Την σην ειρήνην δος ημίν, Υιέ του Θεού

Του Νεκταρίου Πάρη, Δρ.Θ., D.Μ. στην Romfea.gr
Αρχιμ. του Οικουμενικού Θρόνου
Καθηγητoυ Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ως εκφραστής της ειρήνης
Ἐντὸς τῆς θείας λειτουργίας ἀκούεται πάνω ἀπὸ εἴκοσι φορὲς ἡ λέξη εἰρήνη. Ἀπευθείας μετὰ τὴν ἔναρξη τῆς θ. λειτουργίας, μᾶς καλεῖ ὁ διάκονος, κλῆρο καὶ λαό, νὰ εἰρηνεύσομε, μὲ τρία αἰτήματα.
Πρῶτα μᾶς καλεῖ νὰ προσέλθομε εἰρηνικῶς πρὸς τὸν Κύριο γιὰ νὰ προσευχηθοῦμε, ἔπειτα νὰ εὐχηθοῦμε ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ἡ ὁποία προέρχεται «ἄνωθεν», ἐκ Θεοῦ, γιὰ τὴν ψυχική μας σωτηρία καὶ κατὰ τὸ τρίτο αἴτημα γιὰ τὴν εἰρήνη ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, γιὰ τὴν στερέωση τῶν ἁγίων Ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν ἕνωση ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Σὲ αὐτὰ τὰ αἰτήματα τῆς Ἐκκλησίας ἀπαντᾶται τὸ διαχρονικὸ αἴτημα τοῦ προφήτου, ὁ ὁποῖος ἀναζητεῖ τὴν εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεό: «Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν» (Ἠσ. 26:12).
Ἐπίσης, κατὰ τὴν ἀπόλυση τῆς θ. λειτουργίας, καλοῦνται οἱ πιστοὶ νὰ ἀποχωρήσουν μὲ εἰρήνη, τὴν ὁποία νωρίτερα ἔλαβαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό: «Εἰρηνοποιήσας διὰ τοῦ αἵματος τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ» (Κολ. 1:20).
Μία ἀπὸ τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν συμμετοχὴ στὴν θεία εὐχαριστία εἶναι καὶ ἡ εἰρήνη, ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ συμφιλίωση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Διὰ τοῦτο, γιὰ νὰ γίνει θεοκοινωνὸς ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος πρέπει νὰ εἰρηνεύσει τὴν καρδία του: «Εἰρηνεύετε·καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾽ ὑμῶν» (Β´ Κορ. 13:11).
Ἡ Ἐκκλησία εὔχεται καὶ δέεται ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, ὄχι βεβαίως γιὰ μία μορφὴ προσωπικῆς καὶ αὐτονόμου εἰρήνης, ἀλλὰ γιὰ τὴν πραγματικὴ εἰρήνη σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ σὲ κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά.
Σήμερα δυνάμεθα νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι τόσο διαδεδομένο παγκοσμίως τὸ χριστιανικὸ μήνυμα γιὰ τὴν εἰρήνη, ὥστε νὰ ἔχει καταστεῖ ἐπισήμως καὶ εἶναι γνωστὸ ὡς σύμβολο εἰρήνης τὸ περιστέρι μὲ τὸν κλάδο ἐλαίας.
Αὐτὸ τὸ σύμβολο ἔχει ξεκάθαρα καταγωγὴ ἁγιογραφική, ἀπὸ τὴν γνωστὴ ἱστορία τοῦ Νῶε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ διαθήκη (Γεν. 8:11).
Ἡ εἰρήνη ὅμως, δὲν νοεῖται ἄνευ τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι «ἡ ὄντως εἰρήνη», μακριά ὅμως ἀπὸ Αὐτόν, πολλὲς φορές, παρανοεῖται ὁ ἀληθὴς χαρακτήρας τῆς εἰρήνης.
Βλέπομε μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πρὶν ὁμιλήσει στοὺς μαθητές Του νὰ τοὺς καλεῖ σὲ εἰρήνη καὶ μάλιστα τὴν ἴδια στιγμὴ ἀναφέρει τὴν ἴδια φράση δίς: «εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰω. 20:19,21).
Βεβαίως, ὁ χαρακτήρας τῆς προσφερομένης ὑπὸ τοῦ Κυρίου εἰρήνης δὲν ἔχει τὸ ἰμπεριαλιστικὸ καὶ κυριαρχικὸ στοιχεῖο τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι χαρακτηριστικὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπόσταγμα της θεϊκῆς Του ἀγάπης, τὴν ὁποία προσέφερε στὸν κόσμο, βιώνει ἡ Ἐκκλησία Του καὶ διδάσκει στον κόσμο.
Ἡ εἰρήνη ἡ ὁποία διδάσκεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς ποιμένες της εἶναι καθαρῶς στοιχεῖο εὐαγγελικὸ καὶ χριστοκεντρικό: «εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ἰω.14:27), «Θεὸς ὢν εἰρήνης».
Ἐδῶ ὁ ὑμνογράφος ἐντόνως σημειώνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο εἰρηνοποιός, ἀλλὰ ἡ εἰρήνη ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό Του, εἶναι ὢν εἰρήνης. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας προορῶν τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσίου, τοῦ προσδίδει διάφορα ἐπίθετα. Ἕνα ἐξ’ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ «ἄρχων εἰρήνης» (Ἡσ. 9:6).
Σὲ αὐτὴ τὴν φρἀση φαίνεται πραγματικὰ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄρχει ἐπὶ τῆς εἰρήνης, ὄχι ὅπως ἄρχουν οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὅπως φέρνει αὐτὸς τὴν εἰρήνη στὴν ἀνθρωπότητα, καινὴ καὶ διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος.
Πράγματι, ὁ Κύριος δὲν ἐξαίρεσε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν λόγων του, ὁ ἴδιος δίδαξε ὅτι αὐτὴ ἡ εἰρήνη ἡ ὁποία εἶναι ἐσωτερικὴ καὶ ἐξέρχεται στὸν κόσμο, εἶναι κάτι ποὺ συγκαταλέγεται στὶς ἀρετὲς τοῦ Ἰδίου. Ἄνθρωπος ἄνευ αὐτῆς τῆς εἰρήνης δὲν δύναται νὰ νοήσει καὶ νὰ βιώσει τὸν εὐαγγελικὸ λόγο τοῦ Κυρίου: «μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11:29).
Κατὰ τὴν Παύλεια ρήση «Εἰρήνην διώκετε μετά πάντων καί τόν ἁγιασμόν οὗ χωρὶς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον» (Ἑβρ. 12:14) ἐπιδιώκουμε μαζὶ μὲ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν εἰρήνη.
Ἄνευ τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς εἰρήνης, τὰ ὁποία ἀντλοῦνται ἀπὸ τὸν Κύριο, ὁ ἄνθρωπος δὲν καθίσταται κοινωνὸς καὶ μέτοχος τῶν θεϊκῶν ἐνεργειῶν καὶ νεκροῦται.
Γιὰ τὸν κόσμο ἀκούονται φαιδρὰ τὰ ὅσα διαλαλεῖ ὁ Κύριος περὶ εἰρήνης, ὅμως γιὰ τὸν χριστιανὸ ἀντηχεῖ ἐλπιδοφόρα τὸ ἀποστολικό: «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλιπ. 4:7).
Κατὰ τὴν τρέχουσα χρονικὴ περίοδο ἀκούομε νὰ γίνεται ἀρκετὰ μεγάλος λόγος γιὰ τὶς ἀναταράξεις στὴν περιοχὴ τῆς ἀδελφῆς ὀρθοδόξου χώρας Οὐκρανίας, ποὺ δυστυχῶς συμβαίνουν μεταξὺ μιᾶς ἀκόμη ὀρθοδόξου χώρας.
Αὐτὸ ἀνακαλεῖ στὴν μνήμη μας τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν: «Εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. 12:18), διότι γιὰ διαφόρους λόγους δὲν εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ ἀποτρέπονται οἱ διαμάχες.
Εὐθὺς ἐξ’ ἀρχῆς, ὁ Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος, ἐξέφρασε τὴν ἀλήθεια καὶ ἔδρασε ὡς εἰρηνοποιός, πράττοντας τὸν Κυριακὸ λόγο «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. 5:9).
Πάντοτε ὁ θεσμὸς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπῆρξε διαλεκτικὸς καὶ ἑνοποιός, ὑπηρετώντας πιστῶς τὸν εὐαγγελικὸ λόγο περὶ εἰρήνης.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης στὴν πορεία τῆς ἱστορίας, ὑπηρετεῖ αὐτὸν τὸν σκοπό, ὡς πρῶτος ποιμήν καὶ πηδαλιοῦχος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἔχοντας πάντοτε ὑπ’ ὅψιν τὸν λόγο τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου: «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ιω. 17:21).
Δὲν εἶναι ἁπλῶς τύπος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης, ἀλλὰ πηγὴ ἐμπνεύσεως καὶ ὡς πρῶτος ἐπίσκοπος ἐνσαρκώνει πάνω του τὸν εὐαγγελικὸ λόγο. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ὡς φάρος θέτει ἄνευ διασταγμοῦ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο στὸν κόσμο.
Ἔτσι, ὁ νῦν Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης, στέκεται ἀγέρωχος στὸν σκοπὸ καὶ στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ περὶ εἰρήνης.
Χωρὶς νὰ προκαλεῖ διαιρέσεις καὶ ζῶντας ὑπὸ τὴν σκιὰ φανατικῶν βλεμμάτων, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἐκφράζει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἑνότητα, καλώντας πάντας πρὸς ὑπακοὴ στό: «Εἰρηνεύετε ἐν ἑαυτοῖς» (Α΄ Θεσ. 5:13).
Γιὰ τοὺς λόγους τούτους, ἔσπευσε νὰ κατευνάσει τὰ πνεύματα καὶ νὰ κηρύξει τὴν εἰρήνη.
Ὡς πρῶτος χριστιανός, πρῶτος ἱερεὺς καὶ ἀρχιερεύς, ὡς πρῶτος μοναχὸς καὶ ἀσκητής, εἶναι καὶ ὁ πρῶτος προσευχόμενος καὶ ὁ πρῶτος εἰρηνοποιός, καὶ ὡς πρωτοπόρος μᾶς διδάσκει μὲ τὴν στάση καὶ τὸν λόγο του, νὰ προσευχόμεθα γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ποτὲ δὲν ἦταν γιὰ τὸν κόσμο τὸ αὐτονόητο καὶ δεδομένο.
Θὰ πρέπει νὰ προσευχόμεθα πάντοτε γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου ὅπως διδασκόμεθα ἀπὸ τὴν Ἁγία μας Ἐκκλησία.
Δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα μόνο στὶς δύσκολες περιστάσεις τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ πάντοτε νὰ ἐμπνεόμεθα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ ἀποτελοῦν τὴν ἀνανεωτικὴ πηγὴ τῆς ὑπάρξεώς μας.
Ὄντως θὰ πρέπει νὰ εἶναι γιὰ ἐμᾶς ἀγαλλίαση τὸ ἐσφαγμένον ἀρνίον, καὶ ἐμεῖς κοντά Του νικηφόρως νὰ διαλαλοῦμε: «Αὐτὸς (Χριστός) γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν» (Ἐφεσ. 2:14).




