Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 30/05 14:42

patr sto agion oros

Αὐτές τίς μέρες ἡ πατρίδα μας ὑποδέχεται τό σύμβολο τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, τόν Πατέρα τῆς Ρωμιοσύνης, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαῖο, στίς Ἱ. Μητροπόλεις Φιλίππων (ἀεροδρόμιο Χρυσούπολης), Δράμας (ἱ. Μονή Ἀναλήψεως Δράμας), Θεσσαλονίκης (Ἐπισκοπεῖο καί Θεολογική Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου) καί Καλαμαριᾶς (τριήμερο διοργανώσεων), στήν ἱ. Μονή Βλατάδων, ὅπως καί στό Περιβόλι τῆς Παναγίας μας (Καρυές, ἱ. Μονή Ἰβήρων, ἀντιπροσωπεῖο Ἐσφιγμένου, ἱ. Μονή Καρακάλου, ἱ. Μονή Μεγίστης Λαύρας).

Μαζί μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμο, πολλοί Συνιεράρχες κι ἐμεῖς καί ἄλλοι Κληρικοί, ὅπως καί πολλοί ἐκ τῶν τά πρῶτα φερόντων καί τῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητας καί τῶν ἁπλουστέρων, δοκιμάσαμε τήν ἀναψυχή τῆς ἐπικοινωνίας μέ τήν Α.Θ.Παναγιότητα στά 30χρονα τῆς Πατριαρχίας του, τῆς καί μακροβιότερης τῶν προγενομένων, εὐλογημένο δῶρο παρά Θεοῦ σέ χρόνους δίσεκτους, τεκμήριο θείας εὐλογίας γιά τήν ἱστορική διάρκεια τῆς ἐθναρχούσης Ἐκκλησίας καί τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἀρκεῖ πρός αὐτά νά ἐπισημειώσουμε τίς σύν Θεῷ ἀναδείξεις παρ᾽ αὐτοῦ παλαιῶν (μαρτυρικῶν) ἱστορικῶν Μητροπόλεων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἀν. Θράκης καί τίς ἀπό ἐτῶν πολλῶν τελούμενες ἱερουργίες στίς ἐκκλησίες τῆς Καππαδοκίας (ἐπί 20 συναπτά ἔτη!) καί στήν Παναγία Σουμελᾶ.

Καί τώρα πρόσφατα τήν θαρραλέα Πατριαρχική του χοροστασία σέ τελεσθεῖσα θεία λειτουργία στόν ἀνακτηθέντα ἡμιερειπωμένο Ναό τῆς Παναγίας Παραμυθίας Φαναρίου (“βλάχ σαράϊ”, κατεστραμμένο ἀπό πυρκαγιά τό 1970, προηγούμενο Πατριαρχικό Ναό γιά μικρό διάστημα τό 16ο αἰώνα).

***
Συνάμα, αὐτές ἀκριβῶς τίς ἡμέρες, διεξερχόμαστε μιά δίτομη μεγάλη ἐμβληματική ἔκδοση τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μέ συνδρομή τῆς Γενικῆς Γραμματείας Θρησκευμάτων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας & Θρησκευμάτων.

Πρόκειται γιά τή μετάφραση ἀπό τά γαλλικά καί τήν ἑλληνική ἐκδοτική παρουσίαση ἑνός ἱστορικῆς σημασίας καί οἰκουμενικῆς αἴγλης μεγαλειώδους ἐπιστημονικοῦ ἔργου τοῦ Raymond Janin (+1972), μέ πρωτότυπη ἔκδοση τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου Βυζαντινῶν Σπουδῶν (1969, 2η ἔκδ.), σέ ἐξαίρετη ἑλληνική μετάφραση τοῦ δρ θ. Φωτίου Ἀν. Τζελέπη καί ἀντάξια τῆς σημασίας καί τῆς ὑπεραξίας ἐκδοτική ἐπιμέλεια τῆς ΑΔΕΕ ὑπό τόν Παν. Μητροπολίτη Φαναρίου κ. Ἀγαθάγγελο.

Τίτλος τῆς μνημειακῆς αὐτῆς δίτομης ἔκδοσης σέ μεγάλο σχῆμα, μέ ἀρχειακές παλαιότερες καί νεότερες φωτογραφίες: «Ναοί, μονές καί εὐαγῆ ἱδρύματα τῆς βασιλίδος Κωνσταντινουπόλεως».

Ὁ πρῶτος τόμος περιέχει (263) ἁγιολογικές ἤ ναοδομικές παρουσιάσεις-ἐπώνυμες ἑνότητες, μέ κατά περίπτωση περισσότερες ἀπό μία ὑποενότητες, πού μεγιστοποιοῦν πάρα πολύ τίς ἀριθμούμενες ἐκτενεῖς ἄριστες παρουσιάσεις (π.χ. στήν ὑποενότητα “Θεοτόκος” ἀναφέρονται εἰδικότερα (136) ναοί, μονές, παρεκκλήσια ἱ. εἰκόνων τῆς Θεοτόκου· στήν “Ἁγία Ἄννα” (7), στούς Ἁγίους “Γεώργιο” (9), “Δημήτριο (10), “Εὐφημία” (6), “Ἠλία” (5), “Θεόδωρο” (17), “Θύρσο” (4), “Θωμᾶ” (8), “Ἰωάννη τόν Θεολόγο” (8), “Κοσμᾶ καί Δαμιανό” (6), “Κωνσταντῖνο” (9)…

Στό δεύτερο πάλι τόμο περιέχεται ἡ ἀριθμητική συνέχεια τῶν ἐπωνύμων λημμάτων ἀπό τό 264 μέχρι τό 471, δηλαδή ἕνας ἀριθμός (207) λημμάτων καί ἐπιπλέον λήμματα μέ ἀταυτοποίητους σήμερα (17) προϋπάρξαντες ναούς.

Σ᾽ αὐτόν τό δεύτερο τόμο, ὑπάρχουν ἐπίσης πολυάριθμες ὑποενότητες λημμάτων (π.χ. στήν “Ἁγία Τριάδα” (7) καί στόν “Χριστό” (31)· στούς Ἁγίους “Μιχαήλ” (24), “ Νικόλαο” (27), “ Παντελεήμονα” (9), “Πέτρο” (8), “Πρόδρομο” (36), “Στέφανο” (11), “Τεσσαράκοντα Μάρτυρες” (8) “Τρύφωνα” (7), “Χριστοφόρο” (6)… Περιέχεται τέλος ἕνα παράρτημα μέ (Α) τά εὐαγῆ ἱδρύματα τῆς Βασιλεύουσας (π.χ. γιά αὐτοτελῆ (26) “Γηροκομεῖα”, (27) κυριολεκτούμενα “Ξενοδοχεῖα”, (3) “Νοσοκομεῖα”, Ὀρφανοτροφεῖα, Βρεφοτροφεῖα, Πτωχοτροφεῖα).

Καί παρατίθεται ἡ καταληκτική παρουσίαση (Β) μέ τούς Λατινικούς ναούς (ἱστορική τεκμηρίωση ἐκείνης τῆς θλιβερῆς πρώτης Ἁλώσεως ἀπό τούς Σταυροφόρους καί τῆς διαρκοῦς μετέπειτα ἐπελάσεως τῶν Παπικῶν στήν πρώτη καθέδρα τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς).

***

Ἀφορμώμενος ἀπό τήν ἐπίκαιρη νέα ἔλευση τῆς Α.Θ.Παναγιότητος στή Μακεδονία μέ τίς τόσες προσφυγικές ἑστίες, στήν ἐπετειακή συγκυρία τοῦ 2022, θέλησα νά παρουσιάσω ἔτσι λιτά καί τήν δίτομη αὐτή ἔκδοση, μέ μόνα τά ἀριθμητικά δεδομένα, γιά νά συνυπογράψω ὅσα ἀναφέρουν ὁ ἅγιος Φαναρίου κ. Ἀγαθάγγελος καί ὁ Γ.Γ.Θρησκευμάτων κ. Γ. Καλαντζῆς:
«…Αὐτή ἡ πόλη ὅμως πού μέσα στήν ἱστορία εἶναι μοσχοβολημένη ἀπό τήν πνευματική εὐωδία τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων εἶναι ἡ Πόλη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Παναγιοσκέπαστη Βασιλεύουσα.

Μέσα σέ κάθε ναό τῆς Πόλης ὑπάρχει ὁ πόνος καί ἡ ἁγιότητα, ὐπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό» (“Οἱ χῶρες τοῦ Θεοῦ”, Μητρ.Φαναρίου, πρῶτος τόμος σ. 37).

«Σέ ὅλα αὐτά τά λατρευτικά μνημεῖα τῆς Κωνσταντινουπόλεως πού φιλοτεχνήθηκαν ἐπί μία καί πλέον χιλιετία, σέ ὁλόκληρο αὐτό τόν δυσκολοαρίθμητο θησαυρό ναῶν καί μονῶν, ἐντός καί ἐκτός τῆς Πόλεως [ἐκτός τῶν τειχῶν] ὑπῆρξε καί παραμένει θεματοφύλακας τό παλαίφατο Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο στό ἱστορικό καί μαρτυρικό Φανάρι, ἡ γεραρά ἕδρα τῆς Μητρός Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τό σέμνωμα τοῦ Γένους μας, τό ὁποῖο περιφρουρεῖ καί διατηρεῖ ἐξ ἀρχῆς καί ἀδιάκοπα ὁλόκληρη τήν πνευματική καί καλλιτεχνική χριστιανική παράδοση, ὁ δέ ἑκάστοτε Οἰκουμενικός Πατριάρχης συνιστᾶ τό πρόσωπο-φορέα καί ἐκφραστή τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ θεσμοῦ, παραμένων πάντοτε πιστός στό χρέος, ὄρθιος ἐπί τῶν ἐπάλξεων» (Προλογικό Γ.Γ.Θρησκ., ὅπ.π. σ. 34).

Στά μεθέορτα τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Μεγάλων Βασιλέων καί Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης, αὐτή ἡ ἐξαίσια δίτομη ἔκδοση συνυπουργεῖ μιά νέα ἐκκλησιαστική καί ἐθνική καί ὑπερεθνική (γεναρχική) ἱστορική “τομή” ἀνά τήν Οἰκουμένη, ἀνά τήν Ὀρθοδοξία ὅλη (πού σήμερα κλυδωνίζεται ἀπό πολέμους καί πολεμικές ἀντιδικίες τῶν γεγεννημένων νεότερων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί ἀπό τίς ἐπήλυδες ἐπάρσεις μερικῶν ἐπί τῶν ἱστορικῶν Πατριαρχείων).

***
Εἴχαμε ἤδη τούς ἱστορικῆς σημασίας εὐπαρουσίαστους ἐπιστημονικούς καί ἀφιερωματικούς τόμους τῆς ΑΔΕΕ τό 2005 γιά τά διαρπαγέντα ἤ μεταπωληθέντα “Ἱερά Λείψανα Ἁγίων τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς στή Βενετία” (συλλογική ἐργασία, 2005, 1η ἔκδοση) καί τό 2021 γιά τούς Νεομάρτυρες (ἀποκλειστική συγγραφή τοῦ Πανιερωτάτου Φαναρίου).

Τά ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων καί ἡ μεγαλοσύνη τῶν Νεομαρτύρων, σέ κείνους τούς ἐπιστημονικῆς πληρότητος τόμους, ἦταν “μεγάφωνα” τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἱστορικῆς Ὀρθοδοξίας γιά τήν εὐλογημένη θεουργό ἀνθρώπινη παρουσία της στήν καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολή, στή θεοδόξαστη διάρκεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου μας. Μέ μορφές μεγαλουργοῦ καί ἐμβληματικῆς ἀντίστασης, μέ ἱστορικά καί ὑπεριστορικά σύμβολα τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας καί ἀπελευθέρωσης.

Τά χρειαζόμαστε αὐτά τά σύμβολα τόσο πολύ, σέ περιόδους σταδιακῆς ψηφιακῆς φίμωσης τῆς θεόδοτης ἐλευθερίας τῶν θεόπλαστων καί θεόσωστων ἀνθρώπων. Ἐν ὀνόματι (μήπως ὑπό τό πρόσχημα;) τῆς διευκόλυνσης τῶν στοιχειωδῶν ἀναγκῶν καί τῆς προοδευτικά διοικητικῆς καί οἰκονομικῆς νέας μετεξέλιξης, δέν ἀποκλείεται νά ὑποχρεωθοῦμε νά ὁμογενοποιηθοῦμε σέ ἀριθμοποιημένες μονάδες ἀνθρωπινῆς ἐλαχιστοποίησης. Μιά νέα ἔκδοση τῆς πρώτης ἁμαρτίας, τώρα πλέον ὄχι εὐθέως πρός τό Δημιουργό, ἀλλά εὐθέως πρός τόν ἄνθρωπο καί ἔμμεσα καταφρονητικά πρός τό Θεό.

Ἀκριβῶς, λοιπόν, σ᾽ αὐτό τό σταυροδρόμι τῆς ἱστορίας τῶν ἀνθρωπίνων, ἡ πνευματική ρωμαλεότητα, ἀποφασιστικότητα καί ἔνθεη μεγαλοσύνη τῶν Ἁγίων δίνουν τό στίγμα τῆς εὐθυπορίας, ἀφήνοντας σέ μᾶς τήν διάκριση τῶν συλλογικῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐπιλογῶν καί διαδρομῶν. Στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Στό ὄνομα ―καί ἄν θέλετε― στό θεόδοτο δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων πού θά προτιμοῦσαν νά γίνουν καί νά παραμένουν τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ νέα πρόσφατη μεταφραστική καί ἐκδοτική παρουσίαση τῶν ναῶν καί μονῶν καί ἱδρυμάτων τῆς Βασιλεύουσας, μέσα ἀπό τήν ἐπιστημονική (διεθνῶς παραδεκτή) τεκμηρίωση ἑνός ξένου σπουδαίου ἐρευνητῆ τῶν ἡμετέρων, προσφέρει ἄλλη μιά διάσταση στήν ἐκπαιδευτική μιμητική δουλοπρέπεια καταφρόνησης περί τά ἡμέτερα καί τούς ἡμετέρους προγόνους καί προδρόμους. Δέν ἐρειπώθηκε ποτέ οὔτε καί θά ἐρειπωθεῖ ἡ μεγαλοσύνη τῆς Ὀρθόδοξης λατρευτικῆς καί πολιτισμικῆς καί κοινωνικῆς προσφορᾶς στήν ἀνθρωπότητα.

Ἀκριβῶς ἐκεῖ, στήν Κωνσταντινούπολη, (ὄχι ἁπλῶς στάθηκε, ἀλλά) στήθηκε “τό σταυροδρόμι” μεταξύ Ἀνατολῆς καί Δύσης.

***
Καί στέκεται καί θά συνεχίσει νά στέκεται “τό σταυροδρόμι τῆς ἱστορίας” καί νά ἐμπνέει σέ σύγχρονους ρυθμούς.

Ἐπειδή ὑπῆρξαν καί θά ὑπάρχουν ἀναρίθμητοι ναοί, μονές, ἱδρύματα ὀρθόδοξα χριστιανικά εἴτε “κρυπτοχριστιανικά” (καθώς οἱ βεβηλώσεις αὐτῶν τῶν “ναῶν” δέν κατόρθωσαν νά μεταλλάξουν τήν ἀφθαρσία τῆς ἐσχατολογικῆς λειτουργικότητάς τους). Ἀκόμη καί ἡ βάρβαρη μεταλλαγή τῆς χρήσης τους καταγγέλλει τή “γενοκτονία τοῦ πολιτισμοῦ”, ὅπως καί στιγματίζει ἀναλογικά τίς “γενοκτονίες” τῶν πολιτισμῶν καί τῶν λαῶν τῆς σήμερον.

Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (πού ἀποκαλυπτικά καί ἐμπειρικά, πατερικά καί λατρευτικά θεολογήθηκε στήν Ἀνατολή τῶν πρώτων Οἰκουμενικῶν Συνόδων) εἶναι Ἐκεῖνος πού προσδέχεται καί οὐσιοποιεῖ τήν χριστολογική, τήν τριαδολογική, τήν θεομητορική, τήν ἁγιολογική, τήν ἀγγελική φερωνυμία τόσων ναῶν-μονῶν-ἱδρυμάτων.

Καί καταφάσκει τήν ἐμπνευσμένη κτητορική πρόθεση ἐκείνων πού ἔφυγαν ἀπό μᾶς γιά τήν “ποθεινή πατρίδα”, ἀλλά καί προσβλέπουν πρός τά ἡμέτερα ὡς πρός ὁλοζώντανο ἀπείκασμα αὐτῆς τῆς ἐπουράνιας ποθεινῆς πατρίδας ἐπί τῆς γῆς.

Ἡ ναϊκή καί μοναστική γείωση τοῦ οὐρανοῦ δέν θά παύσει νά δίνει “πνοή ἐλευθερίας” στήν πανανθρώπινη ἱστορία τῆς ἀλαζονείας.

“Βασιλεύει (γάρ) ἀλλ᾽ οὐκ αἰωνίζει ᾅδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν”. Αὐτό διαλαλοῦν τά ἁγιαστήρια ἐκείνης τῆς μακραίωνης δημιουργίας, μήπως καί ἀποτολμήσουμε νά ξαναδοῦμε τόν κόσμο μέ τό βλέμμα τῆς πίστης ὄχι κάποιου θρησκειακοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλά στό ζῶντα Θεό.

Διότι αὐτά ἀκριβῶς τά ἀθάνατα ἱστορικά ἔργα τῶν Ρωμιοσύνης, τά ἀθάνατα ἱστορικά δημιουργήματα τοῦ μεσαιωνικοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ, συνάδουν καί συγκαλοῦν (καί μᾶς ἀνασυνάγουν διαρκῶς) στή σωτηριολογική μας φερωνυμία (χριστιανοί, τοῦ Χριστοῦ) καί στήν ἐσχατολογική μας ρωμαλεότητα διά μέσου τῆς ἱστορίας.

Δέν μᾶς γυρίζουν σ᾽ ἐκεῖνο πού χαρακτηρίστηκε ὡς “ἔνδοξος βυζαντινισμός”. Ἀλλά μᾶς δυναμώνουν τήν ὑγίωση τῆς καρδιᾶς καί τήν ὀρθόδοξη διαλεκτική περί τίς ἐξελίξεις τῆς ἱστορίας.

Κατάφαση τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν ἀνθρωπίνων, μόνο μέσα ἀπό τή θεανθρωπεία τῆς πρόσληψης καί τῆς σωτηρίας. Ποτέ ἐρήμην αὐτῆς.

Αὐτό δέν ἐνσημαίνεται τόσο πανηγυρικά στούς τόσους ναούς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων τῆς Βασιλεύουσας;

Μεθεκτή ναοδομικά, εἰκονιστικά-συμβολικά, λατρευτικά ἡ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ στά μέτρα μας, γιά νά μᾶς ἀνεβάσει ἀπό τήν πρώτη φθορά μας καί νά συνεχίζει διαρκῶς νά μᾶς λυτρώνει ἀπό τίς φθορές τῆς ἱστορίας μας καί νά τήν μεταπλάθει δι᾽ ἡμῶν σέ λυσιτελέστερη ἀνθρωπίνως, σέ θεανθρώπινη διανθρωπίνως.

Μέχρι νά φθάσουμε νά Τόν ἀνιστοροῦμε καί νά Τόν ζοῦμε καί νά Τόν θεολατρεύουμε στίς καρδιές μας, χαριτωμένες στό φῶς τῆς βασιλείας Του, ὅταν “πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα”.

Ἐκεῖ ὅπου διορῶμεν προσευχητικά καί θέλουμε νά ἐνοπτριζόμεθα τούς διαιώνιους καί τούς τελευταίους προμάχους τῆς ἱστορικῆς Βασιλεύουσας καί τούς μεθύστερους ἐκφραστές (καί) τῆς ἱστορικῆς καί τῆς ἱερῆς μεγαλοσύνης της.

† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εμφανίσεις: 300852
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: