Την Βαϊοφόρο, νέος ακόλουθος Χριστού

Μητροπολίτου Γουμενίσσης Δημητρίου
“Ὑμεῖς ἐστε οἱ ἀκολουθήσαντές μοι ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου”
«Ὁ ἐπί πώλου ὄνου καθεσθείς διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν…», ὅπως τυπολογικά Τόν ἀνυμνολογοῦμε σήμερα, μᾶς συναδελφώνει εἰς τό ἕν τό χριστολογικό, τήν Παλαιά Διαθήκη τῶν Προφητῶν (τήν προσδοκία τῶν αἰώνων) καί τήν Καινή Διαθήκη τῆς ἐκπλήρωσης.
Καί στή σημερινή ὑμνολογία βλέπουμε νά συμπλέκονται αὐτά τά δύο, ἡ προφητεία/προσδοκία μέ τήν ἐκπλήρωση/οἰκονομία. Ἄν κάποιος δέν ἔχει μαθητεύσει χριστολογικά στήν Ἁγία Γραφή, δέν μπορεῖ νά χαρεῖ ἐννοιολογικά, πιστευματικά, λατρευτικά, ἀποκλειστικά τόν μοναδικό Κύριο τῆς κτίσεως καί τῆς σωτηρίας, πού ἐμεῖς σήμερα λατρεύουμε.
Βεβαίως, οἱ ἁπλοί ἄνθρωποι ὡς ἐκκλησιαστική συλλογικότητα ζοῦν καί χαίρονται λειτουργικο-εθιμικά τά ἑορτολογικά καί σωτηριολογικά δεδομένα κάθε χριστολογικοῦ σταθμοῦ τῆς σωτηρίας.
Ὅταν ἤμουν ἡγούμενος στή Μονή Πετράκη, φιλοξενούμενοι στή δεύτερη θ. Λειτουργία οἱ ἀραβόφωνοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί (Συρίας, Λιβάνου, Παλαιστίνης, Ἰορδανίας) τιμοῦσαν τή σημερινή ἑορτή μέ κοσμοσυρροή καί πανηγυρικές ἐκδηλώσεις, βαστώντας σταυρόσχημα σύμβολα ἀπό φοινικιές. Ἔπλεκαν, κατά τό μακραίωνο ἔθος τους, φύλλα καί σχημάτιζαν σταυρούς, τούς βάσταζαν στά χέρια καί τιμοῦσαν προεόρτια τήν μετ᾽ ὀλίγας ἡμέρας τιμώμενη Σταύρωση τοῦ Σωτῆρος. Μέ σταυρούς ἀπό φοινικόδενδρα προσέβλεπαν στή δύναμη τοῦ Σταυροῦ, στή διαιώνια ἐκκλησιαστική “σημαία” καί σημασία τοῦ Σταυροῦ καί ἔψαλαν τούς εἰσοδίους ὕμνους τῆς λατρείας πρός τό Θεό τῆς σωτηρίου σαρκώσεως.
Θά τό θυμᾶσαι ἀσφαλῶς αὐτό τό ἔθιμο, ἀγαπητέ Προτέριε, πού μᾶς ἀναπέμπει στίς ρίζες τῆς ζωῆς μας καί τῆς σωτηρίας μας, στό γεγονός τῆς σαρκώσεως καί τῆς σταυρο-αναστάσεως τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρός μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
***
«Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε· καί πάντες αἴροντες τόν σταυρόν σου λέγομεν· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις».
Μέ τό τροπάριο αὐτό ἡ Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνες ἐξομολογεῖται τήν ἐμπειρία της, τή βεβαιότητά της, τήν πνευματική της αἴσθηση, τήν αὐτοσυνειδησία της, ὅτι «συνάγεται» γιά νά λατρεύει/κοινωνεῖ τό ζῶντα Θεό.
Αὐτό εἶναι μιά πράξη ἐθελούσια τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ λειτουργικοῦ καί λατρευτικοῦ σώματος. «Ἡμᾶς συνήγαγε». Δέν εἶναι μιά «ἀπρόσωπη» καί «ἄβουλη» συγκέντρωση.
Ὅμως σ᾽ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἐθελούσια συγκέντρωση τῆς θείας λατρείας ἐνεργεῖ ὁ Παράκλητος μέ τήν συγκαλοῦσα ἐνέργειά Του, μέ τήν ἐκκλησιάζουσα ἐνέργειά Του. Συμμετέχουμε, ἐπειδή τό θέλουμε. Καί αὐτή ἡ σύναξη ἔχει συμμέτοχο ἐνεργό καί ἀποφασιστικό τόν ἴδιο τό Θεό, τόν Παράκλητο, ὁπότε καθιστᾶ τή σύναξή μας «ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος».
***
Ἴσως, στή λειτουργική παράδοση κάποια περίοδο, νά ὑπῆρχε τό τελετουργικό ἔθος τῆς «σταυροφορίας».
Πάντως, σήμερα, αὐτός ὁ ὕμνος μᾶς παραπέμπει σέ κάτι ἄλλο, στό ὅτι ἐμεῖς οἱ λατρεύοντες χριστιανοί σηκώνουμε ὁ καθένας (μέ ὅ,τι τοῦ ἀναλογεῖ) ὄχι κάποια δική μας «τελειότητα», ἀλλά τό «Τετέλεσται» τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου μας. Ἡ χριστιανική μας ἀκεραιότητα “διασώζεται” καί “ἀνασώζεται” καί “σώζεται” στό “Τετέλεσται” τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἡ ἱερατική μας ἀκεραιότητα τό ἴδιο. Ἡ κηρυγματική, ἡ κατηχητική, ἡ ποιμαντορική, ἡ φιλανθρωπική δέν εἶναι κάτι μόνο “ἀνθρώπινο”, εἶναι τά ἀνθρώπινα ὅλα καί ἡ ἀνθρώπειος φύση ὅπως τήν “φιλτράρησε” ὁ Ἐσταυρωμένος μέ τήν ὑπακοή τοῦ Σταυροῦ Του, μέ τήν θεοεγκατάλειψη τοῦ Σταυροῦ Του, μέ τήν ἐθελούσια αὐτοπαραίτηση τοῦ Σταυροῦ Του, μέ τή σταυρωμένη συνάντηση ὑπακοῆς τῆς ἀνθρωπείας ὁλότητός Του στή θεϊκή Του τελειότητα χάρη στή θεανθρωπότητά Του.
Ψέλνουμε τή βεβαιότητά μας, τήν προσδοκία μας, τόν ἐσχατολογικό ὕμνο ὄχι ἁπλῶς τῆς ἑβραϊκῆς λαϊκῆς ὑποδοχῆς τοῦ Κυρίου στά Ἰεροσόλυμα, ἀλλά τῆς διαρκοῦς ὑποδοχῆς τοῦ Κυρίου στήν ἱστορία καί τή ζωή μας. Εἶναι ὁ κυριολεκτούμενος Κύριος (Θεός), δοξολογοῦμε τήν ἐνανθρώπησή Του (ὅπως φανερώνεται πλέον μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας), δοξολογοῦμε τήν θεότητά Του (ὅπως ἀποκαλύπτεται στήν ἐσχατολογία τῆς θείας οἰκονομίας Του). Ἡ ἀξία μας στό “παρόν” ἔρχεται ἀπό τό «μέλλον». Ἡ τελείωσή μας συντελέσθηκε πρό 20 αἰώνων (σέ κεῖνο τό “εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου») καί φανερώνεται στό ἱστορικό «ὄχι ἀκόμη» (σέ κεῖνο τό «ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις»).
Στό «ἐν τοῖς ὑψίστοις» μᾶς ἀνέβασε ἐν Ἑαυτῷ καί μᾶς ἀνεβάζει διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, διά τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ὅπου βρίσκουμε ἐνεργά τό ρόλο τῆς ὕπαρξής μας.
***
Σ᾽ αὐτά τά Ἄχραντα Μυστήρια (στήν Ἁγιοπνευματική τελετουργία τῆς μεταβολῆς καί στήν ἐκκλησιαστική τελετουργία τῆς κοινωνίας) ἔγκειται ὁ στόχος καί ἡ πληρότητα τῆς ὅλης ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς κάθε κληρικοῦ. Γι᾽ αὐτό ποιμαίνω ὡς Ποιμενάρχης. Γι᾽ αὐτό συμποιμαίνετε ὡς Ἱερεῖς, τελετουργοί, ἐξομολόγοι, κατηχητές, ἱεροκήρυκες. Γι᾽ αὐτό διακονεῖτε ὡς Διάκονοι. Γι᾽ αὐτό ἁγιάζεσθε ὡς Χριστιανοί.
Τά Ἄχραντα Μυστήρια μᾶς ἐπικαιροποιοῦν ἐκεῖνο τό βιβλικό «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία». Αὐτό δέν κράτησε πάντοτε. Πολλές φορές διακινδυνεύθηκε ἀνά τούς αἰῶνες καί τίς ἐποχές, μέχρι σήμερα.
Ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου μηχανεύεται πῶς νά ἀποδείξει διαρκέστερο ἐπί τῆς γῆς τό πταῖσμα τοῦ πρώτου Ἀδάμ ἀπό τή σωτηριώδη οἰκονομία τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Θεοῦ τῆς ἐνανθρωπισμένης συγκαταβάσεως. Ἡ ἑνότητα (χάρη στή μία πίστη) καί ἡ κοινότητα/κοινωνία (χάρη στό Ἅγιο Πνεῦμα) παραμένει διαρκές “αἴτημα λειτουργικῆς προσευχῆς” τότε πού ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί καί διαρκές “ἄθλημα προσπάθειας” στήν καθημερινή ζωή.
Αὐτόν τό σκοπό τῆς Ἐκκλησίας καλεῖσαι νά ἐξυπηρετήσεις, ἀγαπητέ μου Προτέριε, μέ τή σταδιακή χειροτονία σου, τήν προπροηγούμενη χρονιά ὡς Διάκονος καί ἀπό σήμερα ὡς Πρεσβύτερος.
Ὅταν σέ ἀναδέχθηκα πρίν 37 χρόνια, ὑπό τήν καθοδήγηση τότε τοῦ καθηγητοῦ σου στήν Καβάλα καί νῦν Ἁγίου Δράμας, πρωταθλητή στήν κολύμβηση καί ἀριστοῦχο στά Γράμματα, μπορῶ νά πῶ σήμερα πώς πρέπει νά σέ προσείλκυσε ὁ Μεγάλος Ἁλιεύς, ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, “ἵνα ὑπάγῃς καί καρπόν πολύν φέρῃς”. Αὐτό εἶναι τό μέγα καί ὄχι ἡ γνώση ἡ ὁποία “φυσιοῖ”. Ἱερεῖς ὀλιγογράμματοι (πού τούς ἐγνώρισες κι ἐσύ) παραμένουν μέχρι σήμερα ὑποδείγματα ἱερατείας καί θεοφιλίας.
Στήν ἐποχή τῶν ἐλευθεριοτήτων, ἀποτελεῖ χρέος τοῦ ἱερέως-ποιμένος νά ὑπηρετεῖ τή θεραπευτική ἀρτίωση τοῦ ἑαυτοῦ του, τῆς οἰκογενείας του (ἄν εἶναι ἔγγαμος), τή θεραπευτική ἀρτίωση καί τήν πιστευματική ἀκεραιότητα.
Καί πρός αὐτόν τό σκοπό, σοῦ εὔχομαι νά ἔχεις θρονιασμένο τό Χριστό στήν καρδιά σου, ὁ ὁποῖος “χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας”, “ἡ (ὑπεράρχιος) ἀρχή καί τό (ὑπεραιώνιο) τέλος”. Ὅποιος Τόν θρονιάζει στήν καρδιά του, ἔχει ἐπιτύχει στήν ἀποστολή του. Στή ζῶσα ἐκκλησιαστική σχέση μέ τό Χριστό βρίσκει κανείς τήν ταυτότητά του, ὅπως τό ὁρίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, τό ψυχωφελέστατο αὐτό ἀνάγνωσμα τῶν μοναστῶν. Σοῦ εὔχομαι νά γίνεις ἱερουργός τοῦ Εὐαγγελίου ἄριστος καί λειτουργός τῆς Ἐκκλησίας ἄριστος, ἐπιδέξιος, καί νά δίνεις παντοῦ καί πάντοτε τήν καλήν ὁμολογία καί τή μαρτυρία Ἰησοῦ Χριστοῦ.
***
Μέ αὐτά τά κατηχητικά λόγια τελέσαμε σήμερα, Κυριακή τῶν Βαΐων, στόν Ἱερό Ναό Ἁγίας Τριάδος Πολυκάστρου, τή χειροτονία σέ πρεσβύτερο τοῦ μέχρι πρότινος διακόνου μας π. Προτερίου Κοντέλη, θεολόγου.
Συμμετέχοντες τοῦ λειτουργικοῦ καί τοῦ ἐκκλησιολογικοῦ μυστηρίου οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ναοῦ π. Ἐμμανουήλ καί π. Ἀθανάσιος καί οἱ διάκονοί μας π. Μιχαήλ καί π. Ραφαήλ.
***
Αὐτεξομολόγηση τοῦ χειροτονηθέντος
Σεβασμιώτατε πάτερ καί δέσποτα, μέ τήν εὐλογία Σας προσέρχομαι αὐτήν τήν ἱερή γιά μένα στιγμή, ὥστε νά μοῦ χαρίσετε τή χάρη τῆς Ἱερωσύνης, τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
ἅγιοι πατέρες καί ἀδελφοί, προσεύχεσθε, διότι “καιρός τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ”
Εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ ἄνθρωπος δέν πρέπει ποτέ νά ὑψηλοφρονεῖ. Ὅμως δέν πρέπει καί νά ταπεινολογεῖ, ἀλλά νά ταπεινοφρονεῖ καί νά ἐργάζεται ὁπωσδήποτε γιά τήν ψυχή του μέσα στήν Ἐκκλησία καί γιά τήν Ἐκκλησία.
Ὅταν ὁ καιρός τό ἐπιτρέψει καί ὁ Θεός τό θελήσει νά τόν καλέσει, ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται εἰς τά ἐνδότερα, γιά νά ὑπηρετήσει Ἐκεῖνον πού γιά χάρη μας, Θεός ὤν, ἔγινε καί ―ὤ τῆς ταπεινώσεώς σου, Κύριε― ὑπηρέτης τῶν ἀνθρώπων καί μᾶς ἔσωσε μέ τό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας Του.
Καθώς λοιπόν εἰσέρχομαι εἰς τήν ἁγίαν Ἱερωσύνη μέ τόν τελειότερο βαθμό τοῦ Ἱερέως, εὐχηθεῖτε πάντοτε νά ἔχω θεμέλιο τήν ταπείνωση, πρῶτο σκαλοπάτι τῆς κλίμακας μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γιά ὅλους γενικά τούς ἀνθρώπους.
Ὁ ταπεινός μοιάζει τοῦ Χριστοῦ, αὐτό τά λέει ὅλα, “ὅστις ἐταπείνωσεν ἑαυτόν μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ”. Ἄν τό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς Κλίμακος εἶναι σαθρό, ὅσα περισσότερα σκαλοπάτια προσθέτω στό οἰκοδόμημα, θά εἶναι τελικά πρός καταστροφή μου, διότι θά κατακρημνισθῶ ἀπό μεγάλο ὕψος καί θά εἶναι ἡ πτώση μεγίστη.
Ἐκεῖνο πού πρέπει ὁ ἱερεύς νά ἀγαπήσει πάρα πολύ εἶναι ἡ προσευχή, ἡ ὁποία ξεκινᾶ ἀπό τή θεία Λειτουργία καί ὅλες τίς Ἀκολουθίες στήν Ἐκκλησία, τουλάχιστον τίς πιό βασικές, τοῦ Ὄρθρου καί τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἡ προσευχή εἶναι ἠ ἄριστη ―σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας― ἐξακτινώνεται δέ καί ἔξω ἀπό τό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας “εἰς τό ταμιεῖον” κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου, μέ προσευχές, μέ Παρακλήσεις καί ἄλλες Ἀκολουθίες, καί ὅπου μπορεῖ νά λέει τήν προσευχή καί μάλιστα τή μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, ἀκόμη καί στίς διάφορες ἐργασίες ἤ διακονήματα πού ἐπιτελεῖ.
Καί ὁ συνδυασμός κατά τούς Πατέρας τῆς προσευχῆς μέ τή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, τῶν πατερικῶν κειμένων καί τῶν ἁγιολογικῶν κειμένων εἶναι ὁ ἄριστος τρόπος γιά νά κινεῖ τήν ψυχή στή θεία ἀγάπηση καί στήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον (νά ἀγαπᾶ ἐν Χριστῷ, μέ πρώτιστο νά σέβεται τούς συνανθρώπους πού καλεῖται νά διακονήσει, μέ ὅλα ὅσα συνεπάγεται μιά τέτοια προοπτική), νά μήν ἀπωλέσει τήν πνευματική καί ὑλική ἐλεημοσύνη (ἐλεήμονα καρδιά).
Καί σ᾽ αὐτήν τή διάσταση τῆς ἱερατικῆς ἐλεημοσύνης εἶναι τό χρέος τῆς μνημονεύσεως κατενώπιον Θεοῦ τῶν ζώντων καί κεκοιμημένων, μέ τόσα πρότυπα ὡσάν τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κροστάνδης καί τόν ἅγιο Νικόλαο Πλανά, καθημερινούς λειτουργούς καί εὐσπλαχνικούς μνημονευτές τόσων ἀνθρώπων.
Τελευταῖο σκαλοπάτι στήν κλίμακα, ὅπως τό ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, γιά ὅλους τούς πιστούς καί εἰδικά γιά τόν ἱερέα, εἶναι ἡ ἀγάπη. «Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α΄ Κορ. κεφ. 13ο).
Ἐάν ἀναδεχθῶ τήν Ἱερωσύνη καί ἱερουργῶ τά θεῖα Μυστήρια, πρέπει νά ἐννοῶ ὅτι αὐτό τό ἀνώτερο πάντων ἐν οὐρανοῖς καί ἐπί γῆς δέν μοῦ τό ἔδωσε ὁ Χριστός οὔτε ἀπό τή δική μου ἀξιωσύνη οὔτε γιά μένα ἀποκλειστικά, ἀλλά εἶναι χάρη Θεοῦ ―χάριτι Θεοῦ καί μόνον πρός ἐμέ τόν μηδαμινό― καί γιά τό λαό τοῦ Θεοῦ.
Ἑπομένως κι ἐγώ μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς χρεωστῶ νά παρακαλῶ τό Θεό, ὥστε νά στρέφομαι πρός τόν λατρευόμενο Θεό καί πρός τούς κατά χάριν υἱούς Ἐκείνου.
Τό χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης σέ συνδυασμό μέ τόν ἀγώνα καθάρσεως τῆς καρδιᾶς τελειοῦται σ᾽ αὐτήν τή διπλή ἀναφορά, πρός τό Χριστό καί τό συνάνθρωπο, ἀκόμη κι ἄν φθάνει στά ὅρια τῆς θυσίας, μέ ἀναφορά τελειώσεως τόν Κύριο. Καί ἐδῶ εὑρίσκουμε ὅλες τίς μορφές τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας, ὅπως ἡ ἀνεξικακία μέ διαρκή κοινωνία πρός τόν Κύριο τῆς ἀφέσεως, τήν ὥρα τῆς σταυρώσεώς Του, ὅπως ἡ ἀκατακρισία μέ διαρκή ἀναφορά πάλι στόν Κύριο στήν ἐπί γῆς πορεία Του καί στήν αἰώνια μακροθυμία Του γιά μᾶς…
Ὅμως, ἄν μοῦ ἐπιτρέπεται αὐτήν τήν ἅγια ὥρα δι᾽ ἐμέ, ἀγάπη καί θυσία εἶναι καί ἡ ἱερατική μαρτυρία σύνολης τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ φανέρωση τῆς ἀρρωστίας καί ἡ ὑπόδειξη τῆς θεραπείας, ἡ ἐξαγγελία τῆς ὁδοῦ πρός σωτηρίαν. Καί σ᾽ αὐτήν τήν ὁδό ξεκινᾶμε ἀπό τήν πίστη, ἀπό τήν ἀκεραιότητα τῆς ἀληθείας, πού δέν γίνεται νά σιωπᾶ ὁ ἱερεύς καί νά μήν τήν διδάσκει ὡς μοναδική ὁδό σωτηρίας.
Αὐτό προϋποθέτει γιά μένα ἕναν καθημερινό ἀγώνα ὑπακοῆς πρός τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία, πρός τόν Κύριο καί τήν Ἐκκλησία, πού τήν ἐκφράζετε Ὑμεῖς, Σεβασμιώτατε. Καί δίχως σχέση ὑπακοῆς μέ Σᾶς, δέν μπορῶ νά σταθῶ ὡς κληρικός οὔτε ὡς ἁπλός χριστιανός. Αὐτό τό βλέπω σάν σχέση καί σάν κοινωνία, διότι εἶμαι μέλος στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γίνομαι σήμερα ὑπηρέτης στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Δίχως σχέση ὑπακοῆς πῶς θά ἐκπληρώσω τήν ἰδιότητά μου καί τήν ἀποστολή μου, πῶς θά τιμήσω τό χάρισμα τῆς σωτηρίας καί τό χάρισμα τῆς ἱερωσύνης;
Στό πρόσωπό Σας, Γέροντά μου καί στούς ἱερεῖς καί διακόνους πού Σᾶς περιβάλλουν καί στούς πιστούς πού Σᾶς περιβάλλουν, βλέπω μιά ὁλόκληρη χορεία, μέ ἀποστολική καί πατερική, ἁγιολογική καί ἐκκλησιαστική μεγάλη παράδοση. Εἶστε ὁ Πατέρας καί Ποιμενάρχης μου, εἶναι οἱ Ἀδελφοί μου, καί βρίσκομαι σήμερα ἐνώπιόν Σας, γιά νά λάβω “τήν καλήν παρακαταθήκην” τοῦ Σώματος τοῦ Κυρίου αἰσθητά. Τό μυστήριο τῶν μυστηρίων καί τήν ἐκκλησιαστική διακονία.
Σ᾽ αὐτήν τήν παράδοση ἐλεήθηκα νά ἐνταχθῶ δι᾽ Ὑμῶν, Σεβασμιώτατε πνευματικέ μου Πατέρα καί Δέσποτα. Καί σήμερα μοῦ χαρίζετε τό μεγάλο χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης. Σήμερα, πού μνημονεύουμε τήν ἔναρξη τοῦ μαρτυρίου τῶν ἁγίων νεοφανῶν Μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης, στίς 9 Ἀπριλίου τοῦ 1463, μέ τήν ἐκκοπή τῆς σιαγόνος τοῦ ἁγίου Ραφαήλ, μετά τήν τελευταία τους λειτουργία τή Μεγ. Πέμπτη ἐκείνου τοῦ ἔτους. Κάτι ἀνάλογο μέ τόν προστάτη μου ἅγιο Προτέριο, ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας, πού κατέφυγε στό βαπτιστήριο κάτωθεν τοῦ ναοῦ καί μαρτύρησε τό 457 μ.Χ.
Γιά μένα εἶναι πολύ μεγάλη αὐτή ἡ ἡμέρα: ἡ θριαμβευτική ὑποδοχή τοῦ Κυρίου μας στά Ἱεροσόλυμα γιά τό σωτήριο Πάθος καί ἡ μνήμη ὅλων τῶν Ἁγίων πού ὑποδέχθηκαν τόν Κύριο στή ζωή τους καί ἔμειναν πιστοί μέχρι τέλους. Αὐτό σημαίνει τήν χριστοκεντρικότητα.
Καί αὐτό τόσα χρόνια μαθητεύω κοντά Σας, Σεβασμιώτατε Πάτερ, τήν χριστοκεντρικότητα, αὐτό πού μᾶς λέτε μέ τή ζωή Σας καί μέ τό κήρυγμά Σας ἐπιγραμματικά ὅτι «ὁ Χριστός εἶναι ὁ μόνος σωτήρας, λυτρωτής καί εὐεργέτης».
Καί ἐπιτρέψτε μου, πραγματικά συγχωρέστε με, Σεβασμιώτατε, πού ἡ μηδαμινότητά μου θά ἀναφερθεῖ στό παράδειγμά Σας ὅπως τό ζῶ τόσα χρόνια κοντά Σας, καθώς δείχνετε ἐμπράκτως αὐτήν τήν ἀπόλυτη σχέση μέ τόν Σωτήρα μας καί Κύριο. Ἡ χριστοκεντρικότητα εἶναι γιά μᾶς βεβαίως «τό ζωντανό ὕδωρ, ὕδωρ ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον», ἐν μέσῳ μιᾶς κοινωνίας πού ἔχασε τόν προσανατολισμό της.
Εὐχηθεῖτε, Σᾶς παρακαλῶ νά μήν ἀδικήσω τήν πολύ μεγάλη σημερινή Ἀρχιερατική Σας καί Πατρική εὐλογία, πού εἶναι εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας, εὐλογία τοῦ οὐρανοῦ.
Νά ζῶ τή σημερινή χειροτονία σέ κάθε θεία Λειτουργία, σάν τήν πρώτη καί τήν τελευταία θεία Λειτουργία.
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ




