Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 16/11 16:30

p.nektarios.paris 1Τοῦ Νεκταρίου Πάρη, Δρ.Θ., D.Μ. στην Romfea.gr

Ἀρχιμ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου

Καθηγητoῦ ΤΜΕΤ ΠΑΜΑΚ


Πρὸ τῆς ἐκδημίας τοῦ Μίκη Θεοδωράκη ἀλλὰ καὶ μετά, βλέπομε νὰ ἁπλώνονται πλήθη ἐγκωμίων γιὰ τὸ πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ μεγάλου μουσικοῦ καὶ καλλιτέχνη, ποιὸς ὅμως θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθεῖ ἐπαρκῶς γιὰ αὐτὸν τὸν ὀγκόλιθο παγκοσμίου ἀναγνωρίσεως ποὺ ἐκαλεῖτο Μίκης Θεοδωράκης;

Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐρώτημα τὸ ὁποῖο ἀπασχολεῖ ἅπαντες, μουσικοὺς καὶ μή. Ἡ περιγραφὴ τοῦ ἔργου καὶ τῆς προσφοράς τοῦ Μίκη Θεοδωράκη δὲν μποροῦν νὰ περιορισθοῦν μέσα σὲ αὐτὲς τὶς ἐλάχιστες γραμμές, οἱ ὀποἰες δὲν δίδουν τὸ ἀπαραίτητο περιθώριο ὥστε νὰ ἐκφρασθεῖς περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Μίκη.

Προσωπικῶς θὰ ἐπιχειρήσω νὰ θέσω ἐπὶ τῆς τραπέζης ὀλίγα γιὰ τὸν ἀξιομνημόνευτο αὐτόν ἄνδρα.

Σπουδαίοι θεολόγοι, πολιτικοὶ καὶ ἔγκριτοι μουσικοὶ τῆς δυτικῆς μουσικῆς ἔγραψαν πολλὰ γιὰ τὲν ἕλληνα μουσικό.

Ὅμως στὴν Ψαλτικὴ ἀνατολὴ ἀναρωτιόμαστε ποιὰ εἶναι ἄραγε ἡ προσφορά του στὸν δικό μας κλάδο, τὸ θέμα αὐτὸ θὰ προσπαθήσομε νὰ ψηλαφήσομε.

Ἡ οἰκογένεια τοῦ Μίκη Θεοδωράκη μὲ ρίζες ἀπὸ τὴν Μικρά Ἀσία, εἶχε καὶ βαθειὰ θρησκευτικότητα.

Ἔτσι τὰ μέλη της εἶχαν τὴν συνήθεια νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ψάλλουν στὸ σπίτι, μεταδίδοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὰ πρώτα ἀκούσματα στὸν μικρὸ Μίκη.

Ἀπὸ μικρὴ ἠλικία, ἀπὸ τότε ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Χίο εἶχε τὶς πρῶτες ἐπαφὲς μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ στοιχείο.

Σὲ παλαιά του συνέντευξη ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ ὅτι τοῦ ἄρεσε νὰ ἀκούει νὰ ψάλλουν ἡ μητέρα του μαζὶ μὲ τὴν γιαγιὰ καὶ τὶς θεῖες του.

Τὶς χαρακτήριζε καλλίφωνες, αὐτὸ ὅμως τὸ ὁποῖο τοῦ εἶχε χαραχθεῖ στὴν μνήμη ἔντονα καὶ τοῦ ἄρεσε ἰδιαίτερα ἦταν τὸ τροπάριο τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου «Τὴν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας σου».

Ἔμαθε νὰ τὸ ψάλλει καὶ ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ ἀκούσματα τὸ ὁποῖο ἀργότερα ἐπέδρασε πάνω στὴν μουσική του γραφίδα. Θεωροῦσε ὅμως μουσικό ὀγκόλιθο τὸ κοντάκιο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ». Δὲν δίσταζε νὰ ἐκδηλώνει τὶς σκέψεις του γιὰ τὴν ψαλτικὴ καὶ τὸν ρόλο της στὴν προσωπική του ζωή.

Ἡ πορεία του δὲν σταμάτησε μόνο σὲ αὐτά. Στὴν συνέχεια τοῦ βίου του, ὅταν οἰκογενειακῶς ἐγκαταστάθησαν στὸ Ἀργοστόλι Κεφαλονιᾶς, τὸν ξεχώρισε γιὰ τὴν φωνή του ὁ Μητροπολίτης καὶ τὸν ἐπέλεγε γιὰ τέσσερα χρόνια νὰ ψάλλει ὡς μονωδὸς (solist) σὲ διάφορες ἐκδηλώσεις.

Ἡ παιδικὴ χορωδία ἀπήγγελλε τὰ Ἐγκώμια τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ὕστερα ἀπὸ χρόνια παρατηροῦμε νὰ ἐμφανίζονται στὰ ἔργα του τὰ Ἐγκώμια, εἰδικότερα τὰ συναντοῦμε στὴν 3η συμφωνία του.

Γνωστότερο ἔργο του τὸ ὁποῖο ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ εἶναι τὸ «Ἄξιόν ἐστιν», σὲ ποίηση τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, τὸ ὁποῖο κυκλοφόρησε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ 1964, μὲ ἑρμηνευτὴ τὸν Γρηγόρη Μπιθικώτση, ὁ ὁποῖος ἦταν βασικός του συνεργάτης Τὸ ἔργο αὐτό ἔτυχε μεγάλης ἀναγνωρίσεως τὸ 1977, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση πρωταγωνιστή, μὲ συμμετοχὴ διαφόρων χορωδιῶν καὶ τοῦ ψάλτη Ἀνδρέα Κουλουμπῆ.

Ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης δὲν θὰ διστάσει νὰ ἐκδηλώσει τὴν ἀρέσκειά του στὸ πρόσωπο τοῦ Γρηγόρη Μπιθικώτση καὶ νὰ τοῦ ἀναγνωρίσει ἀποκλειστικότητα στὴν ἑρμηνεία τοῦ παραπάνω μουσικοῦ ἔργου τοῦ Μίκη Θεοδωράκη.

Καὶ ἀσφαλῶς, δὲν γίνεται νὰ ἀπουσιάσει ὁ λόγος τοῦ Γιάννη Ρίτσου γιὰ τὸν παραπάνω τραγουδιστή, γιὰ τὶς φωνητικές του δυνατότητες, οἱ ὁποῖες ἔκαναν τὰ τραγούδια τοῦ Θεοδωράκη νὰ λάμψουν καί, διαθέτοντας κατὰ τὸν ποιητή, μοναδικὴ καὶ δυσεύρετη σὲ καθαρότητα ἄρθρωση.

Ἡ ποιητικὴ παρουσία τοῦ Γιάννη Ρίτσου στὴν δισκογραφία του Θεοδωράκη εἶναι ἔντονη καὶ κομβικὴ, παρουσιάζεται σὲ δύο μεγάλα ἔργα, τὸν Ἐπιτάφιο (1960) καὶ τὴν Ρωμιοσύνη (1966).

Στὴν συνέχεια, ἔλεγε ὅτι στὰ παιδικά του χρόνια τραγουδούσε μὲ τὴν χορωδία καὶ primo secondo, θέλοντας μὲ τὸν ὅρο αὐτὸ νὰ περιγράψει τὸ ἰσοκράτημα, τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ὀνόμαζε καὶ ἴσον. Γιὰ τὸν Μίκη ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἡμέρα τοῦ ἔτους, διότι, ὅπως ὁμολογοῦσε, μετὰ τὸ πάθος ἔρχεται ἡ ἀνάσταση. Αὐτὴ ἡ σκέψη του ἐξέφραζε τὴν ἐκκλησιαστικὴ χαρμολύπη.

Ἡ ἴδια σκέψη ἦταν ποὺ ἀντανακλοῦσε μέσα στὰ τραγούδια του, ὄχι μόνο στὴν μελωδία ἀλλὰ καὶ στὰ ποιήματα τὰ ὁποία ἐπέλεγε νὰ ντύσει μὲ μουσική.

Τὰ τραγούδια του τὰ ἀγκάλιασε ὁ ἑλληνικὸς λαϊκὸς κόσμος, γιατὶ τὸ βίωμα τὸ ὁποῖο ἐξέπεμπαν ἦταν καθαρὸ καὶ πηγαῖο ἀπὸ τὴν ἑλληνικότητα.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι τὰ τραγούδια τοῦ Μίκη δὲν ἔπαυσαν νὰ ἀκούονται στὴν Κύπρο κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἑπταετίας (1967-74).

Ὁ Μακάριος ἦταν φίλος καὶ ὑποστηρικτὴς τοῦ Μίκη. Ἄγνωστο στὸ εὐρύτερο κοινὸ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ο Μίκης Θεοδωράκης σὲ συνέντευξή του εἶχε δηλώσει ὅτι ἔγραφε καὶ ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους.

Σὲ νεανικὴ ἠλικία ἀνέλαβε στὴν Ἀθήνα διευθυντὴς χορωδίας στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Βαρβάρας. Τὰ παραπάνω σχετικὰ μὲ τὰ ἐκκλησιαστικά του βιώματα, δὲν γίνεται νὰ πέρασαν γι’ αὐτὸν ἁπλῶς ἀπαρατήρητα.

Ὁ Θεοδωράκης ἡγήθηκε τοῦ κινήματος τῆς μελοποιημένης ποιήσεως, συμβάλλοντας στὴν ἀνάδυση μιᾶς πλειάδας ποιητῶν ὅπως: Ἀγγέλου Σικελιανοῦ, Ἀνδρέα Κάλβου, Γεωργίου Σεφέρη, Μανώλη Ἀναγνωστάκη, ἀλλὰ καὶ Πάμπλο Νερούδα, Λόρκα, Μπέρναρντ Μπίαμ καὶ αὐτῶν ποὺ προείπαμε.

Συναντοῦμε σὲ δικούς του στίχους ἤ σὲ στίχους ποιητῶν καὶ στιχουργῶν μὲ τοὺς ὁποίους συνεργάστηκε, τὴν ὀρθόδοξη θεολογία νὰ δίνει μερικῶς τὸ παρόν της.

Βεβαίως, δὲν πρέπει νὰ παραλείψομε τὸν Τάσο Λειβαδίτη, τὸν ἄνθρωπο ὁ ὁ ὁποῖος συνεργάστηκε διπλὰ μὲ τὸν Μίκη, σὲ ἐπίπεδο γραφῆς στίχων ἀλλὰ καὶ συνθέσεως μουσικῆς. Ἐμεῖς θὰ ἐπιμείνομε στὴν μορφὴ τῶν μελωδιῶν τοῦ Μίκη και τὶς ἐπιρροὲς ποὺ δέχθησαν.

Σήμερα βέβαια δὲν ἀνήκουν πλέον στὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ κοινοῦ καὶ ξεχάστηκαν παρόλο ποὺ οἱ περισσότερες μελωδίες ψελλίστηκαν καὶ ψελλίζονται ἀπὸ τὰ χείλη τῶν παλαιοτέρων, λόγω τοῦ παλμοῦ, τῆς μελωδικότητος καὶ τῆς ἁπλότητος ποὺ τὶς χαρακτηρίζει, πράγμα τὸ ὀποῖο δείχνει ὅτι ἔχουν ρίζες βαθειὲς ἐντὸς τῆς ρωμαίϊκης παράδοσεώς μας, ἔτσι ἀποτελοῦν ζωντανὴ ἔκφραση τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, δὲν μποροῦμε νὰ ἀγνοήσομε τὸ στρατιωτικὸ ὕφος τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζει μερικὰ ἐκ τῶν ἔργων του, αὐτὸ εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν βιωμάτων ποὺ εἶχε κατὰ τὰ χρόνια τῆς ἐθνικῆς ἀντι-στάσεως καὶ ἀργότερα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου.

Ἔτσι, ἀκούομε στὰ τραγούδια του μελωδίες ποὺ εἶναι ἐπηρεασμένες ἀπὸ τὴν ψαλτικὴ τέχνη ἤ καὶ συναντοῦμε νὰ μεταφέρονται αὐτούσια στοιχεία.

Γίνεται ἔντονη ἡ τροπικότητα τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου, ἰδιαιτέρως ἡ βυζαντινή, ὅπως θὰ λέγαμε. Γίνεται ἰδιαίτερη χρήση τῶν τριφωνιῶν (τετραχόρδων) σὲ κάποια σημεία ἤ καὶ σὲ ὁλόκληρα τραγούδια.

Συγκεκριμένα σὲ τραγούδι του κάνει χρήση τοῦ χρωματικοῦ τροχοῦ μὲ ἄλλες κινήσεις, πράγμα τὸ ὁποῖο δείχνει ὅτι ἐπέδρασε τὸ ψαλτικὸ μέλος στὴν μουσική του φυσιογνωμία καὶ προσωπικότητα. Σὲ ἄλλο μουσικό του ἔργο συναντοῦμε μελωδικὴ κίνηση παρόμοια μὲ σημάδι τῆς παλαιᾶς βυζαντινῆς παρασημαντικῆς.

Σὲ ἕτερο λαοφιλὲς τραγούδι του ἀκούομε νότες ποὺ μᾶς θυμίζουν ἐντόνως παλαιὸ ἀπήχημα πλαγίου ἤχου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὰ ἔργα τοῦ Μ. Θεοδωράκη δὲν ὑπάρχουν τὰ μικροδιαστήματα τῆς ψαλτικῆς καὶ γενικότερα τῆς ἀνατολικῆς μουσικῆς, καὶ τοῦτο λόγω τῆς χρήσεως ἀπὸ αὐτὸν ἀποκλειστικῶς ἰσοσυγκερασμένων μουσικῶν ὀργάνων.

Ὠστόσο κάποιοι ἀπὸ τοὺς κατὰ καιρὸν ἑρμηνευτὲς τῶν τραγουδιῶν του ἀπέδιδαν, ἀνεξαρτήτως ὀργανικῆς συνοδείας, μικροδιαστήματα.

Παραδείγματα ὁ Στέλιος Καζαντζίδης, ὁ Γιῶργος Νταλάρας, ὁ Δημήτρης Μητροπάνος καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων ὁ Δημήτρης Μπάσης.

Δυστυχῶς, παρόλο ποὺ κάνουμε ὅλες αὐτὲς τὶς παρατηρήσεις, εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ Μίκης Θεοδωράκης εἶναι ἕνας μουσικὸς ὁ ὁποῖος λησμονήθηκε ἀπὸ τὸ εὐρὺ κοινό.

Λυπηρὸ εἶναι γιὰ ὅλους μας καὶ εἶναι φανερὴ ἡ ἀπουσία του. Πλέον ἀπὸ τὶς νεώτερες γενιὲς θεωρεῖται ἀπηρχαιωμένος καὶ ξεπερασμένος.

Ἐκφράζοντας τὴν βαθειά λύπη μου, παρατηρῶ ὅτι τὰ τραγούδια τοῦ Μίκη περιθωριοποιήθηκαν καὶ κατέληξαν νὰ τραγουδοῦνται μόνο ἀπὸ κάποιες ἐλάχιστες ὁμάδες ἀνθρώπων, αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἀπώλεσαν τὴν παλαιά τους δημοφιλία καὶ αἴγλη.

Καταλυτικὴ ἦταν ἡ παρουσία τῶν τραγουδιῶν τοῦ Μίκη σὲ συγκεντρώσεις καὶ ἄλλες ἐκδηλώσεις τῶν παλαιῶν προοδευτικῶν κομμάτων.

Ὁ Μίκης ἀσχολήθηκε μὲ τὴν πολιτικὴ καὶ διεδραμάτισε κάποιον ρόλο στὸν πολιτικὸ χῶρο τῆς ἐποχῆς του, πράγμα βέβαια τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νἀ ἀποσιωποιηθεῖ ἀπὸ τὸν χαρακτήρα τῶν ἔργων του.

Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἀρκετὰ ἐκ τῶν τραγουδιῶν του ἐκφράζουν ἕνα πολιτικὸ πνεῦμα περασμένων χρόνων, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι τὰ μηνύματα καὶ ὁ χαρακτῆρας τους παύουν νὰ εἶναι κλασσικὰ καὶ διαχρονικά.

Βέβαια, πρέπει νὰ τονισθεῖ ὅτι εἶναι σημαντικὲς οἱ ἐπιδράσεις καὶ τὰ ἀκούσματα ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴν μουσικὴ τῆς Κρήτης ἀλλὰ καὶ τὸ ἑλληνικὸ λαϊκὸ τραγούδι τὸ ὁποῖο γνώρισε στὴν νεανική του ἠλικία.

Ἀπὸ μὲν τὴν κρητικὴ μουσικὴ διότι ἦταν μέρος τῆς καταγωγῆς του ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ τὴν βίωσε ἔντονα κατά τὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ἔζησε στὴν Κρήτη, ἀπὸ δὲ τὴν λαϊκὴ διότι ὑπῆρχε εὐρύτερα στὴν ἑλληνική κοινωνία.

Στὴν ἐξορία τῆς Μακρονήσου γνώρισε τὰ ἀπαγο-ρευμένα ρεμπέτικα. Δὲν πρέπει νὰ παραλείψομε τὴν ἰδιάζουσα σχέση ποὺ διατηροῦσαν ὁ Μίκης μὲ τὸν Στέλιο Καζαντζίδη, μὲ ἐξαιρετικὲς μουσικὲς συνεργασίες ὅπως τὸ ἄλμπουμ Πολιτεία Α΄ (1961) καὶ ἀποκορύφωμα τὸν δίσκο Στὴν Ἀνατολή (1974).

Ὁ Μίκης δήλωνε γιὰ τὸν μεγάλο τραγουδιστὴ ὅτι ἐκτὸς τοῦ λαϊκοῦ τραγουδιοῦ, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε μύστης, μὲ τὴν χαρισματική του φωνὴ ἔψαλλε ἐπίσης πολὺ ὄμορφα.

Ἐκτιμοῦσε μαζὶ μὲ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὴν φωνὴ τοῦ Στ. Καζαντζίδη, ἔλεγε ὅτι ἡ φωνή του ἔχει μέσα της ὅλες τὶς φωνὲς καὶ τοὺς ἤχους τῶν αἰώνων, καὶ ὅτι τὸ νὰ τραγουδᾶ ἦταν πολὺ ἐπίπονo γιὰ τὸν ἴδιο γιατὶ τὰ ἔδινε ὅλα καὶ ἐκχυνόταν ἡ φωνὴ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του.

Παρ’ ὅλη τὴν καλὴ σχέση ποὺ διατηροῦσαν, ὁ Καζαντζίδης βίωνε μία πικρία γιὰ τὴν ἀγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀδιαφορία ποὺ εἰσέπραξε στὴν συνεργασία τους.

Σὲ συνέντευξή του λέει ὅτι ὁ Θεοδωράκης ἦταν ἐναντίον τοῦ λαϊκοῦ τραγουδιοῦ, γιατὶ τὸ θεωροῦσε ὑπανάπτυκτο καὶ τὸ χαρακτήριζε ὑποτιμητικὰ ὡς τουρκικὸ ἤ ἰνδικό.

Μὲ παράπονο προσθέτει ὅτι ὁ Μίκης πῆρε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὸ λαϊκὸ τραγούδι, ὅμως δὲν προσέφερε τίποτα στὸ βυζαντινὸ εἶδος, ὅπως χαρα-κτήριζε τὸ λαϊκὸ τραγούδι ὁ Καζαντζίδης.

Βέβαια, οἱ σχέσεις τῶν δύο μουσικῶν προσωπικοτήτων ἀναθερμάνθηκαν μετὰ ἀπὸ χρόνια, τὸ 1992 σὲ ἐκπομπή τοῦ ΣΚΑΪ.

Ἐπίσης, δὲν μποροῦμε νὰ μὴν κάνουμε λόγο γιὰ τὴν συνεργασία καὶ τὴν φιλία τοῦ Μ. Θεοδωράκη μὲ τὸν μεγάλο Μάνο Χατζηδάκη, ποὺ καὶ ἐκεῖνος μὲ τὴν σειρά του ἔγραφε μουσικὴ ἡ ὁποία ἐξέφραζε τὴν ἑλληνικότητα.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Μ. Χατζηδάκης μὲ τὴν σειρά του, ἐπηρέασε σὲ κάποιο βαθμὸ τὸν Μίκη Θεοδωράκη στὴν καλλιτεχνική του πορεία.

Κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ Μ. Χατζηδάκη,  γιὰ τὴν πηγαία ἑλληνικότητα τῆς μουσικῆς τοῦ Μίκη, σὲ συνέντευξή του, σημειώνει, ὅτι ἀπὸ τὴν Κρήτη πῆρε τὴν ἐπικὴ μεγαλοστομία καὶ λεβεντιά ἡ ὁποία σφραγίζει τοὺς ρυθμούς του, ἀπὸ τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου τὴν χάρη τους καὶ τὴν λεπτεπίλεπτη δεξιοτεχνία του καὶ ἀπὸ τὴν βόρεια Ἑλλάδα τοὺς βαθεῖς ἀναστεναγμούς τῆς μουσικῆς του.

Ἐπιπλέον ἀναγνωρίζει τὴν εὐαισθησία τοῦ Μίκη ὡς καλλιτέχνη. Καταθέτουμε αὐτὴ τὴν μαρτυρία ἡ ὁποία δείχνει τὴν μεταξύ τους ἐκτίμηση, ἀλλὰ στὴν συγκεκριμένη ἀναφορὰ ὁ Μ.Χατζιδάκης μᾶς δίδει τὰ θεμέλια καὶ ἐπ’ αὐτῶν μποροῦμε νὰ συνεχίσομε τὸν προβληματισμό μας σχετικὰ μὲ τὶς ἐπιρροὲς τοῦ Μίκη.

Ὁ Μάνος Χατζηδάκης μπόρεσε νὰ φέρει τὸ ἀνατολίτικο ἄρωμα μέσα στὰ τραγούδια καὶ τὶς συνθέσεις του, παντρεύοντας μὲ γλυκύτητα καὶ ἁρμονία τὴν Ἀνατολή μὲ τὴν Δύση.

Ὁ ἴδιος ὁ Μίκης ὁμιλοῦσε γιὰ τὴν ἁρμονία αὐτή, τὴν ὁποία ὄχι μονάχα ἄκουγε, ἀλλὰ καὶ τὴν διαισθάνετο γενικῶς στὴν μουσική.

Ἐπίσης, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παραληφθεῖ ἡ ἐπαφή του μὲ τὴν μονοφωνικὴ μουσική τῆς Ἠπείρου, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἔζησε στὰ Ἰωάννινα, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἴδιος.

Χρειάζεται ἐπιπροσθέτως νὰ ἐπισημανθεῖ κάτι τὸ ὁποῖο ὁ Μίκης ἔπραττε ἀλλὰ καὶ ὁμιλοῦσε γι’ αὐτό.

Ὁμιλοῦσε γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ τρόπο διεύθυνσεως μουσικῶν συνόλων ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἑρμηνεία της. Κάποια ἀπὸ τὰ στοιχεία αὐτὰ ποὺ ἀνέλυε, ἔχομε τὴν δυνατότητα νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε καὶ στὴν ψαλτική.

Σὲ συνέντευξή του, σὲ περασμένη ἠλικία, ἔκανε λόγο γιὰ τὸν ρυθμό. Εἶπε πὼς οἱ νότες ἀπό μόνες τους εἶναι ἄφωνες στὸ χαρτὶ-παρτιτούρα, ὅλες οἱ χρονικὲς ἀξίες εἶναι «ἴδιες» καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει ὁ μαέστρος νὰ δώσει τὴν σωστὴ ἑρμηνεία, τὸ σωστὸ τέμπο, ἀλλοῦ πιὸ ἀργά, ἀλλοῦ γρηγορότερα, ὅπου χρειάζεται γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ ὀρθὸ καὶ μὲ τρόπο μελωδικὸ τὸ τραγούδι. Αὐτὸ ἄμεσα μᾶς ἐνδιαφέρει στὴν ψαλτικὴ τέχνη.

Δὲν ἔχομε ἁπλῶς μουσικὲς γραμμὲς καὶ σημάδια, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ θέλουν ἑρμηνεία-ἀπόδοση. Παρακάτω ἀναφέρει ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχει φρασάρισμα, ὅταν παίζομε μουσικὴ ἤ τραγουδοῦμε.

Δηλαδὴ μὲ αὺτὸ τὸν ὅρο ὁμιλεῖ, ὅπως ὁ ἴδιος ἐπισημαίνει, γιὰ τὶς μουσικὲς φράσεις, μουσικορητορικὲς φράσεις καλύτερα, ποὺ ὑπάρχουν σὲ ἕνα μουσικὸ κειμένου καὶ πρέπει νὰ ἀποδίδονται ὀρθῶς.

Παράλληλα παρομοίασε τὴν μουσικὴ μὲ τὴν ὁμιλία, ἔχει δηλαδὴ καὶ αὐτὴ τὶς τελείες, τὰ κόμματα στοιχεία τὰ ὁποία προσδίδουν ζωντάνια στὸ κείμενο, ἀναδεικνύοντας τὰ διάφορα νοήματα. Χωρὶς τὴν σωστὴ ἀνάγνωση τῶν σημείων στίξεως θὰ ἔχομε παρερμηνείες.

Καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ ἔχει πεῖ ὁ μεγάλος Μίκης, μᾶς ἐνδιαφέρουν ἄμεσα, γιατὶ καὶ στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ὑπάρχουν μουσικὲς φράσεις.

Δυστυχῶς αὐτὸ ἀγνοεῖται σήμερα σὲ μεγάλο βαθμό, παραγκωνίζεται, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἑρμηνεύονται ὀρθὰ τὰ ψαλτικὰ μουσικὰ κείμενα, πολλὲς φορἐς ἀκούονται ἄχρωμες νότες ἄνευ νοήματος καὶ αἰσθητικῆς.

Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἐμμένομε στὸ ὀρθὸ ἄκουσμα τῆς ψαλτικῆς. Οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι μεταφέροντας τὸ παλαιὸ ἄκουσμα, καθὼς εἶχαν καὶ μουσικὴ ἀντίληψη, ἀπέδιδαν ὅπως πρέπει τὴν ἑρμηνεία τῶν τροπαρίων. Ἀσφαλῶς δὲν ἔλειπαν ὑπερβολὲς καὶ παρεκκλίσεις σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις.

Μὴ ξεχάσομε νὰ προσθέσομε καὶ γιὰ τὴν περίοδο τῆς ἐξορίας του στὴν Μακρόνησο, κατὰ τὴν ὁποία ὄχι μόνο ἐργάστηκε πάνω στὴν μουσικὴ δημιουργία, ἀλλὰ ἐπεσήμαινε ὅτι ὅταν μελετοῦσε μουσική διάβαζε νότα νότα καὶ ἔτσι ἐμβάθυνε στὰ μουσικὰ κείμενα.

Αὐτὴ ἡ δήλωση μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι πρέπει νὰ μελετάμε ἐπισταμένως, διότι μόνο μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ ὑπάρξει πρόοδος, μὲ τὴν προσοχή, τὸ ἄκουσμα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ προσωπικὴ ἐξέλιξη. Ἡ στασιμότητα σκοτώνει κάθε πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ δραστηριότητα.

Κλείνοντας τὴν ἀναφορὰ αὐτὴ θέλω νὰ ξεκαθαρίσω ὅτι πρόθεσίς μου ἦταν νὰ ἀναδειχθεῖ ἡ προσφορὰ τοῦ σημαντικοῦ μουσικοῦ Μίκη Θεοδωράκη καὶ στὴν ψαλτικὴ τέχνη, μέσα από αυτό τὴν ψηλάφηση τῆς προσωπικότητός του.

Μπορεῖ σὲ κάποια σημεία να φαίνεται πὼς πλέκομε τὸ ἐγκώμιο γιὰ τὸν ἐκλιπόντα, ὅμως  προσπαθήσαμε νὰ ἐκφράσομε, ὅσο δυνάμεθα, τὴν ἀλήθεια τοῦ πράγματος.

Θὰ πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι δὲν συμφωνοῦμε μὲ ὅλες τὶς θέσεις τοῦ μακαριστοῦ Μίκη, ὅμως δὲν εἶναι σκοπός μας νὰ ἀνοίξει διάλογος ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.

Ἡ ὁδός πρὸς τὴν γνώση παλαιῶν ἐτῶν, καὶ εἰδικότερα γιὰ ἀνθρώπους τῶν ὁποίων ἡ ἠλικία ἀγγίζει σχεδὸν τὸν αἰώνα, εἶναι δύσκολο νὰ τὴν ἀποκτήσομε, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει τὸ βίωμα ποὺ εἶχαν οἱ ἐκλιπόντες.

Ἄνθρωποι παλαιῶν ἐτῶν, κουβαλοῦν πάνω στοὺς ὦμους τους τὰ βράχια τῆς ἱστορίας, τὰ ὁποία φθάνουμε στὸ δυσχερὲς σημεῖο νὰ τὰ σηκώνουμε μὴ ἔχοντας τὴν κατάλληλη δύναμη.

Εὐχόμεθα ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες, ποὺ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν πρόοδο, νὰ ἐπιμείνει στὴν ἀναζήτηση τῆς γνώσεως γιὰ κάθε ἀντικείμενο ἀλλά καὶ τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου Μίκη Θεοδωράκη νὰ δίνει τροφὴ γιὰ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα καὶ πρόοδο στοὺς πάντες, ὥστε ὅλοι νὰ γνωρίσομε πὼς μποροῦμε νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ ὅλους τοὺς σπουδαίους ἀνθρώπους.

Εμφανίσεις: 302507
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: