Ο Ι. Καλβίνος και το πρόσωπο της Θεοτόκου

Πρωτ.Βασιλείου Ἀ. Γεωργόπουλου
ἈναπληρωτῆΚαθηγητῆΘεολογικῆς Α.Π.Θ
Τό πρόσωπο καί ἡ θέση τῆς Παρθένου Μαρίας ἀποτέλεσε ἕνα ἀπό τά πιό εὐαίσθητα σημεῖα τριβῆς καί ἀντιπαράθεσης κατά τή διάρκεια τῆς Μεταρρύθμισης τοῦ 16ου αἰώνα.
Ἐπισημαίνει στή συνάφεια αὐτή ὁ Ρωμαιοκαθολικός δογματολόγος Καρδινάλιος Gerhard Müller ὅτι: «Ἡ Μαριολογία ἀναδείχθηκε σέ δημοφιλές πεδίο θεολογικῆς ἀντιπαράθεσης, κυρίως διότι σ’ αὐτήν συμπυκνώνονται καί καθίστανται ἐμφανεῖς οἱ διαφορετικές ἀντιλήψεις περί τῆς δικαιώσεως, τῆς χάριτος καί τῆς ἀνθρωπολογίας»(Katholische Dogmatik, 2016, σ.476).
Ἡ στάση τοῦ Καλβίνου ἀπέναντι στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ἐντάσσεται ὀργανικά στό εὐρύτερο θεολογικό του ὅραμα, τό ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἀπό ἀπόλυτη προσήλωση στήν Ἁγία Γραφή καί ἔντονη ἀνησυχία γιά κάθε πρακτική ἤ διδασκαλία πού, κατά τήν κρίση του, θά μποροῦσε νά ἐπισκιάσει τή μοναδική σωτηριολογική μεσιτεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Παρότι ὁ Καλβῖνος ἀπορρίπτει κάθε μορφή τιμῆς καί ἐπίκλησης, δέν υἱοθετεῖ μία ἁπλουστευτική θεώρηση τῆς Θεοτόκου.
Ἀντιθέτως, διατυπώνει μία ἑρμηνεία τοῦ προσώπου καί τοῦ ἔργου της, ἡ ὁποία συνδυάζει τήν ἀναγνώριση τῆς ἐκλογῆς καί τῆς πίστης της μέ τήν ἀδιαπραγμάτευτη ἔνταξή της στήν κοινή ἀνθρώπινη κατάσταση, δηλαδή στήν ἀνάγκη γιά λύτρωση.
1. Ἡ Θεοτόκος καί τό προπατορικό ἁμάρτημα
Κεντρικό σημεῖο τῆς καλβινικῆς θέσης ἔναντι τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ ἡ ἄρνηση τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς Θεοτόκου ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα.
Ὁ Καλβῖνος ὑποστηρίζει ὅτι ἡ Μαρία συνελήφθη καί γεννήθηκε ἐντός τῆς ἁμαρτωλῆς ἀνθρώπινης κατάστασης, ὅπως κάθε ἄνθρωπος.
Μόνον ὁ Υἱός της διαφυλάχθηκε ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα καί αὐτό ὄχι λόγω τῆς μητέρας Του, ἀλλά ἀποκλειστικά διά τῆς θείας ἐνέργειας (Calvin, Werke 2,352).
2. Ἡ Ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου
Σέ συμφωνία μέ τόν Λούθηρο καί τόν Ζβίγγλιο, ὁ Καλβῖνος ἀποδέχεται καί ὑπογραμμίζει τήν Ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου.
Οἱ ἀναφορές τῆς Ἁγίας Γραφῆς στούς «ἀδελφούς» τοῦ Ἰησοῦ ἑρμηνεύονται ἀπό τόν ἴδιο ὄχι ὡς ἔνδειξη ἄλλων τέκνων τῆς Μαρίας ἀλλά ὡς ἀναφορά σέ συγγενικά πρόσωπα. (Calvin, Werke 45, 70. 46, 271.)
3. Ἡ ἀποδοχή τοῦ ὅρου Θεοτόκος
Ὁ Ἰωάννης Καλβῖνος ἀποδέχεται τή Χαλκηδόνια Χριστολογία. Στό πλαίσιο αὐτό, δέχεται τόν ὅρο «Θεοτόκος» γιά τήν Παρθένο Μαρία.
Στά ἔργα του ἀναφέρεται ρητά στόν Νεστόριο, προκειμένου νά καταδείξει τήν ἀντίθεσή του πρός κάθε χριστολογική διδασκαλία πού διασπᾶ τήν ἑνότητα τοῦ Χριστοῦ σέ δύο πρόσωπα.
Ἰδίως στό Ὑπόμνημά του στό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, ἀπορρίπτει ὀνομαστικά τόν Νεστοριανισμό. Συμπεριελάμβανε τόν Νεστόριο καί τή διδασκαλία του στά ὄργανα πού χρησιμοποίησε ὁ Σατανᾶς γιά νά ἀνατρέψει τήν ὑγιῆ διδασκαλία (Calvin, Werke 47,14).
Γιά τόν λόγο αὐτό ἀπέρριπτε κατηγορηματικά καί μέ ἔνταση τόν χαρακτηρισμό «Νεστοριανός», ὁ ὁποῖος τοῦ ἀποδόθηκε ἀπό Λουθηρανούς ἀντιπάλους του, τονίζοντας ὅτι ἡ διδασκαλία του βρίσκεται σέ συμφωνία μέ τή Χαλκηδόνα.
4. Ἡ πίστη τῆς Θεοτόκου καί ὁ παραδειγματικός της ρόλος
Ἰδιαίτερη ἔμφαση δίνει ὁ Καλβῖνος στήν πίστη τῆς Θεοτόκου Μαρίας. Ἡ Μαρία καλεῖται νά ἀντέξει δοκιμασίες, ἀμφιβολίες καί πόνο, βιώνοντας τήν πίστη της ὅπως κάθε χριστιανός.
Ἀκριβῶς γι’ αὐτό μπορεῖ νά λειτουργεῖ ὡς πρότυπο: ὄχι ὡς ἀντικείμενο λατρείας ἤ τιμῆς, ἀλλά ὡς ὑπόδειγμα πίστης, ὑπακοῆς στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, προσεκτικῆς ἀκρόασης τοῦ λόγου Του, ὁμολογίας καί δοξολογίας (Calvin, Werke 45,33. 46,74. 46, 105).
5. Ἡ ἐκλογή της καί ἡ ἀνάγκη λύτρωσής της ἀπό τήν ἁμαρτία
Ὁ Καλβῖνος ἀναγνωρίζει ἀπό τήν αἰωνιότητα τήν ἐκλογή τῆς Θεοτόκου Μαρίας γιά τή μοναδική προσφορά της γιά τή γέννηση τοῦ Σωτήρα.
Ἡ ἐκλογή της αὐτή, ὡστόσο, δέν ἀναιρεῖ τό γεγονός, ὅτι καί ἡ ἴδια ἔχει ἀνάγκη λύτρωσης.
Ἡ Μαρία, μέσα στήν πίστη της, βιώνει τήν ἀναγέννηση καί τήν ἀνανέωση πού προορίζονται γιά ὅλους τους πιστούς.
Ἀκόμη καί στό πλαίσιο τῆς ἐκλογῆς της, παραμένει πλήρως ἐνταγμένη στήν κοινή πορεία τῆς ἀνθρωπότητας πού προσδοκᾶ τή λύτρωση (Calvin, Werke 45, 29. 348).
6. Ἡ ἀπόρριψη τῆς τιμῆς της
Ὁ Ἰωάννης Καλβῖνος διατυπώνει μέ σαφήνεια καί ἀπόλυτη δογματική αὐστηρότητα τήν κάθετη ἄρνησή του ἀπέναντι σέ κάθε μορφή τιμῆς καί ἐπίκλησης τῆς Θεοτόκου.
Ἀπορρίπτει συλλήβδην τόσο τήν τιμητική ἀναφορά ὅσο καί τήν προσευχητική προσφυγή πρός τή Θεοτόκο, θεωρώντας τες πλήρως ἀθεμελίωτες, ἐφόσον —κατά κρίση του— δέν ἑδράζονται ρητῶς καί ἀποκλειστικῶς στήν Ἁγία Γραφή.
Γιά τόν Καλβῖνο, κάθε πράξη τιμῆς ἤ ἐπίκλησης πρός τή Θεοτόκο συνιστᾶ ὑπέρβαση τῶν αὐστηρῶν ὁρίων τῆς βιβλικῆς μαρτυρίας καί, ὡς ἐκ τούτου, τίθεται αὐτομάτως ὑπό τήν κατηγορηματική καί ἀμετάκλητη ἀποδοκιμασία του.
Κατά τούς ἰσχυρισμούς του, ἡ τότε ἐπικρατοῦσα τιμή πρός τή Θεοτόκο εἶχε ἐκτραπεῖ σέ μία ἀδικαιολόγητη ἐξύψωσή της καί προβολή της, ἀντίθετη στήν Ἁγία Γραφή καί, συνεπῶς, θεολογικά ἀπαράδεκτη.
Ἡ ἀπόρριψη αὐτή δέν ἔχει ἁπλῶς πρακτικό ἤ λειτουργικό χαρακτῆρα, ἀλλά ἑδράζεται σέ μιά συγκεκριμένη θεολογική κατανόηση τῆς φύσεως τῆς προσευχῆς, τήν ὁποία ὁ Καλβῖνος θεωρεῖ κατεξοχήν στοιχεῖο τῆς λατρείας, ἐντός τῆς ὁποίας πραγματώνεται ἀποκλειστικά ἡ σχέση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου (Calvin, Werke, 45, 25. 46,72).
7. Ἄρνηση μεσιτείας, ἐπίκλησης καί θεομητορικῶν ἑορτῶν
Ὁ Καλβῖνος ἀπορρίπτει κάθε ἰδέα μεσιτείας τῆς Θεοτόκου. Τό «χαῖρε, κεχαριτωμένη» (Λουκ. 1,28) νοεῖται ἀποκλειστικά ὡς ἱστορικός χαιρετισμός πρός τήν τότε παροῦσα Παρθένο καί δέν μπορεῖ νά μεταφερθεῖ στή χρονικῶς μεταγενέστερη λατρευτική πράξη (Calvin, Werke, 46,25,63).
Ὁ μόνος μεσίτης εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἐντός τοῦ ἴδιου θεολογικοῦ πλαισίου ἀπορρίπτεται τό σύνολο τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν, καθότι ὁ Καλβῖνος τίς θεωρεῖ παρεισφρήσεις παγανιστικῶν στοιχείων στή χριστιανική πίστη καί ἐνδεχόμενες ἑστίες εἰδωλολατρίας. (Calvin, Werke, 45,35).
Ὑποστηρίζει ὅτι ὁποιαδήποτε μορφή ἀπόδοσης μεσιτικῶν ἰδιοτήτων στή Μαρία ὑποσκάπτει τόν ρόλο τοῦ Χριστοῦ ὡς τοῦ μοναδικοῦ Μεσίτη μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Στό σημεῖο αὐτό, θεωροῦμε ὅτι πρέπει ἐπιπροσθέτως νά ἀναφερθεῖ ὅτι καί ὁ Λούθηρος ὑποστήριζε πώς ἡ Μαρία μετατράπηκε σέ «εἴδωλο» (WΑ 30/II, 348), καθώς οἱ πιστοί ἀποστρέφονταν τόν Χριστό ὡς αὐστηρό κριτή καί ἀναζητοῦσαν καταφύγιο στή μητρική πραότητα τῆς Μαρίας (WΑ 30/III, 312).
7. Ἡ ἀληθινή τιμή πρός τή Μαρία
Ἡ ἀληθινή τιμή πρός τή Μαρία, κατά τόν Μεταρρυθμιστή τῆς Γενεύης, δέν ἔγκειται σέ τελετουργικές ἤ ἑορταστικές πρακτικές ἀλλά στή μίμησή της.
Ἡ ἀξία της δέν πηγάζει ἀπό τόν ἑαυτό της ἀλλά ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐνήργησε μέσα της.
Τά χαρίσματα πού τῆς ἀποδόθηκαν εἶναι θεῖες δωρεές καί ὄχι ἐγγενεῖς ἰδιότητες τοῦ προσώπου της (Calvin, Werke, 46,107).
Ἡ Θεοτόκος Μαρία παραμένει ἄνθρωπος πού σώζεται διά τοῦ Υἱοῦ της καί ἀκριβῶς γι’ αὐτό μπορεῖ νά λειτουργεῖ ὡς πρότυπο χριστιανικῆς πίστης ( Calvin, Werke, 45,35).




