Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 12/02 01:49

Kyriaki-Aswtoy

Του Ηλία Λιαμή στην Romfea.gr
Δρ. Θεολογίας, καθηγητή μουσικής


«Πάτερ ἀγαθέ, ἐμακρύνθην ἀπὸ σοῦ, μὴ ἐγκαταλίπῃς με, μηδὲ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς Βασιλείας σου· ὁ ἐχθρὸς ὁ παμπόνηρος ἐγύμνωσέ με, καὶ ᾖρέ μου τὸν πλοῦτον· τῆς ψυχῆς τὰ χαρίσματα, ἀσώτως διεσκόρπισα· ἀναστὰς οὖν, ἐπιστρέψας πρὸς σὲ ἐκβοῶ· Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου, ὁ δι᾽ ἐμὲ ἐν Σταυρῷ τὰς ἀχράντους σου χεῖρας ἁπλώσας, ἵνα τοῦ δεινοῦ θηρὸς ἀφαρπάσῃς με, καὶ τὴν πρώτην καταστολὴν ἐπενδύσῃς με, ὡς μόνος πολυέλεος». (Δοξαστικό των Αίνων της Κυριακής του Ασώτου)

Κεντρική η Κυριακή του Ασώτου στον κύκλο του εκκλησιαστικού χρόνου. Πασίγνωστη η αφήγηση. Λιγότερη γνωστή όμως η παρεξήγηση. Άσωτος είναι ο μη-σωσμένος και μάλιστα αυτός που δεν είναι δυνατόν να σωθεί (Λεξικό Μπαμπινιώτη, σ. 307).

Σήμερα όμως ο υποτιθέμενος άσωτος, ο μικρός αδελφός, σώζεται. Επιστρέφει. Αν υπάρχει κάποιος άσωτος στη σημερινή ιστορία είναι –ίσως- ο μεγαλύτερος γιος.

Ποτέ δεν θα μάθουμε αν μπήκε στο σπίτι. Η παραβολή αφήνει το ενδεχόμενο αυτό ανοιχτό. Κυριακή του σεσωσμένου λοιπόν σήμερα.

Το δοξαστικό του όρθρου δεν εξιστορεί το γεγονός. Με αποφασιστικότητα το μεταφέρει στη δική μας, προσωπική περιπέτεια.

Διότι η υπόθεση και της δικής μας σωτηρίας είναι ανοιχτή. Από την τρίτη κιόλας λέξη («εμακρύνθην») ο υμνωδός μας καλεί να ταυτιστούμε με την συντριβή του μικρού γιου.

Να συναισθανθούμε όλο το δέος εκείνου, που διεπίστωσε την αποτυχία του. Στην πραγματικότητα ανασηκώνει εκείνο το «ήμαρτον», εκείνο το «απέτυχα».

Τα ρήματα της αποτυχίας είναι που παραθέτει ο ύμνος πονούν τον κάθε άνθρωπο, που διαθέτει ακόμη έστω και τα ελάχιστα ψήγματα μιας αυτοκριτικής: «Εμακρύνθην», απομακρύνθηκα Κύριε από την παρουσία σου.

Τι έχασα; Το μέτρο. Χωρίς το φως σου όλα είναι σχετικά. Δεν ξεχωρίζει το σωστό από το λάθος, το ηθικό από το ανήθικο. Και κυρίως δεν μπορώ να μετρήσω τον εαυτό μου.

Διότι, η λησμονιά Σου μου στερεί αυτογνωσία. Πώς να εκτιμήσω την εικόνα Σου μέσα μου, όταν έχω χάσει την θεά του Πρωτοτύπου. Πρώτα απ΄ όλα λοιπόν έχω χάσει επίγνωση κόσμου και εαυτού.

«Εγύμνωσέ με», συνεχίζει ο υμνωδός. Ποιος; Ο εχθρός, ο Πειρασμός. Μοιάζει λίγο με μετάθεση ευθυνών η φράση αυτή. Κάτι από τις πρώτες στιγμές μετά την Πτώση.

Θα ήταν σωστός αυτός ο συλλογισμός, αν το προηγούμενο ρήμα που αναφέρθηκε («εμακρύνθην») δεν ήταν σε πρώτο πρόσωπο. Ναι, ο Διάβολος με διέλυσε, αλλά εγώ του επέτρεψα.

Δεν είχε δικαιώματα πάνω μου, αλλά του τα έδωσα εγώ. Εκτέθηκα, έμεινα ανυπεράσπιστος. Πριν με γυμνώσει, έμεινα με δική μου ευθύνη γυμνός από την προστασία Σου, Κύριε.

Πριν μου διαλύσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας απαξίωσα πρώτα Εσένα και κατόπιν τον ίδιο μου τον εαυτό. Ο εχθρός βρήκε θύρες ανοιχτές.

«Ήρε τον πλούτο», συνεχίζει ο ύμνος. Με φτώχυνε. Γεννήθηκα πάμπλουτος και χρεοκόπησα, γεμάτος χαρίσματα και τώρα ζητιανεύω, με γεμάτες τις αποθήκες και σέρνομαι στα συντετριμμένα φρέατα του κόσμου, με τις λίγες χαρές, τη φτήνια, την επιφανειακότητα, τις κραυγές, την απάτη, τις φρούδες ελπίδες, τα ψέματα.

Περιφέρομαι στον κόσμο με την πίκρα των ξυλοκέρατων στο στόμα. Το βλέπω Κύριε, για άλλα πλάστηκα και άλλα ζω. Δημιουργήθηκα κληρονόμος Θεού και βιώνω ένα συντριπτικό κατάντημα.

«Διεσκόρπισα» εγώ, όχι ο Διάβολος. Εγώ διεσκόρπισα τον καρπό του θεϊκού Σου κεράσματος. Το «δωρεάν», χωρίς γραμμάτια, χωρίς προϋπογράμμενες επιταγές.

Τώρα, η ζωή έχει γίνει παζάρι ενός «δούναι και λαβείν». Γι αυτό και δεν δικαιούμαι να μπω στον χώρο των αρχόντων. Είμαι έμπορος, μισθίος, μισθωτός.

Έστω και με αυτούς δέξου με. Και δεν είναι τα χρήματα που έχασα. Έχασα χαρίσματα. Κι αν τα δώρα Σου δεν εξαλείφονται, εγώ τα αδρανοποίησα εντελώς, είναι νεκρά, νεκρός είμαι κι εγώ.

Ζω, κινούμαι, μιλώ, μπορεί και ν γελώ. Ξέρω όμως πως μέσα μου ζωή δεν υπάρχει. Κάθε συναίσθημα, κάθε «αγάπη» του κόσμου είναι εμπόριο.

Ζητιανεύω αγάπη και μπορώ να κάνω το κάθε τι για να την κερδίσω. Ακόμη και να δώσω δική μου "αγάπη".

Τι σχέση όμως έχουν όλα αυτά με τη δική Σου, την απέραντη, την απόλυτα κερασμένη Αγάπη Σου; Όλα τα έχασα Κύριε. Ή ίσως μόνον ένα: Τη ματιά Σου, που όλα τα μεταμορφώνει.

Είσαι Φως που δίνει στα πράγματα διαστάσεις και χρώμα. «Εν τω φωτί σου οψόμεθα φώς». Και αυτό το φως το σκόρπισα, το σκέπασα και η ζωή έγινε μονοδιάστατη, επίπεδη και άγευστη.

Η συντριβή του Ασώτου-μάλλον του σεσωσμένου-κρύβει μέσα μια ελπίδα: Την έστω και αδυνατισμένη φλόγα του φιλότιμου. Γυρίζει χωρίς απαιτήσεις. Δεν ζητάει, δεν απαιτεί.

Του αρκεί να κάθεται έξω από τη μεγάλη σάλα και να κοιτάζει το γλέντι των συνδαιτυμόνων. Έστω μόνον να βλέπει, να ξέρει πως μέσα εκεί κάποιοι απολαμβάνουν. Του αρκεί. Για τα υπόλοιπα, το ξέρει, είναι ανήμπορος. 

Ο σημερινός ύμνος όμως κάνει το μεγάλο άλμα: Συνδέει την γυμνότητα του Ασώτου με την γυμνότητα του Σταυρού.

Προσπαθεί να νοηματοδοτήσει τη θυσία του Χριστού, μεταβάλλοντάς την σε δική μας, προσωπική υπόθεση.

Όλη η περιγραφή του καταντήματος του ασώτου, ουσιαστικά γίνεται για να εκτιμήσουμε τι συνέβη στον Σταυρό.

Ο Χριστός στην Σταυρό ντύθηκε την ασωτία μας και την μετάβαλε σε σωτηρία μας. Ντύθηκε την γυμνότητά μας και την μετάβαλε σε νέα ένδυση της παλαιάς στολής.

Γεύτηκε τα πικρά ξυλοκέρατα της ανθρώπινης κτηνωδίας, αλλά τα μετέβαλε σε γλυκιά άφεση.

Ο υμνωδός, με την ευσέβειά του, γράφει εκείνο το «απλώσας» και νομίζεις πως δεν είναι το άπλωμα των χεριών στον Σταυρό, αλλά τα χέρια του Θεού, που απλώνονται στον καθένα ξεχωριστά και τον καλούν στο γιορταστικό τραπέζι. 

Ο ύμνος καταθέτει την ανθρώπινη αδυναμία. Οι δυνάμεις μας με το ζόρι επαρκούν για μια επιστροφή.

Εξαντλημένοι, μισολιπόθυμοι φτάνουμε στην πόρτα. Όλα τα άλλα είναι πρωτοβουλία Εκείνου.

Με τρόπο ποιητικό ο υμνωδός υπονοεί πως ακόμη το θηρίο μας κρατά στα δόντια του γι΄ αυτό και παρακαλεί «τοῦ δεινοῦ θηρὸς ἀφαρπάσῃς με».

Ούτε τα κουρέλια μπορούμε να αφαιρέσουμε από το ημίγυμνο κορμί μας. Γι΄ αυτό, Εσύ Κύριε, «τὴν πρώτην καταστολὴν ἐπενδύσῃς με».

Άφησα τελευταίο το συγκλονιστικό εκείνο «μηδὲ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς Βασιλείας σου». Αχρείος είναι ο άχρηστος.

Τι ζητά αυτή η ικεσία: Κάπου Κύριε, κάπως, ας χρησιμεύσω κι εγώ στο στήσιμο της Βασιλείας Σου.

Δώσε μου κάποια συμμετοχή, κάποιον έργο, έστω ασήμαντο στο μεγάλο σχέδιο της αγάπης Σου για τον κόσμο. 

Καταθέτουμε την συντριβή μας ως άνθρωποι και ως κοινωνία στα πόδια του Χριστού και τολμάμε να Του πούμε:
«Βασίσου Κύριε σ΄εμάς».

Τολμάμε;_

Εμφανίσεις: 304935
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: