Λόγου τέχνης επισκίασις· Σκέψεις για την ποίηση του Βαγγέλη Χρόνη

+ Ο Φιλαδελφείας Μελίτων | Romfea.gr
Ὁ Ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, ὁ ἁπλοῦς τοῖς τρόποις Ὅσιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης λέγει: «Ὅποιος θέλει νά γίνῃ Χριστιανός πρέπει πρῶτα νά γίνῃ ποιητής. Αὐτό εἶναι! Πρέπει νά πονᾷς. Ν’ ἀγαπᾷς καί νά πονᾷς.
Νά πονᾷς γι’ αὐτόν πού ἀγαπᾷς». Καί συμπληρώνει: «Χοντρές ψυχές κοντά Του ὁ Χριστός δέν θέλει. Ὁ Χριστιανός, ἔστω καί μόνο ὅταν ἀγαπάει, εἶναι ποιητής, εἶναι μές στήν ποίησι. Τήν ἀγάπη ποιητικές καρδιές τήν ἐνστερνίζονται, τήν βάζουν μέσα στήν καρδιά τους, τήν ἀγκαλιάζουν, τήν νιώθουν βαθειά».
Οἱ ἐπίκαιροι αὐτοί λόγοι τοῦ Ἁγίου ἦλθαν στήν σκέψι μου, ὅταν κυριολεκτικά ἐμελέτησα εἰς βάθος τήν συνολική ποιητική Συλλογή τοῦ φίλου ἐκ παλαιοῦ καί συνεργάτου ἐκλεκτοῦ διά τά δίκαια τῆς Μητρός μαςἘκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως Βαγγέλη Χρόνη ὑπό τόν λιτό τίτλο «Ποίηση, 1999-2020, Ἐκδόσεις Καστανιώτη», τήν ὁποίαν τιμητικῶς μοῦ ἀφιέρωσε.
Ὁ Βαγγέλης Χρόνης εἶναι πράγματι μία ψυχή ποιητική. Τοῦτο εἶναι γνωστό σέ ὅλους ὅσοι τόν γνωρίζουμε προσωπικῶς.
Γίνεται ὅμως κατανοητό καί στούς ἀναγνώστας-μελετητάς εἰς βάθος τῶν ποιημάτων του, τά ὁποῖα χαρακτηρίζονται ἀπό σπάνια σαφήνεια, ἐκφραστική λιτότητα καί προσεκτική συναρμογή τῶν λέξεων· καθεμιά ἀπό αὐτές, εὐλαβικῶς τοποθετημένη στήν θέσι της ἀποκτᾷ ἰδιαίτερο βάρος. Ἀποτελεῖ ἡ γραφἠ τοῦ Βαγγέλη Χρόνη ἀντανάκλασι τῆς ὄμορφης καί καθαρᾶς ψυχῆς του.
Εἶναι δύσκολο νά μιλήσῃ κάποιος γιά τήν Ποίησι. Περισσότερο, ὅμως, δύσκολο, νά μιλήσῃ γιά μιά ψυχή ποιητική. Διότι στήν ψυχή αὐτή, κατά τήν ἐμπειρική ἔκφρασι τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου, συνυπάρχουν ἡ ἀγάπη καί ὁ πόνος.
Ὁ ποιητής, ἄλλωστε, δέν χρειάζεται ἄλλους νά μιλοῦν γιά αὐτόν. Ὁ ἴδιος ἐκφράζει ἑαυτόν μέσα ἀπό τό ἔργο του. Καί πλέον παντός ἄλλου ἐκφράζει τήν συνέχεια μιᾶς ἀδιασπάστου μνήμης, μέσῳ ἱστορικῶν προβολῶν καί τῆς διαστάσεως τοῦ χρόνου πού καθίσταται ἀξιακό σημεῖο ἀναφορᾶς διά μέσου τοῦ ὁποίου προσλαμβάνεται ὁ ἀνθρώπινος βίος.
Πράγματι, ἡ ἀνάμνησις, ἡ στιγμή, ὁ χρόνος καί ἡ αἰωνιότης εἶναι στοιχεῖα βασικά στήν ποίησι τοῦ Βαγγέλη Χρόνη. Γράφει ὁ ἴδιος στή Διαθήκη: «Ἡ Διαθήκη/ ἀφορᾷ τό μέλλον τῶν ἄλλων/ καί τό δικό μας τέλος/ τό δικό μας Ὠμέγα/ εἶναι τὀ Ἄλφα τῶν ἄλλων/ πού συνεχίζεται».
«Τό κάποτε θά γίνει τώρα» προσθέτει στό Ἀναπόφευκτο τοῦ Μονοδρόμου, ἐνῷ εὐλαβικά στέκεται μπροστά στὶς ἀναμνήσεις του στήν Μισάνοιχτη Γρίλια: «Ἔτσι θέλω νά σέ θυμᾶμαι/ Ὅπως σέ ἔλουζε ἡ ἡλιαχτίδα/ πού ἔμπαινε κρυφά».
Θυμᾶται ὁ Βαγγέλης Χρόνης στά ποιήματά του· θυμᾶται πολλά, πονᾷ καί ἀγαπᾷ πάντοτε. Θυμᾶται τόν Προφήτη Ἠλία τοῦ Νιχωρίου, ὅπου «ἐνῷ ὁ σεμνός Πατριάρχης/ ἔψαλλε μονάχος τό ἀπολυτίκιο/ ἡ ἀνοιξιάτικη βροχή/ ἄφησε τά ὑγρά της ἀποτυπώματα» καί αὐτά «ἔμοιαζαν μέ δάκρυα». Θυμᾶται τό ταπεινό ἀλλά ἀείφωτο Φανάρι, πού μές στήν πανδημία καί τἠν ἀπειλή τοῦ θανάτου, ἄσβεστο καί ὁλόφωτο καθώς εἶναι πάντα, ἐξέπεμψε καί ἐκπέμπει τό Φῶς του στήν Οἰκουμένη.
Θυμᾶται ὁ Βαγγέλης Χρόνης χωρίς ὅμως καθόλου νά στέκεται ἀγκυλωμένος στό παρελθόν, ἀλλά ποιητικά μεταπλάθει καὶ δημιουργεῖ. Καί ἔτσι, κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἐπίσης ποιητοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐστραλίας Στυλιανοῦ μετέχει στήν μακαριότητα τῶν εἰρηνοποιῶν: «κάθε φορά πού βλέπεις κάτι/ καί θυμᾶσαι κάτι ἄλλο/ νά ξέρεις πῶς γίνεσαι ὁ εἰρηνοποιός τοῦ Θεοῦ» («Τὸ προστατευτικό Σαν», Τὸ ἄλγος τῆς παρρησίας, Δόμος, 1996).
Ἐμπρός στόν μεγάλο πόνο ὁ Βαγγέλης Χρόνης ἐπιστρατεύει τήν Ποίησι ὄχι σάν διαφυγή ἀπό τήν συχνά ἀλγεινή πραγματικότητα, ἀλλ΄ ὡς κατάφασι ζωῆς καὶ ἐλπίδος.
Στήν Ποίησι -θυμᾶμαι καί τώρα πλέον κατανοῶ- ὅτι εὕρισκε ἔμπνευσι καί ἐλπίδα καί διέξοδο τοῦ ἀνεκφράστου πόνου, ὅταν ἔκλεισε ἡ Σχολή μας τῆς Χάλκης, ὁ Σχολάρχης μας μακαριστός Σταυρουπόλεως Μάξιμος, πού μᾶς ψέλλιζε μέ πικρό παρἀπονο καί βαθειά συγκίνησι, - τούς στίχους τοῦ Παλαμᾶ: «Ἄφτιαστο κι' ἀστόλιστο/ τοῦ Χάρου δέν σέ δίνω/ Στάσου μέ τ΄ ἀνθόνερο/ τὴν ὄψι σου νά πλύνω».
Ὁ Βαγγέλης Χρόνης δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐγκώμια. Ὡς ποιητής δέν τά χρειάζεται. Τοῦ εἶναι περιττά. Ὡς ἄνθρωπος τά ἀπεχθάνεται. Ἡ ὀλιγόστιχη, -δωρική στήν ἔκφρασι- ποίησίς του στέκεται πάνω ἀπό ἐπαίνους καί κοινότοπες ὡραιολογίες.
Καί ὅποιος θελήσῃ νά μιλήσῃ γιά τήν ποίησι καί τήν γραφή του, τήν ἀνεξάντλητη αὐτή πηγἠ νοημάτων τοῦ ἀκούραστου ἐργάτη τοῦ λόγου, καταλήγει νά λέγει: «Στεφάνι δάφνινο/ θά σοῦ φορέσω στά μαλλιά/ πλεγμένο μέ εὐκάλυπτους καί σκίνα/ ὄχι σάν προσφορά/ στήν μακρινή πορεία σου/ ἀλλά γιατἰ στήν ὄψι σου (καί στήν ποιητική γραφίδα καί στήν εὐγενῆ προσωπικότητά σου προσθέτω ἀβιάστως)/ μόνον αὐτὀ ταιριάζει».
ΚΠολις, Χριστούγεννα 2021




