Η διαρκής παρουσία και ο φωτισμός - καθοδηγία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία

Παναγιώτης Ι. Μπούμης στην Romfea.gr
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
(Μια δικαιολογημένη απορία)
Ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας καί λέμε «εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν».
Πιστεύουμε ἀλλά συγρόνως ἐλπίζουμε καί εὐχόμαστε «εἰς μίαν ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν».
Ἀλλά πῶς ἔγινε καί πῶς ἐπιτυγχάνεται αὐτό μέ τήν Ἐκκλησία;
Αὐτό ἔχει τήν ἀρχή του μέ τήν Πεντηκοστή, ὅταν κατῆλθε τό Ἅγιο Πνεῦμα στούς Ἀποστόλους καί ὅταν ἄρχισε νά πραγματοποιεῖται ἡ ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου σ' αὐτούς πού τούς εἶπε: «Ὅταν δέ ἔλθῃ Ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰω. 16,13).
Ἔτσι μιά ἀπό τίς πρῶτες βασικότερες μαρτυρίες αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἔχουμε τήν ἀπόφαση τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων (49 μ.Χ.), ὅπου διακηρύσσεται ρητῶς: «Ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν . . . » (Πράξ. 15,28), δηλαδή ἐφάνη καλό καί ὀρθό καί ἀποφασίστηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἀπό ἐμᾶς.
Αὐτό καί αὐτό. Ἐδῶ ἔχουμε μία αὐτομαρτυρία τῶν συμμετασχόντων στή Σύνοδο Ἀποστόλων περί τῆς παρεμβάσεως καί τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Καί προβάλλει αὐθορμήτως τό ἐρώτημα, ποιά σύνοδος σήμερα παρέχει αὐτήν τήν αὐτομαρτυρία καί βεβαιότητα στούς πιστούς;
Ἀλλά καί κατά τούς μετέπειτα χρόνους, ὅταν ἀνέκυπταν διάφορα ζητήματα μεταξύ τῶν χριστιανῶν, τά ὁποῖα ἀφοροῦσαν τήν εὐσέβεια, τήν ἐκκλησιαστική ὀργάνωση καί εὐταξία, προέκυψε ἡ ἀνάγκη νά συναθροίζονται οἱ ἐπίσκοποι τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων σέ συνόδους κατά τό παράδειγμα τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων.
Ἔργο τους ἦταν νά συσκέπτονται, νά συζητοῦν καί νά νομοθετοῦν μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐπί τῇ βάσει τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως.
Κατ' αὐτόν τόν τρόπο ἐδημιουργεῖτο βαθμηδόν ἕνα σύνολο κανόνων, οἱ ὁποῖοι θά ρύθμιζαν τά ἀναφυόμενα ζητήματα καί θά ἀντικαθιστοῦσαν τήν ἀποστολική παρουσία καί αὐθεντία.
Ἴσως ἐδῶ δέν θά ἦταν ἄσκοπο νά δώσουμε καί ὁρισμένες ἐξηγήσεις γιά τό νόημα τοῦ χωρίου πού ἀναφέραμε παραπάνω, «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν», καί νά προλάβουμε ὁρισμένες ἀπορίες, παρανοήσεις καί παρεξηγήσεις.
Ὁ Κύριος πρίν ἀποχωρισθεῖ ἀπό τούς μαθητές Του τούς εἶπε, ὅπως εἴδαμε: «Ὅταν δέ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰω. 16,12-13).
Εἶναι δυνατόν δηλ. νά ποῦν μερικοί ὅτι αὐτοί οἱ λόγοι ἔχουν ἐφαρμογή μόνο στούς Ἀποστόλους καί ὄχι σ' ὅλη τήν Ἐκκλησία.
Σ' αὐτούς ἀσφαλῶς θά ἔστελνε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί πράγματι θά τούς ἀποκάλυπτε ὅλη τήν ἀλήθεια, ἀλλά ὄχι καί στούς διαδόχους τους καί σ' ὅλη τήν Ἐκκλησία.
Γιατί, ἄν δεχθοῦμε ὅτι ἐννοοῦσε ὅλους μαζί καί τούς μετά τούς Ἀποστόλους Πατέρες καί χριστιανούς, τότε εἶναι σά νά δεχόμαστε ὅτι στούς Ἀποστόλους δέν ἀποκάλυψε ὅλη τήν ἀλήθεια, ἀλλά μόνο ἕνα μέρος αὐτῆς.
Τήν ὑπόλοιπη ἀλήθεια θά ἀποκάλυπτε καί θά ἀποκαλύψει στίς μετά τούς Ἀποστόλους χριστιανικές γενεές.
Τήν ἔνσταση αὐτή μποροῦμε νά τήν ὑπερπηδήσουμε εὐχερῶς καί νά ἐναρμονίσουμε τή φαινομενική αὐτή ἀντίφαση λόγων καί γεγονότων, ἐάν παρατηρήσουμε ὅτι τό χωρίο τοῦ Ἰωάννου λέει «ὁδηγήσει ὑμᾶς» καί δέν λέει «θά ἀποκαλύψῃ εἰς ὑμᾶς».
Ἐάν ἔλεγε «θά ἀποκαλύψῃ εἰς ὑμᾶς», πράγματι θά εἴμασταν ὑποχρεωμένοι νά δεχθοῦμε ἕνα ἀπό τά δύο: Ἤ ὅτι τό Ἅγ. Πνεῦμα θά βοηθοῦσε μόνο τούς Ἀποστόλους καί ὄχι τήν Ἐκκλησία ἤ ὅτι στούς Ἀποστόλους θά ἀποκάλυπτε μόνο ἕνα μέρος τῆς ἀληθείας, τό δέ ἄλλο μέρος θά ἀποκάλυπτε στίς ἐπερχόμενες γενεές.
Ἔτσι ὅμως οὔτε στούς Ἀποστόλους θά ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου γιά ἀποκάλυψη ὅλης τῆς ἀλήθειας, οὔτε θά μπορούσαμε νά μιλᾶμε γιά ἀποστολική παράδοση καί ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀφοῦ θά εἴχαμε καί ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποκάλυψη τῆς ἐν Χριστῷ ἀλήθειας.
Εὐτυχῶς ὅμως μέ τήν ὕπαρξη τοῦ ρήματος «ὁδηγήσει» τά πράγματα διευθετοῦνται καλῶς καί σύμφωνα μέ τήν πίστη καί τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καί σύμφωνα μέ τά γεγονότα, χωρίς νά ὑπάρχει καμιά ἀντίφαση.
Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα πράγματι ὁδήγησε τούς Ἀποστόλους καί ἀποκάλυψε σ' αὐτούς ὅλη τήν ἀλήθεια.
Μέ αὐτούς (ἔστω μέ τόν τελευταῖο ἀπ' αὐτούς τόν Ἰωάννη στήν Ἀποκάλυψη) ἀποκαλύφθηκε, τελείωσε ὅλη ἡ ἀλήθεια, ὅλη ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια, ἡ ἀποστολική παράδοση.
Ἔτσι ἐπίσης τό Ἅγ. Πνεῦμα πράγματι ὁδηγεῖ καί θά ὁδηγεῖ τήν Ἐκκλησία ὄχι σέ καινούργια ἀποκάλυψη ἀληθείας, σέ νέο Εὐαγγέλιο, ἀλλά στήν ἀνακάλυψη καί ἑρμηνεία τῆς ἤδη ἀποκαλυφθείσας ἀλήθειας, στή διατύπωση ὅρων καί κανόνων, στήν εὕρεση ἀπαντήσεων μέσα στήν ἀποστολική Παράδοση γιά τίς ἀπαιτήσεις καί τά ἐρωτήματα κάθε ἐποχῆς.
Καί ἡ ἀνακάλυψη αὐτή τῆς ἀλήθειας, αὐτή ἡ ἑρμηνεία, εἶναι πράγματι μία καθοδήγηση «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν».
Ἡ ἀποκάλυψη, λοιπόν, τῆς ἐν Χριστῷ ἀλήθειας ἔγινε καί ὁλοκληρώθηκε («εἰς πᾶσαν») μέ τούς Ἀποστόλους, ἀλλά ἡ ἀνακάλυψη, ἡ διευκρίνηση, ἡ ἑρμηνεία, ἡ νέα διατύπωση αὐτῆς, συνεχίζεται καί θά συνεχίζεται μέσα στήν Ἐκκλησία συνεχῶς μέ τήν καθοδήγηση πάντοτε τοῦ Ἁγ. Πνεύματος.
Ἐπιπλέον: Μέ τήν ὕπαρξη τοῦ ρήματος «ὁδηγήσει» καί τή νοηματοδότηση αὐτοῦ ὡς ἀνακάλυψη γιά μετά τούς Ἀποστόλους μέ τή συνεχή αὐτή καθοδήγηση, σημαίνει ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι διηνεκῶς, διαχρονικῶς μέσα στήν Ἐκκλησία.
Ἐπίσης αὐτές οἱ δύο ἔννοιες ἀποκάλυψη καί ἀνακάλυψη τῆς παραδοθείσας διά τῶν Ἀποστόλων ἀλήθειας μᾶς δίνουν καί τό δικαίωμα νά τή λέμε καί ἀποστολική Ἐκκλησία.




