22η ημέρα ''ΕΟΡΤΙΑ 2024''

Μὲ πρώτη λατρευτικὴ ἐκδήλωση τὸν Ὄρθρο καὶ τὴν θεία Λειτουργία ξεκίνησε καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα.
Ἀπὸ τὶς 9:00 π.μ. μέχρι καὶ τὶς 2:00 μ.μ. ἡ Ἐνοριακὴ Νεανικὴ Ἑστία τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγ. Ἐλευθερίου-ὁδοῦ Ἀχαρνῶν πραγματοποίησε αἱμοδοσία στὸ πλαίσιο τῶν ΕΟΡΤΙΩΝ.
Μὲ προθυμία προσέτρεξαν ὅλοι οἱ δυνάμενοι καὶ ἔδωσαν αἷμα γιὰ τὶς ἀνάγκες ποὺ συχνὰ προκύπτουν γιὰ μεταγγίσεις αἵματος.
Στὶς 11π.μ. ἐψάλη Ἱερὰ Παράκληση στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο τὴν Κοσμοσώτειρα.
Τὸ ἀπόγευμα στὶς 6:00 τελέστηκε Ἑσπερινὸς καὶ Μικρὸς Ἁγιασμὸς μετὰ παραθέσεως πλειάδος ἱερῶν λειψάνων πρὸς προσκύνηση καὶ εὐλογία τῶν πιστῶν.
Στὴν τέλεση τοῦ Ἁγιασμοῦ συμμετεῖχαν οἱ ἐφημέριοι τοῦ Ναοῦ καὶ ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Γεννάδιος Βατοπαιδινός.
Σὲ ὅλους τοὺς παρευρεθέντες διανεμήθηκαν φιαλίδια μὲ Ἁγιασμό.
Ἡ ὁμιλία τῆς ἡμέρας στὶς 7:00 μ.μ. ἔγινε ἀπὸ τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Γεννάδιο Βατοπαιδινό, μὲ θέμα: «Ἡ ἐγκράτεια κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, ὡς στοιχεῖο μετουσίας στὸ θεῖον».
Προλογίζοντας τὸν ὁμιλητὴ ὁ Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ, π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου, ἀνέφερε: «Ὅλα τὰ ὡραῖα ἔχουν ἕνα τέλος. Σήμερα εἶναι ἡ τελευταία μας ὁμιλία, καθὼς διάγουμε τὴν 22η ἡμέρα τῶν ΕΟΡΤΙΩΝ 2024 καὶ βρισκόμαστε ἐπὶ θύραις τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
Δὲν θὰ θέλαμε αὐτὰ τὰ ΕΟΡΤΙΑ μας νὰ μὴν κλείσουν μὲ μιὰ φωνὴ ἐξ Ἁγίου Ὄρους, γιατὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ μᾶς εἶναι ἡ μάνα μας.
Εἶναι ἡ φιλόστοργος μητέρα ποὺ μᾶς φροντίζει μὲ τὶς καθημερινὲς ἀδιάλειπτες προσευχὲς τῶν μοναζόντων ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι νυχθημερὸν δίνουν τὸ εἶναι τους γιὰ νὰ κρατήσουν πολὺ ψηλὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοσή μας.
Γιὰ μᾶς εἶναι τὸ ἴνδαλμα, γιὰ μᾶς εἶναι Ἅγιος Τόπος. Γι’ αὐτό, μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου μας Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερωνύμου τοῦ Β΄καὶ μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου Γέροντος Ἐφραίμ, προσκαλέσαμε τὸν ἀγαπητὸ μας ἀδελφό, τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Γεννάδιο Βατοπαιδινό, νὰ μᾶς ὁμιλήση γιὰ τὸν Μέγα Βασίλειο».
Ἀπευθυνόμενος στὸν π. Γεννάδιο μετέφερε τὶς εὐχὲς τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου γιὰ τὴν ἐδῶ παρουσία του, γιὰ τὴν συμβολή του στὸ γεώργιο τῆς ἐνορίας καὶ γιὰ τὴν βοήθειά του στὴν πνευματικὴ ἄνοδο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Παρακάλεσε δὲ τὸν π. Γεννάδιο νὰ μεταφέρη στὸν Γέροντα Ἐφραὶμ τὴν ἀγάπη, τὸν σεβασμὸ καὶ τὶς υἱικὲς εὐχὲς ὅλων γιὰ ἔτη εὐλογημένα καὶ ἁγιασμένα στὴν ἱερὰ ὁλκάδα τῆς Ἱερᾶς Μεγίστης Μονῆς Βατοπαιδίου.
Ἀκολούθως ἔλαβε τὸν λόγο ὁ π. Γεννάδιος, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν δοξολογία του στὸν Θεὸ γιὰ τὴν δυνατότητα νὰ βρίσκεται στὸν Ἱ.Ν. τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου καὶ εὐχήθηκε στὸν ἑορτάζοντα π. Θεμιστοκλῆ νὰ εἶναι πλούσιοι οἱ καρποὶ στὴν οἰκογένειά του ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν ἀμπελώνα, ὅπου τὸν ἔθεσε ὁ Κύριος νὰ ποιμαίνη τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
Εὐχαρίστησε τὸν Γέροντα Ἐφραὶμ ποὺ ἐπέτρεψε τὴν ἐδῶ παρουσία του καθὼς καὶ τὸν Μακαριώτατο, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὴν σχετικὴ ἄδεια.
Ἀρχίζοντας τὴν ὁμιλία του, εἰσαγωγικὰ ὑπογράμμισε ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀκουστῆ ὁ λόγος τῶν Πατέρων σήμερα ποὺ ἐπικρατεῖ ἡ σύγχυση στὰ πάντα, ποὺ ἡ ἁμαρτία καταρρακώνει τὴν ὕπαρξή μας, ποὺ οἱ ἄνθρωποι φλυαροῦν χωρὶς νὰ ἔχουν νὰ ποῦν κάτι σημαντικό.
Ὁ λόγος τῶν Πατέρων, τόνισε ὁ π. Γεννάδιος, εἶναι λόγος καθαρός, μεστός, ἁπλός, ζωντανός, πλούσιος, δυνατός, ἀκαταμάχητος, ζωογόνος, πνευματοφόρος, σωτήριος, μεγαλειώδης, βάλσαμο γιὰ τὴν ζωή μας.
Εἶναι λόγος θεϊκός, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἕτοιμος νὰ καταυγάση τὶς ψυχές μας.
Στὴν συνέχεια ὁ π. Γεννάδιος παρουσίασε τὴν προσωπικότητα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως τὴν προβάλλει ὁ ὑμνογράφος του Ἰωάννης Δαμασκηνός.
Κατ’ αὐτόν, ἡ φωτεινὴ παρουσία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὴν Ἐκκλησία στηρίχτηκε σὲ δύο παράγοντες:
α) Στὸν καθαρὸ καὶ ἁγνὸ τρόπο τῆς ζωῆς του, μὲ τὸν ὁποῖο ἔκανε τὸν Χριστὸ ἔνοικο τῆς ψυχής του,ὁ ὁποῖος ἔκανε τὸν Βασίλειο νὰ ἀναβλύση ποταμοὺς δογμάτων εὐσεβῶν γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
β) Στὴν τεράστια παιδεία του, κοσμικὴ καὶ ἐκκλησιαστική, καρπὸ τῶν πολυετῶν του σπουδῶν, τῆς μεγαλοφυοῦς διανοίας του καὶ τῆς ἐφέσεώς του πρὸς τὸν Θεό.
Κοντὰ σ’ αὐτὰ ὁἅγιος ὑμνογράφος ἀναφέρει καὶ τὴν ἐλεήμονα προσφορά του στὸν συνάνθρωπο, ἰδίως μὲ τὴν «Βασιλειάδα».
Προσθέτοντας καὶ τὸ μαρτυρικὸ φρόνημα τοῦ Ἁγίου, καταλαβαίνουμε, σχολιάζει ὁ π. Γεννάδιος, ὅτι μιλᾶμε γιὰ ἅγιο ποὺ καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ μεγάλου εἶναι ἐλλιπής.
Ἐν συνεχείᾳ σκιαγραφεῖται ἐν συντομίᾳ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τόσο τῆς ἐποχῆς πρὶν ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο ὅσο καὶ αὐτὸ τῆς ἐποχῆς του, γιὰ τὴν πληρέστερη κατανόηση τῆς διδασκαλίας του.
Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἑρμηνεύονται οἱ διωγμοὶ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας στοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς της ὡς προσπάθεια τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας νὰ ἁντιμετωπίση τὸν κίνδυνο ἀπὸ τὴν ὑπονόμευση τῶν ἰδεολογικῶν της θεμελίων ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη.
Συνεπῶς οἱ μὲν συνειδητοὶ χριστιανοὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουν καὶ τὴν ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τους ἡ δὲ Ἐκκλησία ἀδυνατεῖ νὰ καταθέση δημόσια τὴν πρόταση ζωῆς ποὺ φέρει.
Μὲ τὸν Μ. Κων/νο τὰ πράγματα ἀλλάζουν καὶ ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ ἀνεμπόδιστα νὰ ὑπηρετήση τὸ ὅραμά της γιὰ καθολικὴ ἑνότητα.
Στὴν συνθήκη αὐτὴ ὅμως ἐπισημαίνεται ἕνας κίνδυνος γιὰ τὴν Ἐκκλησία: ἡ νόθευση τοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ ὑποβιβασμός του σὲ συμβατικὸ κώδικα καλῆς συμπεριφορᾶς ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἰσέρχονται σ’ αὐτὴν χωρὶς συνειδητὴ ἐπιλογὴ καὶ χωρὶς κατάλληλη προετοιμασία.
Αὐτὸν τὸν κίνδυνο ὀφείλει νὰ θυμᾶται διαρκῶς ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ χρέος αὐτὸ ἀναλαμβάνουν οἱ μοναχοί, οἱ ὁποῖοι θυμίζουν τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ πιστοὺς ὅτι πρέπει νὰ πολιτεύονται μὲ βάση τὰ χριστιανικὰ κριτήρια.
Ἐδῶ ἔρχεται νὰ συμβάλη ὁ Μέγας Βασίλειος στὴν ὀργάνωση καὶ λειτουργία τοῦ μοναχισμοῦ μὲ τὴν συγγραφὴ κανόνων, ποὺ προάγουν τὴν μοναστικὴ στοχοθεσία.
Καὶ συνέβαλε ὥστε ὁ μοναχισμὸς νὰ κατευθύνη τοὺς πιστοὺς πρὸςὰ πρώτιστα: τὴν οἰκειότητα μὲ τὸν Θεό, τὴν ἀδελφικὴ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπο, τὴν εὐαισθησία ἀπέναντι στὸ περιβάλλον, τὴν ἐσωτερικὴ κάθαρση, τὴν πνευματικὴ αὐτογνωσία, τὴν προσευχή, τὴν χαρὰ τῆς δωρεᾶς, τὴν ἀθανασία.
Ὅμως μὲ τὴν ἁμαρτία ὁ ἄνθρωπος ἀπέστρεψε τὴν ἐπιθυμία του ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν κατηύθυνε στὸν αἰσθητὸ κόσμο ἀναζητώντας τὴν αἰσθητὴ ἡδονή. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν διαστροφὴ προέρχονται πολλὰ πάθη.
Γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ψυχῆς πρέπει νὰ ἀκολουθηθῆ ἡ ἀντίστροφη πορεία: ὁ ἄνθρωπος ἀποστρέφει τὴν ἐπιθυμία ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ καὶ τὴν ἐπιστρέφει στον Θεό.
Ἡ διαδικασία αὐτὴ ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιθυμία καὶ οἱ δυνάμεις ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἀσκοῦνται σύμφωνα μὲ τὸν φυσιολογικὸ σκοπό τους. Πρωταρχικὸ ρόλο σ’ αὐτὸ παίζει ἡ ἐγκράτεια.
Ἡ σημασία της φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τὴν ἀπαριθμεῖ στοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε στοὺς πρωτοπλάστους, εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐφήρμοσε ἀπολύτως ὁ Κύριος στὴν ἐπίγεια ζωή Του καὶ πάνω στὴν ὁποία οἰκοδομήθηκε ὅλη ἡ ἀρετὴ τῶν Ἁγίων.
Ἡ ἐγκράτεια λείπει ἀπὸ τὴν σημερινὴ ζωἠ καὶ ἡ ἔλλειψή της, ἡ «ἀκρασία», ἐπιφέρει μεγάλο κακὸ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.
Γιγαντώνονται τὰ πάθη μας, πληθαίνει ἠ ἁμαρτία, τὸ κακὸ μᾶς περισφίγγει ἀπὸ παντοῦ.
Στὴν στενή της σημασία, κυριαρχεῖ στὶς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες τοῦ σώματος.
Στὴν εὐρεῖα σημασία της, ἐπεκτείνεται καὶ στὶς ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς, οἱ ὁποῖες συμβάλλουν στὴν δημιουργία τῶν παθῶν.
Ἡ ἐγκράτεια ἀσκεῖται ἑπομένως σὲ ὅλες τὶς σωματικὲς ἢ ψυχικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ ἀνταποκρίνονται στὶς ἐπαθεῖς ἐπιθυμίες.
Στοχεύει στὴν κυριαρχία πάνω στὶς σωματικὲς ὁρμές ἀλλὰ καὶ στοὺς λογισμοὺς καὶ στὶς φαντασίες.
Στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν μοναχὸ Οὐρβίκιο ὁ Μέγας Βασίλειος σχετικὰ μὲ τὴν ἐγκράτεια ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:
Καρπὸς τῆς ἐγκράτειας εἶναι ἡ μέθεξη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἄρνηση τοῦ σώματος καὶ ὑπόσχεση πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τήρηση τοῦ θελήματός του.
Ἐγκράτεια εἶναι ὁ Θεός, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ τίποτε, ἀλλὰ ἔχει τὰ πάντα μέσα του. Εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
Τελειώνοντας τὴν ὁμιλία του εὐχήθηκε μιμούμενοι τὴν πίστη, τὴν ζέση καὶ τὴν ταπείνωση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς οἶκος Χριστοῦ καὶ κάτοικοι τοῦ Παραδείσου
Ἀκολούθησε τὸ Ἐνοριακὸ Ἀρχονταρίκι, ὅπου ὁ π. Γεννάδιος συζήτησε μὲ τοὺς πιστοὺς καὶ ἀπάντησε σὲ ἐρωτήματα.
Ἡ ἡμέρα ἔκλεισε μὲ Μικρὸ Ἀπόδειπνο μετὰ Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὴν μονολόγιστη εὐχἠ.
















