Μοναξιά και ψυχική εξάντληση

Του Σεβ. Μητροπολίτη Γουμενίσσης κ. Δημητρίου
ξαφνιασμένο βάσανο (καί) τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου
(ἐκβαθυνόμενη ἀκοινωνησία σ᾽ ἕνα κόσμο ἐκρηκτικά ἐπικοινωνιακοῦ πολιτισμοῦ)
ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΙ Μητροπολίτες καί γενικότερα οἱ Κληρικοί ζήσαμε κατά κανόνα μιά μορφή «κοινωνικῆς ζωῆς καί δεοντολογίας» πού φαινόταν κοινωνικότερη, πιό ἀνοικτή, πιό ἀνθρώπινη, πιό εὐαίσθητη, πιό ἁπλή, πιό πιστή, πιό παραδοσιακή, πιό προσιτή, περισσότερο ὑποβοηθητική.
Ποιός τήν θυμᾶται σήμερα; Πάντως τά ζούσαμε ὅλα αὐτά καί συνοικοδομούσαμε, δέν ἦταν φαντασιώσεις.
Δέν ἐνοχλοῦσαν ἄλλωστε τίς ἐπί τῶν ἐθνικῶν ὁμογενοποιήσεων διεθνικές ἀναγνωρίσεις (ἀληθεύουσες ἤ συμφωνιακές), ὡς διαχειρίσιμα πεδία τοῦ ψυχροπολεμικοῦ σκηνικοῦ, πού προέκυψε γενετικά ἀπό τίς βόμβες (ἀτομικές καί μή) τοῦ Β´Π.Π.
Τό σκηνικό ἐκεῖνο ἄλλαξε πρό πολλοῦ ἄρδην. Ἀνασχεδιαστικά. Τεχνητά. Παγκοσμιοποιητικά.
Ἐκεῖνο τό ἀνθρωπινότερο σκηνικό (πού οἱ ἄνθρωποι τῆς ἕκτης, ἕβδομης καί ὄγδοης δεκαετίας χαρήκαμε, ἀναπνέοντας διακοινωνούμενη ἀνθρωπιά) δέν χρειάζεται πλέον στό πολιτικο - οικονομικό σύστημα καί κυρίως στό ἐπικυρίαρχο διεθνικό σύστημα.
Διατηρεῖται κάπως μόνο στίς ἀνούσιες πολιτιστικές ἀναγνωρίσεις καί στά διπλωματικά εὔσημα, ἴσως καί σέ ἀκαδημαϊκές παιδαγωγικές ἐπισημάνσεις, ἀλλά πάντως ἐλαχιστότατα ἕως καθόλου στίς πολιτικές ρητορεῖες.
Ἀπό πολιτική καί ἐπικοινωνιακή ἀνοχή ἐπί τοῦ παρόντος, ἐπαφίεται μόνο σέ μᾶς τούς ἐκκλησιαστικούς νά τό ἐπικαλούμεθα ὡς λογική ἐκλογίκευσης τοῦ ἀπειλητικά ἀντι-ανθρωπιστικοῦ αὐταξιακοῦ γιγαντισμοῦ τῶν πολυμέσων.
Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ἡ κοινωνική ζωή καί δεοντολογία μεταβολίζεται συνεχῶς καί ραγδαῖα.
Ἡ ἀτομική καί ἡ κοινωνική ζωή περνάει μηχανιστικά καί ἐργαλειακά σέ δεύτερη μοίρα.
Ζοῦμε στήν ἐποχή τῶν ἀνασυνθετικά ἐργαλειοποιημένων καταιγιστικῶν νέων τεχνητο-γνώσεων καί …εὐκαιριῶν καί …δυνατοτήτων, στήν ἐποχή τῆς 4ης βιομηχανικῆς ἐπανάστασης, πού γίνεται κυριολεκτικά καί ὑποχρεωτικά τό μεδούλι τῆς ζωῆς μας, γιά μικρούς καί μεγάλους.
***
ΚΙ ΟΜΩΣ. Ἔχουμε πρό πολλοῦ διαβεῖ τόν Ρουβίκωνα μιᾶς διευρυνόμενης κοινωνικῆς ἤ ψυχολογικῆς «μοναξιᾶς».
Στήν ἐποχή τῆς τεχνολογικῆς ὁμογενοποίησης παράγουμε προπαντός μοντέλα ἀπομόνωσης, μοντέλα πολυμερισμοῦ.
Εἶναι ἡ ἀντινομία τοῦ πολιτισμοῦ πού ἔχει πρό πολλοῦ ἀγνοήσει τόν Θεό (κι ἄς εἶναι πολυθρησκευτική) καί ἔχει ἀγνοήσει τόν συν-άνθρωπο (ἡ ἐπανάληψη τῆς πρώτης ἐκπτωτικῆς μας πτώσεως).
Φιλόσοφοι, Γιατροί, Ψυχίατροι, Ψυχολόγοι, Κοινωνιολογόγοι, Ἐπιστημονικοί Ἀξιολογητές τῆς Τεχνητοκοινωνιολογίας, Πολιτικοί Ἐρευνητές καί Θεολόγοι (προπαντός) μιλοῦν γιά ἕνα «νέο μοντέλο ἀνθρώπου», πού ἐπιμένει ἤ θέλει νά διεκδικεῖ μέχρι ρανίδος τά ἀπόλυτα δικαιώματά του, ἀλλά ἔχει ἀπομειώσει θλιβερά ―ἄν ὄχι καί ἀπωλέσει― τό κυριότερο δομικό του δικαίωμα, τό δικαίωμα τῆς θεόκτιστης καί θεόσωστης ἀνθρωπιᾶς.
Κι ἄν δέν τό διατυπώνουν αὐτό ὅλοι εὐθέως, πάντως συνταγογραφοῦν διαρκῶς «ἐξετάσεις» πιστοποίησης τῆς ἀνθρωπινῆς ποιότητος καί τῆς ἀνθρωπινῆς αἴσθησης καί τῆς ἀνθρωπινῆς ἀνθεκτικότητος, ἐπιβεβαιώνοντας ἔμμεσα τό καταιγιστικό γεγονός ὅτι ἡ πανανθρώπινη καί συνανθρώπινη ὄψη της ἀμφισβητεῖται ἀπό ποικίλους συνειρμούς (παλαιούς καί σύγχρονους), ἀπό ποικίλες ἐκδοχές (ἐπιθετικοῦ φονταμενταλισμοῦ εἴτε συμφυρματικῶν εἰρηνισμῶν).
Αὐτήν τήν αἴσθηση μᾶς δίνουν τά «συμπτώματα» τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, πού καλύπτεται πίσω ἀπό πλῆθος πολιτιστικῶν ἀγαθῶν, ἐνῶ ἔχει χάσει ἀπό τήν θέα του τό καιριότερο πολιτιστικό ἀγαθό, τήν θεόδοτη ἀνθρωποείδειά του, τήν ἀνθρωπινότητά του.
Ὁ κόσμος σήμερα φαίνεται τεχνητά ἀπειροδιευρυνόμενος, ἀλλ᾽ ἀνθρωπιστικά καί ἀνθρωπινά πνιγηρός, σμικρυνόμενος, ἀπολλύμενος.
Ὁ ἀνθρώπινος κόσμος σήμερα εἶναι ὁ κόσμος τῆς ἐπικοινωνίας, ὄχι ὅμως τῆς κοινωνίας.
Ὁ ἀνθρώπινος κόσμος σήμερα «διαβιώνει» σέ μιάν ἐπίφαση ἀνθρωπινότητος, δέν τήν «βιώνει».
Ὁ ἀνθρώπινος κόσμος σήμερα εἰσέτι «ἐπιβιώνει», δέν «ζεῖ».
Ὁ ἀνθρώπινος κόσμος σήμερα ἀνακαλύπτει τή μιά μετά τήν ἄλλη, ὅλες σχεδόν τίς λεπτομέρειες τῶν «δομικῶν του στοιχείων», ἀλλά «στοιχειώνει» τή συνολική θέαση καί τό συνολικό μοναδικό νόημα τῆς ὕπαρξής του.
Ἡ συμπιεσμένη καί συνωστισμένη ἐπικοινωνία εἶναι ἕνας «πλαστικός σύγχρονος τρόπος ἐπιβίωσης καί διαβίωσης», πού χάνει σιγά-σιγά τήν αἴσθηση τῆς λεπτότητος, τῆς ἐνσυναίσθησης, τῆς στοργῆς, τῆς ἀγάπης, τῆς φιλίας, τῆς αὐτοθυσίας, τῆς αὐτοκένωσης χάριν τοῦ διπλανοῦ καί τοῦ συνόλου.
Τά ἀναγνωρίζει ὅλα αὐτά κατά κανόνα ἀπό τίς «ἐργαστηριακές πληροφορίες» τῶν ἐπιστημόνων τῆς ἰατρικῆς καί τῆς κοινωνιολογίας, (ἄν θέλετε) καί τῆς κοινωνιολογίας καί θρησκειολογίας, ἀλλά δέν τά… γνωρίζει, δέν ἔχει αἴσθηση τῆς ἀπουσίας τους καί πολύ περισσότερο «προσλαμβάνουσες παραστάσεις» τῆς παρουσίας τους καί ἀναμνήσεις τῆς ἀληθινῆς τους πολυτιμότητας.
Ὄχι ὅτι ἔχει χαθεῖ τό πᾶν, ἀλλά διακινδυνεύουμε νά χάσουμε τό πᾶν μέσα στόν πολιτισμό τῆς παντοείδειας, τῆς αὐτοείδειας, τῆς ἐγωείδειας, τῆς ἀναίδειας.
Ὁ πολιτισμός μας ἀπό ἐξανθρωπισμένος παρωθεῖται νά γυρίσει πίσω, νά παλιμβαρβαρίσει.
Κρατάει ὀρθάνοικτες ἤ παραβιασμένες ἀμέτρητες «πόρτες» ἐπικοινωνίας.
Ὅμως κλείνει ὅλο καί περισσότερο τίς καρδιές ἤ μᾶλλον αὐτό πού ἡ πίστη μας ἀποκαλεῖ «βαθεῖα καρδιά» (πρός τόν Θεό) καί «ἀνοικτή καρδιά» πρός κάθε ἄνθρωπο.
***
ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ τῆς Ἱεραρχίας αὐτῶν τῶν ἡμερῶν, πρῶτο-πρῶτο ζητούμενο στήν εἰσαγωγική ὁμιλία τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου - Προέδρου κ. Ἱερωνύμου καί πρῶτο - πρῶτο ἀπό τίς φετινές εἰσηγήσεις παρουσιάστηκε τό θέμα «Ἡ ποιμαντική τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἐξάντλησης στή σύγχρονη κοινωνία».
Εἰσηγήθηκε ὁ Σεβ. Σύρου κ. Δωρόθεος καί ἀκούσαμε μέ πολύ ἐνδιαφέρον τίς εἰσηγητικές του προτάσεις, τόν κόπο, τήν Πατερική κυρίως καί λοιπή βιβλιογραφική ἀναδρομή, τήν παρουσίαση ἑνός διευρυνόμενου ποιμαντικοῦ ζητήματος πού πάει νά γίνει καταλυτικό στίς σύγχρονες “κοινωνίες”, προπαντός στόν “προηγμένο” κόσμο.
Ἡ εἰσήγησή του περισπούδαστη, θεμελιωμένη στήν παράδοση τῶν θεοφόρων Πατέρων.
Θέλουμε ὅμως νά συνεισφέρουμε ἐπιπλέον κι ἐμεῖς ἐκτενέστερα σέ ἕνα ἀπαραίτητο «ἀνοικτό διάλογο» ἐπί ἑνός προβλήματος, πού συνειδητοποιεῖται ὁλοένα καί περισσότερο ὡς «κοινωνική» πραγματικότητα καί κοινωνική ἀπειλή.
Φαίνεται πώς θά ὀξύνεται ὁλοένα καί περισσότερο σέ μᾶς ἐδῶ στόν Ἑλλαδικό χῶρο (ὅπως καί στον ὐπόλοιπο κόσμο), σύμφυτα μέ τίς διευρυνόμενες κοινωνικές στοχοποιήσεις τῆς οἰκονομικῆς κρίσης τίς τόσο ἀσφυκτικές, μέ τήν ἀναπτυξιακή ὑπανάπτυξη καί τήν ἐπαγγελματική πνιγμονή τῆς λαϊκῆς βάσης, μέ τή δημογραφική συρρίκνωση καί τήν συνεχιζόμενη μεταναστευτική ροή, πού ἀντί νά σταθεροποιεῖται ἀναλογικά, μᾶλλον μονιμοποιεῖται, αὐξάνεται καί νομιμοποιεῖται ἐν τοῖς πράγμασι, ἀνά τήν Εὐρώπη καί βεβαίως στήν Ἑλλάδα μας (ὡς μία πρώτη ἀνοικτή «ὑποδοχή» καί «δοχή»).
Σέ ἕνα συννεφώδη διεθνῆ ὁρίζοντα μέ καταιγιδικές πλέον ἐκρήξεις παραδίπλα μας καί τόν συνεπακόλουθο οἰκονομικο - πολιτικό καί διεθνικό τους ἀντίκτυπο, ἀντί νά γιατρεύονται, τέτοια δεδομένα ὄξυνσης τοῦ θεματικοῦ ζητήματος-προβλήματος θά πληθαίνουν.
Μέ συνεπίκουρο τό διεθνικό ξαναστήσιμο πολιτικο-οικονομικῶν ἀναδιατάξεων καί τίς θρησκευτικές διαπολεμικές ἐξάρσεις, ὁ σύγχρονος πολιτισμός -«κουλτούρα πτώσεως» κατά τήν χαρακτηριστική διάγνωση τοῦ ἁγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ - ἀντί νά δίνει διέξοδο ζωῆς στήν ἀδιέξοδη ἀπώλεια (εἴτε ἀνυπαρξία εἴτε ψευδωνυμία) ὑπαρξιακοῦ νοήματος, πολλαπλασιάζει τά συνεπακόλουθα προβλήματα τῆς μοναξιᾶς και τῆς ψυχικῆς ἐξάντλησης στό σημερινό (καί τόν αὐριανό) ἄνθρωπο.
Μέ διευρυνόμενα στατιστικά δεδομένα γιά τά περιστατικά μοναξιᾶς καί ψυχικῆς ἐξάντλησης στίς ΜΕΘ προπαντός τῆς προηγμένης διεθνοῦς “κοινωνίας” καί βεβαίως τῆς σύγχρονης Ἑλλαδικῆς κοινωνίας.
Ἡ πολυειδής δοκιμασία τῆς ἀπαγόρευσης τῆς κυκλοφορίας (και) στο δικό μας Ἑλλαδικό χῶρο, πρίν ἕξι μόλις χρόνια, ἀνέδειξε τήν ἔξαρση καί τέτοιων κοινωνικο - ψυχολογικῶν ἤ καί ψυχιατρικῶν προβλημάτων, μέ ἀναμφίβολη πνευματική ἀμφισημία (αἰτιογένεση καί συνέπειες).
Ἄν σ᾽ αὐτά ἐπιπροσθέσουμε τίς συνεχεῖς καί τίς ἀναμενόμενες ραγδαῖες ἀλλαγές στήν τεχνολογική λειτουργικότητα ἑνός τεχνητο-νοημονικοῦ σκηνικοῦ παράλληλης (ὄχι κυρίαρχης!) συνανθρώπινης ἐπιβίωσης, τότε σταδιακά θά ἔχουμε προσαυξήσεις στό ρεῦμα τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἐξάντλησης πού πάει νά «παρασύρει» ὅλο καί περισσότερο τήν κοινωνικότητα, τήν διακοινωνία καί τήν ἀνθρωπινότητα.
Ὁπότε σήμερα δέν τίθεται θέμα ἀντίστασης σέ “κατακτητές” ἀπ᾽ ἔξω, ἀλλά σέ κατακτητές πού “ἐκ τῶν ἔσω” θά ἁλώνουν “τά ἐντός” (τό θεόκτιστο καί θεόσωστο «εἶναι») τῶν ἀνθρώπων, πατώντας παρασιτικά πάνω στό θεόδοτο δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας.
***
Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ τῆς Εἰσήγησης πολύ φιλοσοφημένα ὀνοματίζει χωριστά ἕνα ἀπρόβλεπτης ἔκτασης ἤ ἔντασης κοινωνικό ζήτημα (τή μοναξιά) καί ἕνα παράλληλο κοινωνικό πρόβλημα (τήν ψυχική ἐξάντληση), ἀλλά τά συνέδεσε μέ τό ἑνιαῖο διερώτημα μιᾶς σοβαρῆς ποιμαντικῆς προσέγγισης καί διακονίας.
Τά δύο προβλήματα παρουσιάζουν μιάν ἀμοιβαιότητα αἰτιογένεσης.
Ἡ «χρόνια δυσφορική» μοναξιά γεννᾶ κάποια στιγμή τήν ψυχική ἐξάντληση, ἀλλά καί ἡ ψυχική ἐξάντληση ἀναζητεῖ κάποια στιγμή τή λύση (καί) στήν ἀπομόνωση πού μπορεῖ νά ἐκβάλει σέ χρόνια παθολογική μοναξιά.
Χωρίς νά γιατρεύονται μεταξύ τους. Χωρίς νά ὑπάρχουν διαθέσιμα “φάρμακα” (τρόποι) μαζικῆς ἀντιμετώπισης.
Προληπτικά καί μαζικά “ἐξορκίζονται” εἴτε ἀντιμετωπίζονται ἀπό τήν κοινωνική μέριμνα τοῦ κράτους (κι ἀπό εὐρωπαϊκά προγράμματα) μέ τίς ποικίλες κοινωνικές διαδράσεις ἤ ἐκδηλώσεις, παλαιότερες καί νεότερες, πού χαρακτηρίζονται «ὑποστηρικτικά κοινωνικά δίκτυα».
Συνεπῶς, τά ἐν θέματι κοινωνικά προβλήματα εἶναι μιά ἐπισήμως καταγραμμένη “ὑστέρηση” τοῦ πολιτισμοῦ μας, “νόσηση” τοῦ πολιτισμοῦ μας, “πρόκληση” στόν προηγμένο πολιτισμό μας, “ἀναίρεση” τῆς βασικότερης εἰκόνας τοῦ κόσμου μας, τῆς κοινωνικότητας.
Σύμφωνα μέ ἐπίσημες καταγραφές (ἐπιλέγουμε διαδικτυακά μία): «Η παρατεταμένη μοναξιά αναγνωρίζεται πλέον ως σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας.
Το 2025 η Επιτροπή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Κοινωνική Σύνδεση υπολόγισε ότι περίπου ένας στους έξι ανθρώπους παγκοσμίως (15,8%) βιώνει μοναξιά.
Τα ποσοστά δεν είναι ίδια σε όλες τις ηλικίες, τις χώρες και τις κοινωνικές ομάδες και επηρεάζονται μεταξύ άλλων από την οικονομική κατάσταση, την υγεία, τις συνθήκες διαβίωσης και τον βαθμό κοινωνικής ένταξης.
Η σημασία της μοναξιάς δεν βρίσκεται μόνο στο πόσο συχνή είναι, αλλά και στο ότι όταν γίνεται επίμονη συνδέεται με δυσμενείς εκβάσεις τόσο για την ψυχική όσο και για τη σωματική υγεία» (https://kalimeristherapist.com/μοναξιά/).
Οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες (ψυχίατροι, ψυχολόγοι) ἀναφέρονται στήν ἔκταση, τήν αἰτιογένεση, σέ τρόπους ἐντοπισμοῦ καί προτάσεις θεραπείας τοῦ προβλήματος τῆς “μοναξιᾶς” (ὅταν ἐκβάλλει σέ νευρώσεις ἤ καί ψυχώσεις, κρίσεις πανικοῦ καί διαταραχές προσωπικότητος).
Ἐκτιμώντας βεβαίως τίς ἐπιστημονικές διαπιστώσεις καί διατυπώσεις ὡς «περίγραμμα σοβαρῶν κοινωνικῶν λύσεων», θά λέγαμε ἐπιπλέον ὅτι ἡ χρόνια ἐμπλοκή σ᾽ αὐτά τά προβλήματα χρειάζεται καί μιά σπουδαιότερη ἀπεμπλοκή μέ τή βοήθεια τῆς στοργῆς, μέ λεπτή διεργασία μιᾶς καθοριστικά θεραπευτικῆς μεταδοτικότητας.
Διότι ὁ φερόμενος ἤ καί δερόμενος ἀπό τά ὁριακά προβλήματα ἄνθρωπος φαίνεται στερητικός (ἀπό πολλές αἰτίες, αὐτογενεῖς καί ἑτερογενεῖς)· φαίνεται ἀποστερημένος ἀπό τή δυνατότητα νά διαχειριστεῖ μόνος του τήν πραγματικότητα (κυρίως τήν τραγική), ἀδύναμος νά σταθεῖ στή φυσική του πληρότητα καί νά ἀναζητήσει τή χριστολογημένη θεολογική του πληρωματικότητα (τήν χριστοσωτηρία).
Κι ὅμως· πρέπει νά πεισθεῖ ὅσο γίνεται πιό ἁπλά, πιό φυσιολογικά, πιό ἀνθρώπινα νά ξαναδεῖ τόν ἑαυτό του κοινωνοῦντα καί κοινωνούμενο, πληρωματικό καί (συμ)πληρωματικό.
Πάντως ἀναντικατάστατο, ποτέ ἀναπληρωματικό ἤ ἀναπληρούμενο.
***
ΕΔΩ ΑΚΡΙΒΩΣ φθάνουμε στήν ἀπόληξη τῆς ἀπόκρισής μας σέ ἕνα ζήτημα ἀνοικτό.
Ἄλλωστε δέν φαίνεται νά κλείνει, ἀλλά θά συνεχίσει νά παραμένει ἀνοικτό καί διευρυνόμενο (ἴσως καί ὀξυνόμενο) αὐτό τό διπλό πρόβλημα, αὐτή ἡ τεκμαρτή ἡμι-διάψευση τῆς «κοινωνικῆς» πραγματικότητος (εἴτε ἐκ τοῦ ἀντιθέτου προσδόκιμη ἡμι-επιβεβαίωση τῆς διακοινωνούμενης ἀναγκαιότητος).
Ἐπιχειρήσαμε μιά μικρή συνεκφορά προβληματισμοῦ γιά τά περιστασιακά ἤ τά αὐξανόμενα καί διευρυνόμενα προβλήματα τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ψυχικῆς κόπωσης καί δυσανεξίας.
Σχεδόν ὅλοι οἱ ἐσχατολογημένοι ἄνθρωποι τῆς χριστοσωτηρίας ἀναζητοῦσαν (καί εὕρισκαν) ἤ ἐμβίωναν μαθήματα ζωῆς σέ παραδείγματα ἁγιοσύνης, προσφορᾶς, θυσίας, διακονίας, χριστολογημένης ἀνθρωπιᾶς, μιᾶς ἀνθρωπιᾶς δίχως κρατούμενα. Καί παρακαλοῦσαν τό Θεό νά ἐλεηθοῦν σέ παρόμοια ἐγχειρήματα βίου καί τά ἐπιχειροῦσαν διά βίου, χωρίς αὐταναφορά.
Οἱ σύγχρονοι Ὅσιοι ἦταν μοναχικά κοινωνικότατοι, εἴτε μέ τήν διαμοιραζόμενη ἀμεσότητα προσέγγισής τους εἴτε μέ τήν διαμεριζόμενη καρδιά τῆς χαριτώσεώς τους. Ὁπότε “γείωναν” τά τῆς γῆς, “προσγείωναν” προσεκτικά τούς πονεμένους ἀνθρώπους γι᾽ αὐτό πού ἀποκαλοῦμε “οὐράνωμα τῆς γῆς” (προβίωση τῶν οὐρανίων ἐπί γῆς).
Καί γίνονταν πολύ ἀνθρώπινοι, γιατί πάσχιζαν νά μείνουν θεανθρώπινοι καί νά καταστήσουν θεανθρώπινους ὅσους προσέτρεχαν· τ.ἔ. ὄντως θεραπευτικά, εἴτε προσευχητικά εἴτε καθοδηγητικά, ἀλλ᾽ ὁπωσδήποτε τό συναμφότερον.
Πάντως τούς ἔπιαναν διά τῆς στοργῆς ἀπό τό χέρι καί τούς «ἄνοιγαν τίς κουρτίνες» τῆς ὕπαρξής τους γιά νά χαροῦν τό φῶς, νά δοῦν ἐπιτέλους φῶς, νά βροῦν «τό φῶς τό ἀληθινόν».
Οἱ σύγχρονες ἐκκλησιαστικές δράσεις προσανάλωσης καί προσφορᾶς αὐτό ὑπηρετοῦν και αὐτό ἀναδεικνύουν.
Διότι αὐτή εἶναι ἡ πλήρης λύση καί ἡ πλήρης θεραπεία (καί) τοῦ προβλήματος τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἐξάντλησης, ἡ συνολική (ἀντί τῆς κατακερματισμένης) θέαση και ἀνάδειξη τοῦ ἀνθρώπου στή θεόκτιστη καί χριστολογημένη δομική του ἀληθινότητα.
Μᾶς λείπει καί μᾶς χρειάζεται ὁ Χριστός, κοινωνούμενος ἐκκλησιαστικά καί διακοινωνούμενος συνανθρώπινα.
Ὅσο Τόν βρίσκουμε, ἄλλο τόσο φεύγουν οἱ σκιές καί οἱ ἐρινύες πού μᾶς κατατυραννοῦν.
Τό ἀνέδειξε στίς μέρες μας τόσο ἁπλά ἡ ἀναπαρουσίαση ἑνός ἀνθρώπου, τοῦ ἁγίου Παϊσίου, πού ζοῦσε καί ἐξέφραζε καί ἀνεδείκνυε τόσο ἄμεσα τήν ἀληθινή ἀνθρωπιά θαλπόμενη καί σωζόμενη «εἰς πᾶν τό πλήρωμα τοῦ Θεοῦ» (βλ. Ἐφεσ. κεφ. 3ο).
Ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἄφησαν χαρακτηριστικές «λεπτομέρειες» τῆς χριστολογημένης τους ζωῆς συνεπιβεβαίωναν τήν ἴδια ἀνθρωπολογική θεολογική ἀλήθεια «γνῶναί τε την ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ»!
Εἶναι ἡ ἐγκαρδίωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας κόπων γιά τήν συνάντηση μέ τούς συνανθρώπους μας ἀκριβῶς στήν «ὥρα» πού μᾶς χρειάζονται, μέ εὔλαλη την δική μας «ὥρα», τό δικό μας «ὡρίμασμα» σ᾽ αὐτό πλήρωμα.
† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος




