Η Εσθονική Εκκλησία προσφεύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Του Γιώργου Λειμωνίδη στην Romfea.gr
Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσέφυγαν η Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ιερά Μονή Πουχτίτσας, αμφισβητώντας τη νομοθεσία που απαιτεί τη διακοπή των δεσμών τους με τη Μόσχα, σύμφωνα με δημοσίευμα της εσθονικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ERR.
Όπως αναφέρει η Εσθονική Ραδιοτηλεόραση οι νέες διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ στις 27 Ιουνίου 2026, προβλέποντας εξάμηνη προθεσμία συμμόρφωσης.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η Εκκλησία καλείται έως τις 28 Δεκεμβρίου να διακόψει τους διοικητικούς δεσμούς με τη Μόσχα και να ορίσει νέο Μητροπολίτη.
Οι νομικοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας και της Μονής υποστηρίζουν ότι οι απαιτήσεις των αρχών υπερβαίνουν την τροποποίηση των καταστατικών και αγγίζουν τη θρησκευτική τους ταυτότητα.
Παράλληλα, εκφράζουν ανησυχία για το ενδεχόμενο αναγκαστικής διάλυσης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
«Η Εκκλησία και η Μονή δεν καλούνται απλώς να τροποποιήσουν ένα έγγραφο», δήλωσε ο δικηγόρος τους, Αρτούρ Κνιάζεφ.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι οι απαιτήσεις αγγίζουν τη θρησκευτική τους ταυτότητα, εξηγώντας πως η Πολιτεία μπορεί να ρυθμίζει τη δημόσια άσκηση της θρησκείας, αλλά όχι να επιβάλλει αλλαγή πίστης.
Προειδοποίησε, επίσης, για ενδεχόμενη αναγκαστική διάλυση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
Αναφερόμενος στη Μονή, σημείωσε ότι φιλοξενεί περίπου 90 μοναχές, με μέσο όρο ηλικίας άνω των 60 ετών, οι οποίες προσεύχονται και για την Εσθονία.
Ο έτερος δικηγόρος, Στίβεν Έβεστους, ανέφερε πως «υπάρχει τιμωρία, αλλά δεν υπάρχει παράβαση», υποστηρίζοντας ότι δεν έχει διαπιστωθεί παράνομη ενέργεια των προσφευγόντων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Εσθονίας έκρινε τη νομοθεσία συνταγματική, ερμηνεύοντάς την ως απαγόρευση διοικητικών και όχι θρησκευτικών δεσμών.
Ωστόσο, έξι από τους δεκαεπτά δικαστές διαφώνησαν, επικαλούμενοι ζητήματα ασφάλειας δικαίου.
Απαντώντας, εκπρόσωπος του Υπουργείου Εσωτερικών τόνισε ότι η θρησκευτική ελευθερία παραμένει κατοχυρωμένη και ότι βρίσκεται σε εξέλιξη διάλογος με την Εκκλησία.
Απέρριψε, επίσης, την παρουσίαση της προσφυγής για αναγκαστική διάλυση ως ειλημμένης απόφασης, υπογραμμίζοντας πάντως ότι ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί.




