλειοψηφία τοῦ ποιμνίου μας, δέν κατανοεῖ τά λόγια τοῦ Θεοῦ;
«Γιατί, ὅταν πᾶμε νά κοινωνήσουμε, ἐπικαλούμαστε τόν Ἅγιο Χαραλάμπη;», μέ ρώτησε μιά κυρία. «Πότε γίνεται αὐτό», τή ρώτησα. «Νά, λίγο πρίν κοινωσήσουμε;».
Τί ἐννοοῦσε; Ἄκουγε τό τροπάριο «τοῦ Δείπνου Σου τοῦ Μυστικοῦ (...) κοινωνόν με παράλαβε», καί «τό παράλαβε», τό «ἔπιανε» ὡς «Χαράλαμπε», γιατί στό χωριό της εἶχε ἐκκλησία, πού ἦταν ἀφιερωμενη στόν Ἅγιο Χαράλαμπο!).
Ἄν μᾶς ἀπασχολεῖ αὐτό τό θέμα, τί κάνουμε γιά νά τό ἐπιλύσουμε; Ἄν δέν μᾶς ἀπασχολεῖ, γιατί δέν μᾶς ἀπασχολεῖ; Μήπως ἐπειδή δέν χολοσκᾶμε γιά τήν σωτηρία τοῦ λαοῦ, ἀλλά γιά ἄλλα πράγματα;
Ἤ μήπως θεωροῦμε τό θέμα δευτερεῦον; Μά εἶναι δευτερεῦον ἡ κατανόηση τῶν λόγων τοῦ Κυρίου; Θά ποῦν μερικοί « τά καταλαβαίνει ὁ σατανᾶς, καί φεύγει ἀπό κοντά». Ναί, ἀλλά ὁ σατανᾶς καταλαβαίνει καί κινέζικα...!.
Ὑπάρχει βέβαια καί ὁ γνωστός «ἀντίλογος» πώς, ἄν τά ἀναγνώσματα εἰπωθοῦν σέ γλώσσα κατανοητή, τότε χάνεται ἡ μυσταγωγία τῆς λατρείας. Μά ὑπάρχει σήμερα μυσταγωγία στή λατρεία, μέ τόν τρόπο πού γίνεται, ἰδιαίτερα στίς ἐνορίες;
Ἔχουμε μυσταγωγία, ὅταν ἀντί γιά «φῶς ἱλαρόν» ἔχουμε «ἄγριο» φῶς, ἀπό τούς πολλούς καί ἐκτυφλωτικούς πολυελαίους, ἀπό τά πολλά καί χωρίς νόημα (ἠλεκτρικά) φῶτα; Ἔχουμε μυσταγωγία, ὅταν ἀντί νά ὑμνεῖται ὁ Θεός μέ «φωναῖς ὁσίαις», ὑμνεῖται μέ «φωναῖς ἀτάκταις»; Ὅταν τά μεγάφωνα ξεκουφαίνουν τό ἐκκλησίασμα, «θάβοντας» τό μεγαλεῖο τῆς λατρείας;
Τότε εἶναι πού δέν καταλαβαίνεις σέ ποιά γλώσσα λέγεται ἡ λατρεία! «Ἔχουμε πρόβλημα· δέν βρίσκουμε μιά ἥσυχη ἐκκλησία· μᾶς ξεκουφαίνουν τά μικρόφωνα», μοῦ ἔλεγε ἐν ἄκρᾳ ἀγανακτήσει ἕνας ἀθηναῖος.
Εἶναι πρός αἰσχύνη μας, ὅταν τό ἐκκλησίασμα μᾶς λέει μέ ἀνακούφιση καί μέ χαρά: «Σήμερα, πού εἴχαμε διακοπή ρεύματος, ἀπολαύσαμε (!) τή Λειτουργία....!». Εἶναι ἐπίσης πρός αἰσχύνη μας, ὅταν ὡς Ποιμένες δέν κάνουμε τά πάντα, προκειμένου νά λατρεύεται ἐν εὐλαβείᾳ καί ἐν κατανύξει ὁ Κύριος καί Θεός μας.
Λοιπόν; Ἔχουμε μυσταγωγία, ὅταν στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θυσιαστηρίου μέ τήν ἴδια «συστολή» πού στεκόμαστε μπροστά καί σ' ἕνα τραπεζάκι, πού πίνουμε τόν καφέ μας;
Εἶναι σεβασμός πρός τό Μυστήριο, ὅταν, ἐνῶ ἔχουμε μπροστά μας τήν Ἁγία Τράπεζα (πού ἐγκαινιάζεται μόνο καί μόνο γιά νά λειτουργοῦμε!), τήν καταφρονοῦμε, καί λειτουργοῦμε σ' ἕνα τραπεζάκι; Εἶναι σεβασμός πρός τό Μυστήριο, ὅταν μόνο οἱ λειτουργοῦντες Ἱερεῖς, καί μόνο αὐτοί, ἔχουν τό «δικαίωμα» νά ἀτενίζουν «αὐτοψεί τό Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς», (Εὐχή Εὐχελαίου), καί ἐμεῖς τό προσφέρουμε πρός θέα τοῖς πᾶσιν, τάχα γιά μυσταγωγία;! (Ἔλεος...!).
Καί ὅμως τό μόνο πού μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπό τή λατρεία , εἶναι ἡ διαφύλαξη τῆς (ἀκατανόητης) γλώσσας της, ἐνῶ ὅλα τά ἄλλα («τά βαρύτερα τοῦ νόμου» ) εἶναι στήν ἐντέλεια...!
Μιμούμαστε στήν τελειότητα τούς φαρισαίους, πού στράγγιζαν τό νερό, γιά νά εἶναι σίγουροι, πώς δέν θα καταπιούν κάποιο κουνουπάκι, ἀλλά παράλληλα κατάπιναν ὁλόκληρη καμήλα! (Μτ. 23:24).
Ἡ συνέχεια: Ὅταν βλέπουμε στό θέατρο ἕνα ἔργο, ἀπαιτοῦμε ἀπόλυτη ἡσυχία· δέν ἀνεχόμαστε τόν παραμικρό θόρυβο· οὔτε τό βήξιμο τοῦ διπλανοῦ μας. (Στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, ἡ ἀπόλυτη σιγή, ἦταν προϋπόθεση γιά τή μύηση, εἴσοδο στό Μυστήριο.
Χωρίς σιγή δέν ὑπῆρχε μύηση, μυστήριο). Ὅμως, δέν ἀπαιτοῦμε τό ἴδιο (ἀπόλυτη σιγή) καί κατά τήν ἐπιτέλεση τοῦ κορυφαίου Μυστηρίου, πού λέγεται Θ. Λειτουργία!
Ἐδῶ, μπορεῖ νά βλέπουμε τούς ἐπιτρόπους (καί ὄχι μόνο) νά μπαινοβγαίνουν στό «ἱερό», ἤ νά μετρᾶνε τά χρήματα ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας, ἤ τούς ψάλτες νά συζητᾶνε στό ψαλτήρι, ἤ τούς διπλανούς μας νά μήν κλείνουν τό στόμα τους, ἤ τά παιδάκια νά χοροπηδᾶνε ἤ νά κλαῖνε, καί ἀπό τήν ἄλλη νά ψέλνουμε «καλλιτεχνικῶς» τό «στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου!». (Μέ περισσότερη εὐλάβεια παρακολουθοῦν τή Λειτουργία οἱ καλοπροαίρετοι ἄθεοι, παρά οἱ τακτικῶς ἐκκλησιαζόμενοι!).
Θά διαμαρτυρηθοῦμε μόνο ἄν ἀκούσουμε τά «ἀναγνώσματα» σέ γλώσσα κατανοητή, ἐνῶ ἄν τά ἀκούσουμε στή σουαχίλι, οὐδέν πρόβλημα! Γιατί ἄραγε; Ποιός θά μᾶς ἀπαντήσει; Ἄν χρειασθεῖ θά ἐπανέλθουμε.




