Γράφτηκε από τον/την Ι.Μ. Ζακύνθου. 13/10 22:48

gremnon 1

Όπως αναφέρει ο ιστορικός Ντίνος Κονόμος «…βορειοδυτικά του μοναστηριού της Αναφωνητρίας και στην κορυφή ενός δασωμένου ακρωτηρίου, που σχηματίζει μικροσκοπική χερσόνησο, υπήρχε η αρχαία εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών…», ενώ σύμφωνα με τα αναφερόμενα σε πολύτιμο όσο και σπάνιο, σήμερα, άρθρο του ζακύνθιου δημοδιδάσκαλου Αντώνιου Σ. Μπισκίνη, με τίτλο: «Περί της Μονής του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών» (1906), πληροφορούμαστε ότι: «…Εις την κτηματικήν περιοχήν της Μονής της Θεοτόκου Αναφωνητρίας, κείμενην πέριξ της αυτής Μονής και του Προσμοναρίου…, είχεν η ρηθείσα Μονή κατά τον 16ο αιώνα δύο ναΐσκους ή ναΐδρια τιμώμενα επ’ ονόματι του Αγίου Γεωργίου… Ο μεν τούτων έκειτο προς Ανατολικά της ρηθείσας Μονής περί τα 2 χιλιόμετρα, καλούμενος κοινώς ‘’Πάνου Αι Γιώργης’’ ( βλ. Παλιοκκλήσι) ο δε έτερος έκειτο προς Βόρεια και άνωθεν των κρημνώδων ακτών μακράν της αυτής Μονής, πλέον της ημίσειας ώρας, καλούμενος ‘’Κάτου Αι Γιώργης’’. Ο ναΐσκος ούτος έκειτο επί της κορυφής μικρού προβόλου (Ακρωτηρίου), όστις αποχωριζόμενος συν τω χρόνω δια καταβυθίσεων εσχηματίσθη μικροσκοπική χερσόνησος, διό το μονύδριον τούτο εκαλείτο και ‘’Αι Γιώργης των Κρημνών’’…».

Τα περί της ιδρύσεως του ναΐσκου του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών ή του «Αι Γιώργη στο Νησί», σύμφωνα με τον ιστορικό Λεωνίδα Χ. Ζώη, «…εισίν άγνωστα. Μόνον δ’ εκ τινός παλαιού συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ν. Γραμματικοπούλου, γίνεται ημίν γνωστόν ότι ο ναΐσκος (βλ. μονύδριον) αυτός, ανήκεν άλλοτε τη μονή της Θ. Αναφωνητρίας, διότι τη 4η δεκεμβρίου 1535, ο ηγούμενος αυτής Κύριλλος Καλόφωνος, μετά των ευγενών επιτρόπων της μονής Λουμπέρτου Ντεριάνου, Αντωνίου Κοκκάλα και Θεόδ. Καστελάνου, δίδουσι τω ιερομονάχω Μακαρίω και τω μοναχώ Βαρλαάμ Μπελέτη, δια βίου το μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου, εις τόπο λεγόμενον των Κρημνών, ως κοινόβιον, άνευ ουδενός εμποδίου, και την ημέρα του Αγίου Γεωργίου να πηγαίνουν οι μοναχοί μίαν λαμπάδα λίτρας μιας στη μονή της Αναφωνητρίας, ως μετόχιον όπου ευρίσκεται…».

Και πράγματι, τα ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν πως μέσα σε λίγα χρόνια, οι ιερομόναχοι Μακάριος και Βαρλαάμ Μπελέτης, δουλεύοντας ακατάπαυστα και κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ανακαίνισαν την ερειπωμένη εκκλησία και κατασκεύασαν, κοντά στο ναό, μια μικρή οικία- κατάλυμα (un poco di capana), για να προστατευτούν από τον ήλιο, τη βροχή και το χειμερινό άνεμο. Η δράση τους έγινε σύντομα γνωστή στην Ζάκυνθο και πολλοί ακολούθησαν τα βήματά τους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί, γρήγορα, στην περιοχή ένα μικρό κοινόβιο. Ο χώρος του μικρού μοναστηριού του Κάτου Αι Γιώργη των Κρημνών ήταν πλέον ανεπαρκής.

Μετά τον θάνατο του Μακάριου την πρωτοβουλία για τις κινήσεις που ακολούθησαν, επωμίστηκε ο Βαρλαάμ Μπελέτης. Όσα είχαν μέχρι τότε επιτευχθεί, ήταν απαραίτητο να αναγνωριστούν από τις βενετικές Αρχές της Νήσου Ζακύνθου.

Έτσι, με αίτησή του (1550), προς τον τότε Προνοητή Ζακύνθου Cornelio Barbaro, ο Βαρλαάμ Μπελέτης εξέθεσε την κατάσταση του μοναστηριού, προχωρώντας, συνάμα, και σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή, εξιστορώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες χτίστηκε η εκκλησία και το μοναστήρι τους: «…Πριν δεκαπέντε χρόνια ο Βαρλαάμ Μπελέτης και οι συνοδοιπόροι του είχαν βρει στην περιοχή την εκκλησία γκρεμισμένη και εγκαταλειμμένη, χωρίς πόρους, καθώς το μέρος ήταν πολύ άγονο και δεν διέθετε τίποτε άλλο παρά μόνο ένα μικρό αμπελάκι (un poco di vignetta). Οι μοναχοί εκείνοι με την προσωπική τους εργασία και χρησιμοποιώντας ορισμένα κινητά και ακίνητα πράγματα που τους δόθηκαν, την έφεραν σε αρκετά καλή κατάσταση…».

Για να μπορούν, όμως, πλέον να ζουν απερίσπαστα, ο Βαρλαάμ και οι αδελφοί της μονής, ζητούσαν, δια της ως άνω αιτήσεώς τους (βλ. «…Ινσάτζια του γέρου βαρλαάμ ηγουμένου προς κορνέλιο μπάρμπαρο δια να πιάσουν το μοναστήρι του αγίου γεωργίου και να είναι παντοτινά κοινόβιο…»), την επικύρωση της κατοχής της, ώστε τόσο οι ίδιοι όσο και οι διάδοχοί τους να είναι κύριοι της παραπάνω εκκλησίας και του μοναστηριού.

Δηλαδή, με άλλα λόγια, ζητούσαν την κατ’ αρχήν αναγνώριση του ναού και της μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών ως ίδιας, αυθύπαρκτης και αυτόνομης νομικής προσωπικότητας και, εν συνεχεία, την απόδοση της εκκλησίας και «εκείνου του τόπου» στους αδελφούς της μονής.

Έτσι, με την από 11 Απριλίου 1550 σύμφωνη Απόφαση του Προνοητή Ζακύνθου Cornelio Barbaro, τερματιζόταν μια μακρά περίοδος ασάφειας όσον αφορά το ιδιοκτησιακό και νομικό καθεστώς της μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, καθώς το συγκρότημα της εκκλησίας και του μοναστηριού, περιερχόταν στο εξής και εις το διηνεκές, οριστικά και αμετάκλητα, στην κατοχή των καλογέρων του «ευλαβεστάτου γέροντα και δουλευτή» Βαρλαάμ Μπελέτη («…volse riconoscer in gratia il luoco…et l’ uso… che la ditta Chiesa et luoco fusse suo, et di quelli religiosi …con l’ aggionta di piu che gli concedeva il luoco posto circumvicina petroso, inculto, grezo, inutile no posseduto da alcuno posto tra I confine…»).

Παράλληλα, με την ανωτέρω Απόφαση του Cornelio Barbaro (11/4/1550), καθοριζόταν, κατά την τάξη των αθωνικών κοινοβίων, και ο κοινοβιακός χαρακτήρας λειτουργίας της μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, απόφαση η οποία θα επικυρωθεί λίγα χρόνια μετά, τόσο δι’ εγγράφου του Μητροπολίτου Θηβών και πατριαρχικού εξάρχου Ιωάσαφ Μακρή(1559) αλλά όσο και ετέρων εγγράφων, όπως του Πατριάρχου Ιερεμίου Β΄, κατά το έτος 1574, αλλά και του Μητροπολίτη Κορίνθου και εξάρχου πάσης Πελοποννήσου Ανθίμου, του έτους 1604.

Σύμφωνα με τις διατάξεις, οι οποίες καθόριζαν τον τρόπο διοίκησης του μοναστηριού, τα πράγματά του (ενδύματα, τρόφιμα κ.α.) ήταν κοινά για όλους τους καλογέρους του.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Λεωνίδας Χ. Ζώης «…τα μεν πράγματα, τρόφιμα και ενδύματα, ώσι κοινά μεταξύ των μοναχών, ουδείς δ’ αυτών δύνηται να πωλή τι εκ της μονής, ίνα έχωσι δικαίωμα να εκλέγωσιν ηγούμενον, γέροντας και οικονόμον, ους ήθελον, ίνα δέχωνται και αποπέμπωσι της μονής πάντα πλημμελούντα και τέλος ουδείς εξ αυτών δύνηται να διδάσκη γράμματα εις νεάνιδας ή νέους αγενείους…».

Σύμφωνα με τον Κώστα Γ. Τσικνάκη, η Απόφαση της 11ης Απριλίου 1550 δημιούργησε για τους αδελφούς της μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών όλες τις προϋποθέσεις για την ανοικοδόμηση του νέου μοναστηριού τους. Γεγονός, το οποίο αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, και από την ακόλουθη λεπτομέρεια: στηριζόμενος σε αντίγραφο βενετικού εγγράφου της εποχής, το οποίο προφανώς και ήταν η Απόφαση του Cornelio Barbaro του έτους 1550, και το οποίο επισήμανε στον Α΄ Κώδικα του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου, ο Παναγιώτης Χιώτης, αποφάνθηκε, σωστά, ότι οι Βενετοί χορήγησαν άδεια κατασκευής νέου μοναστηριού στον Βαρλαάμ Μπελέτη.

Έτσι, και παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη, υπ’ αριθ. 1, σελίδα του Α΄ Κώδικα της μονής του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών, η οποία περιέχει αυτολεξεί την Απόφαση του Cornelio Barbaro (1550), έχει, σήμερα, φθαρεί σε ορισμένα σημεία, εντούτοις, η ανωτέρω πληροφορία επιβεβαιώνεται τόσο από το επίσημο κείμενο της Απόφασης της 11ης Απριλίου 1550, περίληψη του οποίου παραλάβαμε από τα Βενετικά Αρχεία, αλλά όσο και από την επισήμανση αναγραφής του τίτλου του θέματος, την οποία εντόπισε ο ιστορικός Διονύσης Μούσουρας (Σχετ. 8) στην υπ’ αριθ. θ΄ σελίδα των περιεχομένων του ανωτέρω Α΄ Κώδικα της μονής «…στον Βαρλαάμ Μπελέτη, από τον Μπάρμπαρο να κτίση το μοναστίρι και να ενοείτε κοινόβιο…».

Με βάση όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η μετακίνηση των μοναχών του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, κατέστη, γύρω στα 1550, επιβεβλημένη, ένεκα του πολλαπλασιασμού των αδελφών της μονής, της στενότητας του χώρου αλλά και της πάντα παρούσης πειρατικής απειλής.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Α. Μπισκίνης «...αφού συν τω χρόνω δια της ασκητικής και εναρέτου ζωής προσήλκυσαν και άλλους μοναχούς απεφάσισαν την ίδρυση μεγάλης κοινοβιακής Μονής. Επειδή δε ο χώρος εκείνος του λοφίσκου ήτο λίαν μικρός και ακατάλληλος προς ίδρυσιν τοιαύτης Μονής, και προείδον ότι ο ισθμός μετά πάροδον χρόνου τινός θα διακοπή δια καταβυθίσεων και η μικρά χερσόνησος θα καταστή δυσπρόσιτος σκόπελος, επειδή το μέρος αυτό ήτο πλησίον της θαλάσσης επομένως εκτεθειμένον εις τας προσβολάς των πειρατών, δια ταύτα εγκατέλειψαν το ασκητήριόν των εκείνο (δηλ. τον Κάτω Αι Γιώργην) και λαβόντες κυβερνητικήν άδειαν ίδρυσαν την νέαν κοινοβιακήν Μονήν…».

Λίγα χρόνια, λοιπόν, μετά το 1550, οι μοναχοί της μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, αποφασίζουν πως έφτασε η στιγμή της μετακίνησής τους, σε ένα νέο, «ευρύχωρο» και ασφαλή τόπο.

Το παλιό μοναστήρι, πλέον, τούς ανήκει, το αυτοδέσποτο, το αυτοδιοίκητο και ο κοινοβιακός χαρακτήρας της μονής έχουν ήδη επικυρωθεί, και το μόνο, το οποίο εκκρεμεί και αναζητείτε, είναι μια νέα τοποθεσία, πλησίον του παλιού, δικού τους, μοναστηριού.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, θα καταφύγουν ξανά στις Βενετικές Αρχές, ζητώντας, αυτή την φορά, την παραχώρηση, προς το μοναστήρι τους, και όλου του γύρω «αδέσποτου» τόπου («…un luoco posto intorno la ditta Chiesa di San Giorgio, petroso, et inculto…»)!

Η Βενετία, για ακόμη μια φορά, θα ικανοποιήσει, «απλόχερα» και με κάθε επισημότητα, τα αιτήματα των μοναχών.

Έτσι, και σύμφωνα με τα (a beneplacito της Γαληνοτάτης) διαταχθέντα, στην από 4 Ιουνίου 1554 Απόφαση του Προνοητή Ζακύνθου Francesco Barbaro, παραχωρείται στους μοναχούς της μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, η κυριότητα (ιδιοκτησία), η νομή και κατοχή όλης της πετρώδους, ακαλλιέργητης και υπ’ ουδενός κατεχόμενης (βλ. αδέσποτης) γύρω περιοχής («…gli concedeva il luoco posto circuncirca…») ή όπως αυτολεξεί μεταφράζει ο ιστορικός Λεωνίδας Χ. Ζώης «…όλος ο πέριξ της μονής ακαλλιέργητος και υπ’ ουδενός κατεχόμενος χώρος…», ξεκινώντας, όπως με σαφήνεια διαβάζουμε στην ανωτέρω Απόφαση, από «…το στόμιο του πελάγους (Stomio del Mare) έως να πάνε απάνου εις τα λαγγάδια του Σελιμά… και από ’κει να πάρουν την αριστερή πλευρά μέχρι να φτάσουν στον τόπο που πλησιάζει στη θάλασσα και που ονομάζεται Τράχηλας…».

Αμέσως μετά την ιστορική Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1554, η οποία μεταγράφηκε, αυτούσια και με κάθε λεπτομέρεια, στη σελίδα 2 του Α΄ Κώδικα της Μονής και την οποία διαβάσαμε, πρόσφατα, και σε αντίγραφα από τα Βενετικά Αρχεία (βλ. «A.S.V., Senato Mar, filza 92»), οι μοναχοί της Ιεράς Μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, επιλέγουν ως τόπο ανέγερσης του νέου μοναστηριού τους, την κορυφή του παρακείμενου λόφου Σούρμπη, εντός της παραχωρούμενης, κυριευόμενης και καταληφθείσης, τριγύρω, «αδέσποτης» περιοχής, σε απόσταση, περίπου, 1,2 χιλιομέτρου (ανατολικά και σε ευθεία γραμμή) από την παλαιά μονή του «Κάτου Αι Γιώργη», και τριακόσια- τριάντα (330) μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, δηλαδή, στην ίδια ακριβώς θέση που βρίσκεται μέχρι και σήμερα το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών.

Η επιλογή της νέας αυτής τοποθεσίας μοιάζει να σχετίζεται περισσότερο με την ασφάλεια των μοναχών, την οργάνωση της φύλαξης και άμυνας της περιοχής (βλ. βίγλες- σκοπιές), την εύκολη πρόσβαση από το παλιό στο νέο μοναστήρι (διαμέσου του βατού και προσβάσιμου λαγκαδιού «Βρυσιδάκι», ανάμεσα στα όρη «Γούνος» και «Σούρμπη») και, κυρίως, την δυνατότητα προσωρινής στέγασης των μοναχών, καθ’ όλη την διάρκεια των εργασιών, στη γειτονική Ιερά Μονή των Αγίων Πάντων, η οποία διέθετε το ναό των Αγίων Πάντων αλλά και κάποια οικήματα για κελιά των μοναχών.

Και στο σημείο αυτό κρίνω, πως αξίζει πραγματικά τον κόπο να τύχει ειδικής αναφοράς η άγνωστη σε πολλούς, μα τόσο σημαντική και ιστορική, μονή των Αγίων Πάντων:

Η μονή των Αγίων Πάντων κτίστηκε σε άγνωστη, μέχρι σήμερα, χρονολογία στη θέση Βίγλα του λόφου Σούρμπη. Η αρχαιότερη χρονολογική ένδειξη παρουσίας του κτίσματος (βλ. μοναστήρι) είναι, σύμφωνα με τον Διονύση Μούσουρα, του έτους 1568 ενώ η τελευταία γνωστή περιγραφή του Μετοχίου των Αγίων Πάντων συναντάται στο Κτηματολόγιο της μονής του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών, του έτους 1757. Όπως αναφέρει ο Δ. Μούσουρας «…στην περίπτωση των Αγίων Πάντων σημειώνεται η εκκλησία και ένας φανός, ο οποίος πρέπει να ευρίσκετο πλησίον αυτής. Τούτο μας επιτρέπει να ορίσουμε τη θέση του παλαιού αυτού ναού επί της κατωφερείας του υψώματος, όπου ευρίσκεται η μονή σήμερα, και προς τη θάλασσα σε σημείο, απ’ όπου ο φανός θα ήταν ορατός στους ναυτιλλομένους…».

Συνεχίζοντας, και με βάση τα αρχειακά ιστορικά στοιχεία, τα οποία προσκομίζει και παραθέτει ο Α.Σ. Μπισκίνης, πληροφορούμαστε ότι: «…Κατά τα μέσα του 16ου αιώνος υπήρχε πλησίον της Μονής του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών ετέρα Μονή ή των Αγίων Πάντων, ήτις ηνώθη μετ’ εκείνης του Αγίου Γεωργίου του Κάτου (δηλ. του Κάτου Αι Γιώργη) και έκτοτε απετέλεσαν μίαν Μονήν διοικουμένην υφ’ ενός και μόνον Ηγουμένου… η Μονή των Αγίων Πάντων έκειτο εις θέσιν Σούρμπη πλησιαίστατα της ιδρυθείσης του αγίου Γεωργίου των Κρημνών. Εις ταύτην εμόνασε συν τοις άλλοις κατά τα μέσα της δεκάτης εβδόμης εκατονταετηρίδος και ο Ναθαναήλ χίος την πατρίδα και πρώην Αρχιεπίσκοπος Λευκάδος…».

Σύμφωνα, λοιπόν, με τις δύο ανωτέρω πολύ σημαντικές αναφορές, αποδεικνύεται ότι ανάμεσα στην παλιά μονή του «Κάτου Αι Γιώργη στο Νησί» και τη νέα μονή του Αγίου Γεωργίου στον λόφο Σούρμπη, υπήρξε ως γέφυρα, ανάμεσα στα δύο αυτά ιστορικά μοναστήρια, η μονή των Αγίων Πάντων, η οποία αφού συγχωνεύθηκε μετά της μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» αποτέλεσαν, από κοινού, το παλαιότερο από τα Μετόχια της νέας Ι.Μ. του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών. Το ιστορικό μοναστήρι των Αγίων Πάντων, κτισμένο πάνω στο φυσικό μονοπάτι (βλ. λαγκάδι Βρυσιδάκη), το οποίο ένωνε τις δύο μονές, δηλαδή του «Κάτου Αι Γιώργη στο Νησί» και της νέας μονής του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών στον παρακείμενο λόφο Σούρμπη, ορίσθηκε και για πολλά χρόνια αποτέλεσε το προσωρινό κατάλυμα (μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες οικοδόμησης της νέας μονής), το κατοικητήριο αλλά και το κοιμητήριο των μοναχών της παλαιάς μονής του «Κάτου Αι Γιώργη».

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη ιστορική αναδρομή και επανερχόμενοι στην ιστορική Απόφαση της 4ης Ιουνίου 1554 του Προνοητή Ζακύνθου Francesco Barbaro, θα πρέπει, κάπου εδώ, να επαναλάβω ότι με την ανωτέρω Απόφαση, αφενός μεν, επικυρώθηκε η απόδοση της μονής και του «τόπου εκείνου» (βλ. «Κάτου Αι Γιώργης» των Κρημνών) στους αδελφούς του μοναστηριού και, αφετέρου δε, τούς παραχωρήθηκε και όλος ο τριγύρω τόπος από το Στόμιο του πελάγους μέχρι βόρια στης «Συκιάς το λαγκάδι» και τον Τράχηλα.

Ακόμη, με την ανωτέρω Απόφαση, κατοχυρώνονταν και ορισμένες νέες διατάξεις για την εύρυθμη λειτουργία του μοναστηριού, τις οποίες και είχαν ζητήσει, με την αίτησή τους, οι καλόγεροι του Αι Γιώργη, όπως η μέριμνα για τα «πράγματα» των ναυαγίων ή η μη πώληση κρασιού, από ιδιώτες και καλόγερους, κατά την ημέρα εορτασμού της μνήμης του Αγίου Γεωργίου κ.α..

Όπως διαβάζουμε στην υπ’ αριθ. 3 σελίδα του Α΄ Κώδικα του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών, στις 4 Αυγούστου 1561, και ενώ οι εργασίες ανέγερσης του νέου μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου στον παρακείμενο λόφο Σούρμπη, συνεχίζονταν πυρετωδώς, ο Προνοητής Ζακύνθου Francesco Pisani θα επικυρώσει, μετά από αίτηση του ευλαβεστάτου καλόγερου Βαρλαάμ, τον ορισμό του στρατιωτικού διοικητή Ζακύνθου Εμμανουήλ Μονδίνου, σχετικά με τις σκοπιές- βίγλες «…προς φύλαξιν του μέρους εκείνου και των γειτνιαζουσών κωμών εκ της των πειρατών επιδρομής…».

«…Εμίς φραντζέσκος πιζάνις, με δουκάλε της γαλινοτάτης αφεντίας των Ενετών προβλεπτής τις Ζακύνθου, επιδί και ενεφανίστι κατεμπροστέν μας ο ευλαβέστατος Βαρλαάμος Καλόγερος του αγίου Γεωργίου των Κρεμνών ταπεινώς μας παρακαλί και ζιτεί να φχαριστηθούμε να κάμομε μια τερμινατζιόν με την οπίαν να ίνε κομφερμάδα κάπια ορδηνία όπου έκαμε ο μανόλις μοντίνος…».

Το ίδιο έτος (1561), και σύμφωνα με πληροφορία την οποία αντλούμε από τα Χρονικά του Διονυσίου Βαρβιάνη, φαίνεται να ολοκληρώθηκε και η κατασκευή, εντός του περιβάλλοντος χώρου του παλιού μοναστηριού του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, του αμυντικού πύργου της μονής, γεγονός το οποίο μοιάζει να συνδέεται, άμεσα, με την ανωτέρω Διαταγή του Francesco Pisani.

Ο ορισμός του Francesco Pisani του έτους 1561, θα επικυρωθεί λίγο αργότερα, μαζί με όλες τις μέχρι τότε παραχωρήσεις, προς το μοναστήρι του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, από τους Francesco Soranzo, Giacomo Molino, Giovani Dolfino και Paolo Contarini, όλους Προνοητές της Νήσου Ζακύνθου, αποδεικνύοντας ότι στα χρόνια που ακολούθησαν οι μοναχοί της μονής του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών δεν έμειναν, σε καμία περίπτωση, αδρανείς.

Έχοντας ήδη ολοκληρώσει την ανοικοδόμηση του νέου μοναστηριού τους (γύρω στα 1565), εντός του περιβάλλοντος χώρου της παλιάς μονής του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, στην κορυφή του παρακείμενου λόφου Σούρμπη, και «…κινούμενοι μεθοδικά, με επανειλημμένες αιτήσεις τους προς διάφορες κατευθύνσεις, πέτυχαν την επικύρωση κι άλλων παραχωρήσεων προς το μοναστήρι τους…».

Έτσι στις 31 Ιουλίου 1570 ο Γενικός Καπετάνιος της Θάλασσας (capitano General da Mar) Hieronimo Zane, ο οποίος ναυλοχούσε εκείνη την περίοδο στο λιμάνι της Ζακύνθου, θα κάνει αποδεκτό το αίτημα των μοναχών της μονής του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών, επικυρώνοντας για ακόμη μια φορά, με κάθε επισημότητα, όλες όσες παραχωρήσεις είχαν γίνει μέχρι τότε στο μοναστήρι, διατάσσοντας, μάλιστα, να τηρούνται και στο μέλλον. Απόφαση, η οποία μεταγράφηκε στην υπ’ αριθ. 4 σελίδα του Α΄ Κώδικα της μονής και η οποία αναγνώσθηκε και στο υλικό (φάκελο) το οποίο παραλάβαμε από τα Βενετικά Αρχεία (βλ. «A.S.V., Senato Mar, filza 92»).

Σύμφωνα με τον Γ. Τσικνάκη «…οι συνεχείς εκχωρήσεις προς το μοναστήρι από την πλευρά της βενετικής διοίκησης της Ζακύνθου συνιστούσαν, χωρίς άλλο, μια θετική εξέλιξη γι’ αυτό. Υπήρχε όμως ο κίνδυνος κάποια στιγμή οι παραχωρήσεις αυτές να αναιρεθούν… Για την πλήρη κατοχύρωση των αποφάσεων που είχαν ληφθεί υπέρ του μοναστηριού, χρειαζόταν η έγκριση του βενετικού κράτους...». Προς αυτήν, λοιπόν, την κατεύθυνση στόχευε και η αίτηση, την οποία κατέθεσαν στις 22 Απριλίου 1584, οι αδελφοί της μονής (poveri calogeri dell’ heremo di San Giorgio ai Grebani del Zante) προς τον δόγη της Βενετίας Nicolo Da Ponte και τους Savi agli Ordini, μια από τις τρεις(3) επιτροπές εμπειρογνωμόνων του Collegio, ζητώντας από την Γαληνοτάτη Δημοκρατία την αναγνώριση και επικύρωση όλων των μέχρι τότε παραχωρήσεων προς το μοναστήρι τους (βλ. «A.S.V., Senato Mar, filza 92»)!

Η αίτησή τους, και αυτή τη φορά, δεν μοιάζει να διακρίνεται για την πρωτοτυπία της, όπως διαβάζουμε σε μια πρώτη πρόχειρη μετάφραση του αυθεντικού κειμένου της επιστολής, το οποίο ανακαλύψαμε στις υπ’ αριθ. 5-6 σελίδες του Α΄ Κώδικα του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών: «…εμείς οι φτωχοί καλόγεροι του ερημητηρίου του Αγίου Γεωργίου στα Κρημνά της Ζακύνθου, ταπεινοί υπηρέτες του Ιησού Χριστού, πιστοί υπήκοοι της Γαληνότητάς Σας και της φωτεινής Κυριαρχίας Σας, σας εκθέτουμε ότι στον τόπο όπου κατοικούμε βρίσκεται μια μικρή εκκλησία, ήδη αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο. Καθώς όμως η περιοχή ήταν εγκαταλελειμμένη, λόγω της παρουσίας πειρατών, έρημη, πετρώδης, κρημνώδης, ακαλλιέργητη και δεν αποτελούσε ιδιοκτησία κανενός, ένας μοναχός ονομαζόμενος Βαρλαάμ Μπελέτης, μαζί με τον σύντροφό (φίλο) του Μακάριο, πήγαν σε ‘κείνο τον τόπο για να υπηρετήσουν τον Κύριο. Και για να προφυλαχθούν από τον αέρα της νύχτας (νυκτερινή ατμόσφαιρα) από τη βροχή και τον ήλιο έφτιαξαν μια μικρή καλύβα και ακολουθώντας παραδειγματική ζωή, πραγματοποιώντας συνεχείς προσευχές και νηστείες και καταπονώντας το σώμα τους, λίγο- λίγο σε διάστημα δεκαπέντε ετών επισκεύασαν την κατεστραμμένη εκκλησία και ήταν τόσο παραδειγματικοί (πρότυπα) που προσέλκυσαν κοντά τους κι άλλους θεοσεβούμενους χριστιανούς.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Βαρλαάμ και Μακάριος δημιούργησαν εκεί την πρώτη κατοικία τους καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα. Καθώς οι σύντροφοί τους αυξάνονταν ο Μακάριος πέθανε και ο Βαρλαάμ θέλησε να του αναγνωριστεί- παραχωρηθεί ο τόπος από τους τοπικούς βενετούς αξιωματούχους (αντιπροσώπους).

Και για τη χρήση του κατάφερε να πείσει και παρέλαβε από τον Προνοητή Ζακύνθου Κορνήλιο Μπάρμπαρο (1550), η εκκλησία εκείνη και ο τόπος να είναι δικός του και εκείνων των μοναχών, οι οποίοι θα συνέχιζαν να κατοικούν εκεί.

Η συγκεκριμένη απόφαση επικυρώθηκε ακολούθως για λογαριασμό του από τον κύριο Φραγκίσκο Μπάρμπαρο 1554 με την επιπλέον προσθήκη της παραχώρησης της γύρω περιοχής, που ήταν πετρώδης, ακαλλιέργητη, αδιαμόρφωτη, άχρηστη, που δεν κατεχόταν από κανέναν και περικλειόταν από τα όρια της παραχώρησης.

Στις 4 Αυγούστου 1560, ο κύριος (Προνοητής) Φραγκίσκος Πιζάνης για την προστασία αυτού του τόπου και των κοντινών χωριών, υποχρέωσε του μοναχούς αυτού του μοναστηριού να κάνουν, μαζί με τους κατοίκους των κοντινών χωριών, κάθε εβδομάδα τη φρουρά με κλήρο για την προφύλαξη από τις φούστες.

Όλα αυτά, εκτός του ότι επικυρώνονταν από καιρού εις καιρόν από τους Προνοητές επικυρώθηκαν και από τον γενικό καπετάνιο (Προνοητή) της θάλασσας κύριο Ιερώνυμο Τζάνε στις 9 Μαΐου 1570.

Επιπλέον και ακόμη περισσότερο παραχωρήθηκε από τον Προνοητή Ζακύνθου κύριο Αλβίζε Μινότο η βραχονησίδα Άγιος Νικόλαος στο Σχινάρι, άγονη, ακαλλιέργητη, πετρώδης, και μη υποκείμενη στην ιδιοκτησία κανενός, από την οποία δεν παραγόταν τίποτα χρήσιμο, και με τη συγκατάθεσή Σας.

Τώρα οι δώδεκα μοναχοί αυτού του τόπου ζητούν ταπεινά από την Γαληνότητά Σας να επικυρώσει όλους τους παραπάνω- προαναφερόμενους ορισμούς, τις πράξεις και παραχωρήσεις του Τζάνε και του Μινότο, ώστε να μην υπάρχει υποψία καμίας αμφισβήτησης και να μπορέσουν (οι μοναχοί) να συνεχίσουν το έργο τους και να αφοσιωθούν στην υπηρεσία του Θεού, προσευχόμενοι πάντα για την διαφύλαξη και επέκταση της κυριαρχίας της Γαληνότητάς Σας (του Βενετικού Κράτους και του Δόγη)…» (βλ. «A.S.V., Senato Mar, filza 92»).

Έτσι, και με τη σύμφωνη γνώμη των πρώην Προνοητών Ζακύνθου Bernardo Contarini και Zuane Antonio Venier, η Βενετική Σύγκλητος, με την από 29 Μαρτίου 1586 Απόφαση της, αναγνώρισε, ενέκρινε και επικύρωσε όλες τις μέχρι τότε παραχωρήσεις (βλ. προνόμια, κτήματα, άγριοι τόποι κ.α.), προς τους μοναχούς της μονής του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών.

Η Απόφαση αυτή μεταγράφηκε στις υπ’ αριθ. 6-8 σελίδες του Α΄ Κώδικα της μονής και παραλήφθηκε, αυτούσια, και από τα Βενετικά Αρχεία (βλ. «A.S.V., Senato Mar, filza 92»).

Τις επόμενες δεκαετίες το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών θα γνωρίσει μια πρωτοφανή, για τα δεδομένα της εποχής, οικονομική και πνευματική άνθηση (ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι στο μοναστήρι του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών μόνασαν ο Γεράσιμος ο Νοταράς, ο θαυματουργός άγιος και πολιούχος της Νήσου Κεφαλληνίας, ο Βαρλαάμ Μπελέτης, ο Βαρλάμ Σμύρνος, ο «ρακενδύτης» θεολόγος, λόγιος, συγγραφέας και κωδικογράφος, πρωτοπόρος για την εποχή του, Παχώμιος Ρουσάνος κ.α.).

Ωστόσο, η παλαιά μονή του «Κάτου Αι Γιώργη» των Κρημνών, άσβηστος φάρος της Ορθοδοξίας και μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς, θα συνεχίσει, συνενωμένη μετά της μονής των Αγίων Πάντων, να αποτελεί εις το διηνεκές το πρώτο και σημαντικότερο Μετόχι της Ι.Μ. του Αγίου Γεωργίου των Γκρεμνών, αφού μέχρι και πρόσφατα (2004) ο Ηγούμενος και οι γέροντες του μοναστηριού δεν ξεχνούσαν ποτέ, παρά το δύσβατο του εδάφους, να την επισκέπτονται και να ιερουργούν, τιμώντας την μνήμη του μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Εμφανίσεις: 301911
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: