Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 18/11 11:13

m agiou dionisiou olimpos

Γράφει ο Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος | Romfea.gr
Δικηγόρος
Άρχων Ασηκρήτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου


Προ δύο ετών, τον Νοέμβριο του 2019, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέλεξε ως Βοηθούς Επισκόπους του Οικουμενικού Πατριάρχη δύο ηγουμένους Ιερών Μονών της Κρήτης.

Τον ηγούμενο της Μονής Αγίας Τριάδος Τζαγκαρόλων Αρχιμανδρίτη Δαμασκηνό Λιονάκη ως Επίσκοπο Δορυλαίου και τον ηγούμενο της Μονής Κυρίας τῶν Ἀγγέλων Γουβερνέτου, Αρχιμανδρίτη Ειρηναίο Βερυκάκη ως Επίσκοπο Ευμενείας, χειροτονώντας δε αυτούς τον επόμενο μήνα και στον βαθμό του επισκόπου.

Η κίνηση αυτή προκάλεσε την διατύπωση απόψεων αρνητικής υφής για τα δύο αυτά γεγονότα, απόψεις οι οποίες περιεστρέφοντο γύρω από το «παράδοξο» των συγκεκριμένων ενεργειών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, να προβεί στην χειροτονία ως δικών του Βοηθών Επισκόπων, δύο Ηγουμένων Ιερών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μονών, που ευρίσκονται εντός γεωγραφικής εκκλησιαστικής περιφέρειας με ημιαυτόνομο καθεστώς και όχι πλήρους υπαγωγής στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και όχι μόνον αυτό.

Είδαν το φως της δημοσιότητας και απόψεις, οι οποίες έδωσαν ευρύτερες διαστάσεις στο γεγονός αυτό, υποστηρίζοντας ότι η κίνηση αυτή της χειροτονίας των δύο ηγουμένων στην Κρήτη είναι το «καμπανάκι» για την Εκκλησία της Ελλάδος και τα εν Ελλάδι Πατριαρχικά Σταυροπήγια.

Στο θέμα δόθηκε συνέχεια – και ταυτοχρόνως τροφή για σχόλια – με τις δηλώσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γέροντος Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ προ δύο μηνών στην Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Ζάβορδας, δηλώσεις οι οποίες δημιούργησαν την αίσθηση, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ετοιμάζει κίνηση προς την Εκκλησία της Ελλάδος σχετικώς με τα εν Ελλάδι Πατριαρχικά Σταυροπήγια.

Για να κρίνουμε το βάσιμο και αληθές είτε της μίας είτε της άλλης απόψεως, θα πρέπει να δούμε, τί ορίζει ή Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928.

Με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θράκης - δηλαδή των Νέων Χωρών - από τον ελληνικό Στρατό, το ελληνικό Κράτος προχώρησε στην πρώτη νομοθετική ρύθμιση για τα πατριαρχικά σταυροπήγια, δηλαδή στην ψήφιση του ν. 1070/18.11.1917 (ΦΕΚ 271 Α΄).

Με τον νόμο αυτόν, και ειδικότερα με το άρθρο 2 αυτού ορίσθηκε ότι: «Εἰς τήν διοίκησιν καί τήν ἐποπτείαν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου ὑπάγονται καί οἱ Σταυροπηγιακαί Ἱεραί Μοναί τῶν Νέων Χωρῶν, ἐπεκτεινομένου καί εἰς αὐτάς τοῦ νόμου ΓΥΙΔ΄καθ’ ὅλας αὐτοῦ τάς διατάξεις, τηρουμένων ὅμως τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων».

Από την διάταξη αυτή προκύπτουν δύο σημαντικά σημεία.

Το πρώτο είναι, ότι τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια υπάγονται νομοθετικώς ως προς την διοίκησή τους και την εποπτεία τους στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο, το οποίο είναι ήδη αρμόδιο για την οικονομική διαχείριση των Ιερών Μονών της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος δυνάμει του ν. ΓΥΙΔ/1909 «Περί Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου και Διοικήσεων Μοναστηρίων».

Το δεύτερο είναι, ότι διατηρούνται - παρά ταύτα - τα πατριαρχικά προνόμια επ’ αυτών, χωρίς να γίνεται κανένας περαιτέρω διαχωρισμός. Εν όψει τούτου, του νόμου άλλως μη ορίζοντος, εξαιρουμένων των περί την διοίκηση προνομίων του Οικουμενικού Πατριάρχη, που εκχωρούνται στο Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, τα υπόλοιπα προνόμια παραμένουν και κατοχυρώνονται ως έχουν. Υπό αυτή την έννοια, λανθάνει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Α΄ όταν στην από 20.11.1928 επιστολή, την οποία απέστειλε στον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Βασίλειο τον Γ΄ (βλ. το κείμενο σε Δημήτριο Κομματά, Μητροπολίτη Σεβαστείας, Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928 παρακωλυομένη τοις όροις, Θεσσαλονίκη 2005, 82επ.), τον διαβεβαιώνει, ότι διά του ν. 1070/18.11.1917 κατοχυρώθηκε μόνο το προνόμιο της μνημονεύσεως: «…Τά ἐπί τῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου είσίν ἤδη καθωρισμένα διά τοῦ νόμου 1070 τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1927 συνιστάμενα ἐν τῷ μνημοσύνῳ τοῦ ἑκάστοτε Πατριάρχου».

Συνεπώς, η ως άνω νομική διάταξη, η οποία εκφράζει την βούληση του ελληνικού Κράτους, διατηρεί το μέχρι πρότινος καθεστώς των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων, κατοχυρώνοντας τα εκ των ιερών κανόνων πατριαρχικά δίκαια και αναθέτοντας μόνον την διοίκηση και εποπτεία των μονών αυτών στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο.

Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν, ότι συμφώνως προς το άρθρο 2 του ν. ΓΥΙΔ΄/1909 «Περί Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καί διοικήσεως Μοναστηρίων», οι σκοποί του Ταμείου είναι καθαρώς οικονομικής φύσεως, μην έχοντας ουδεμία σχέση με άσκηση διοικήσεως επί άλλων θεμάτων, καθίσταται σαφές, ότι τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριάρχη – πλην αυτών που συνδέονται με την οικονομική διαχείριση – παραμένουν αλώβητα και άθικτα.

Το συμπέρασμα αυτό είναι σημαντικό, διότι βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την θέσπιση του Ι΄ Όρου της Πράξεως του 1928, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω.

Στην ίδια «γραμμή πλεύσεως» κινήθηκε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατά την σύνταξη της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928. Με την Πράξη αυτή, ως γνωστόν παραχωρήθηκε υπό την έννοια της εντολής επιτροπικώς – δηλαδή προσωρινώς – η διοίκηση των Ιερών Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα – των γνωστών ως «Νέων Χωρών» στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος (βλ. εκτενώς Κ. Βαβούσκου, Η νομοκανονική υπόστασις των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, β΄ έκδοσις, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη, 1973).

Περαιτέρω με την ίδια Πράξη, κατ’ ακολουθίαν και κατ’ εφαρμογήν της αρχής «ό,τι μεταβιβάζεται επί των εκκλησιαστικών επαρχιών αναλογικώς μεταβιβάζεται και επί των ευρισκομένων σ’ αυτές Πατριαρχικών Σταυροπηγίων», το Οικουμενικό Πατριαρχείο ρύθμισε με τον Ι΄ όρο το ζήτημα των εντός των Ιερών αυτών Μητροπόλεων κειμένων Πατριαρχικών Σταυροπηγίων.

Κατά τον σχετικό όρο: «Διατηροῦνται ἀπαραμείωτα τά κανονικά δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπί τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἱερῶν Πατριαρχικῶν καί Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, μνημονευομένου ἐν αὐταῖς τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ἑκάστοτε ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διά τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἀνακοινουμένης πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην τῆς ἐκλογῆς τῶν νέων Ἡγουμενοσυμβουλίων τῶν Μονῶν τούτων.

Ἀλλ̓ ἡ διοίκησις ὅμως τῶν Μονῶν καί ἡ ἐν γένει διαχείρισις καί ὁ ἐπ̓ αὐτῶν ἔλεγχος ὑπάγονται ὑπό τήν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐφαρμοζούσης καί ἐπί τῶν Μονῶν τούτων τάς ἱσχυούσας διά τάς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῆς περιοχῇ Ἱεράς Μονάς διατάξεις. Ἡ διάλυσις ὅμως τυχόν ἤ ἡ συγχώνευσις Πατριαρχικῆς τινός Σταυροπηγιακῆς Μονῆς διενεργεῖται πάντοτε μετά προηγουμένην συνεννόησιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον».

Ειδικότερα:

Πρώτον, ο Όρος αυτός αφορά στα Πατριαρχικά Σταυροπήγια, που βρίσκονται «ἐν Ἑλλάδι», όρος ο οποίος δεν αναφέρεται στην συνολική γεωγραφική έκταση του ελληνικού Κράτους αλλά στα γεωγραφικά όρια των εκκλησιαστικών επαρχιών που δεν ανήκουν στην κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Διότι στις εκκλησιαστικές επαρχίες που ανήκουν πλήρως στην κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει αδιαμφισβήτητη και πλήρη κανονική δικαιοδοσία επί των ευρισκομένων σ’ αυτές Πατριαρχικών Σταυροπηγίων και δεν χρειάζεται κάποια επίσημη διακήρυξη περί αυτού.

Άρα, ο όρος «ἐν Ἑλλάδι» αναφέρεται στην περιοχή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και στην περιοχή των μεταβιβαζομένων με την Πράξη Ιερών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών.

Αν όμως λάβουμε υπόψιν:

- ότι τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια, που έκειντο στην περιοχή της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, έχουν ήδη αποκοπεί από την κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχη δυνάμει του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου του 1850 και των Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων του 1866 και του 1882

- ότι ο όρος «έν Ἑλλάδι», όταν χρησιμοποιείται στους Όρους της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 με συνδυαστική αναφορά στους αρχιερείς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αφορά στην περιοχή των Νέων Χωρών, όπως προκύπτει:

α) από τον Γ΄ Όρο: «οἱ ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἐπαρχιῶν τοῦ καθ̓ ἡμᾶς Ἁγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Θρόνου»

β) από τον Ε΄ Όρο: «Οἱ τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἐπαρχιῶν τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου ἀρχιερεῖς»

γ) από τον ΣΤ΄ Όρο: «οἱ ἐν Ἑλλάδι ἀρχιερεῖς τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου, δικάζονται»

δ) από τον Θ΄ Όρο: «Οἱ ἐν Ἑλλάδι Μητροπολῖται τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου μνημονεύουσι»,

τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι η αναφορά της Πράξεως του 1928 στα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριάρχη επί των «ἐν Ἑλλάδι ἱερῶν πατριαρχικῶν καί σταυροπηγιακῶν μονῶν» αφορά στην πράξη στα Πατριαρχικά Σταυροπήγια που κείνται στην περιοχή των Νέων Χωρών.

Δεύτερον, η εξαιρετική αρμοδιότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη επί των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων διασπάται και η μεν πνευματική εποπτεία παρακρατείται υπέρ του Οικουμενικού Πατριάρχη, η δε διοικητική εποπτεία παραχωρείται – επιτροπικώς – στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος.

Ειδικότερα:

Α΄. Καταρχήν, κατά τον Ι΄ Όρο «Διατηροῦνται ἀπαραμείωτα τά κανονικά δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπί τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἱερῶν Πατριαρχικῶν καί Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, μνημονευομένου ἐν αὐταῖς τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ἑκάστοτε ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διά τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἀνακοινουμένης πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην τῆς ἐκλογῆς τῶν νέων Ἡγουμενοσυμβουλίων τῶν Μονῶν τούτων».

Όπως προκύπτει από το ανωτέρω εδάφιο του Ι΄ Όρου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης διατηρεί υπέρ αυτού τα κανονικά δικαιώματά του επί των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων και μάλιστα απαραμείωτα, μνημονευομένου του ονόματος του και γνωστοποιουμένης σ’ αυτόν της εκλογής των νέων Ηγουμενοσυμβουλίων.

Ποια είναι, λοιπόν, αυτά τα «απαραμείωτα κανονικά δικαιώματα» του Οικουμενικού Πατριάρχη και ποια η σχέση τους με την μνημόνευση του ονόματός του και την γνωστοποίηση σ’ αυτόν των νέων Ηγουμενοσυμβουλίων;

Συμφώνως προς τους κανόνες 4ο και 8ο της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου και 1ο της Πρωτοδευτέρας, οι Ιερές Μονές και οι μονάζοντες και μονάζουσες σ’ αυτές υπήχθησαν υπό την εποπτεία του επιχωρίου επισκόπου.

Τούτο σημαίνει, ότι ο επιχώριος επίσκοπος:

α) εγκρίνει την ανέγερση και αυτονοήτως την επέκταση και την πιθανή διάλυση των Ιερών Μονών της επαρχίας του (4ος της Δ΄ Οικουμενικής, 1ος της Πρωτοδευτέρας),

β) μεριμνά και προνοεί για τις Ιερές Μονές της επαρχίας του (4ος της Δ΄ Οικουμενικής), δηλαδή κατά τον Ι. Ζωναρά (βλ. ερμηνευτικό σχόλιο υπό τον κανόνα σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, ΙΙ, 227) φροντίζει ώστε οι μοναχοί και οι μοναχές να τελούν απερίσπαστοι το έργο τους,

γ) ελέγχει και εποπτεύει τους μοναχούς και τους μονάζοντες των ιερών μονών της επαρχίας του (8ος της Δ΄ Οικουμενικής),

δ) εγκρίνει την εκλογή των ηγουμένων των ιερών μονών της επαρχίας του, άνευ της οποίας (εννοείται εγκρίσεως) δεν είναι έγκυρη η εκλογή τους (1ος Πρωτοδευτέρας),

ε) εγκαθιστά τους ηγουμένους των ιερών μονών της επαρχίας τους (2ος Πρωτοδευτέρας),

στ) εγκρίνει την μετάθεσή μοναχών λόγω ευλαβείας και σεμνότητας σε άλλη ιερά μονή (4ος Πρωτοδευτέρας) κρίνει ως εκκλησιαστικός δικαστής τα παραπτώματά τους (4ος και 8ος κανόνες τηςΔ΄ Οικουμενικής συνόδου).

Συνοψίζοντας τα προεκτεθέντα, ο Θ. Βαλσαμών στο ερμηνευτικό σχόλιό του υπό τον 1ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας (βλ. Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, ΙΙ, 651-652) ορίζει ως δικαιώματα του επισκόπου επί των ιερών μονών της επαρχίας του την ανάκριση των παραπτωμάτων των μοναχών, την επιτήρηση των διοικούντων αυτές, την μνημόνευση του ονόματός του και την εγκατάσταση του ηγουμένου: «…Νομίζω οὖν, ὡς ἐκ τοῦ κανόνος τούτου, οὐκ ἐνεδόθη τῷ ἐπισκόπῳ κατεξουσιάζειν τοῦ μοναστηρίου, ὡς δεσποτικῶς διαφέροντος τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ∙ ἀλλ’ ἔχειν μόνα δίκαια ἐπισκοπικά ἐπ’ αὐτῷ. Εἰσί, δέ ταῦτα∙ ἀνάκρισις τῶν ψυχικῶν σφαλμάτων, ἐπιτήρησις τῶν διοικούντων αὐτό, ἀναφορά τοῦ όνόματος τούτου, καί σφραγίς τοῦ ἡγουμένου».

Το σύνολο των προαναφερθέντων κανονικών δικαιωμάτων ασκούνται είτε από τον επιχώριο επίσκοπο βάσει των κανόνων περί τακτικής κανονικής δικαιοδοσίας είτε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ως οιονεί επιχώριο επίσκοπο βάσει της εθιμικώς καθιερωμένης εξαιρετικής κανονικής δικαιοδοσίας.

Εν κατακλείδι, αφ’ ης στιγμής:

- ο ν. 1070/1917 κατοχυρώνει πλήρως το σύνολο των πατριαρχικών δικαίων επί των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων των Νέων Χωρών

- η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 σε συμφωνία με τον ν. 1070/1917 κατοχυρώνει τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριάρχη, τα οποία διατηρούνται απαραμείωτα, συνεπώς δεν νοείται περιορισμός κατ’ αριθμό ή κατά το εύρος αυτών, η αναφορά της μνημονεύσεως του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχη και η ανακοίνωση σ’ αυτόν των νέων κάθε φορά Ηγουμενοσυμβουλίων επέχει θέση επιβεβαιωτική της διατηρήσεως των κανονικών δικαιωμάτων και όχι επεξηγηματική, ώστε να θεωρηθεί εσφαλμένως, ότι το σύνολο των κανονικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριάρχη, που διατηρούνται είναι αυτά τα δύο.

Στην περίπτωση αυτή, μία τέτοια οπτική γωνία ερμηνείας του Ι΄ Όρου αναιρεί τον ίδιο τον Όρο, αφού περιορίζει τα κανονικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριάρχη στα δύο συγκεκριμένα δικαιώματα, ενώ αντιθέτως κατά την Πράξη διατηρούνται απαραμείωτα όλα τα κανονικά δικαιώματα αυτού.

Άλλωστε, εάν το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενστερνιζόταν αυτή την άποψη, τότε το κείμενο του Ι’ Όρου θα είχε διαφορετική διατύπωση, προστιθεμένου του επεξηγηματικού μορίου «ἤτοι» προ της λέξεως «ἡ μνημόνευσις» ως εξής: «Διατηροῦνται ἀπαραμείωτα τά κανονικά δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπί τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἱερῶν Πατριαρχικῶν καί Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, ήτοι ἡ μνημόνευσις ἐν αὐταῖς τοῦ ὀνόματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ἡ ἀνακοίνωσις ἑκάστοτε ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος διά τοῦ Προέδρου αὐτῆς πρός τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην τῆς ἐκλογῆς τῶν νέων Ἡγουμενοσυμβουλίων τῶν Μονῶν τούτων».

Όπως και να έχει πάντως το πράγμα, είτε με την μία άποψη είτε με την άλλη, και μόνη η κατοχύρωση από τον Ι΄ Όρο της Πράξεως της μνημονεύσεως του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχη, συνιστά από μόνη της ικανή συνθήκη και κανονική προϋπόθεση για την κατοχύρωση απάντων των κανονικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριάρχη, καθόσον αυτή (η μνημόνευση του ονόματος) είναι το θεμέλιο και η αιτία για την άσκηση από τον μνημονευόμενο επίσκοπο του συνόλου των κανονικών δικαιωμάτων του.

Β΄. Περαιτέρω, κατά τον Ι΄ Όρο: «…Ἀλλ̓ ἡ διοίκησις ὅμως τῶν Μονῶν καί ἡ ἐν γένει διαχείρισις καί ὁ ἐπ’ αὐτῶν ἔλεγχος ὑπάγονται ὑπό τήν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐφαρμοζούσης καί ἐπί τῶν Μονῶν τούτων τάς ἱσχυούσας διά τάς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῆς περιοχῇ Ἱεράς Μονάς διατάξεις».

Προκειμένου να καθορίσουμε το περιεχόμενο και τον τρόπο ασκήσεως της ανατεθείσης διοικήσεως από την Εκκλησία της Ελλάδος, θα πρέπει να εξετάσουμε τα επιμέρους στοιχεία, που την συνθέτουν.

Η ανάθεση της εντολής προβλέπει, ότι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκχωρούνται: «…ἡ διοίκησις …. καί ἡ ἐν γένει διαχείρισις καί ὁ ἐπ’ αὐτῶν ἔλεγχος».

Τι σημαίνει όμως ακριβώς «ἡ διοίκησις», «ἡ ἐν γένει διαχείρισις» και «ὁ ἐπ’ αὐτῶν ἔλεγχος»;

Μετά την έκδοση της Πράξεως του 1928 υπήρξε έντονη αλληλογραφία μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία αφορούσε την ερμηνεία των Όρων της Πράξεως.

Όπως προκύπτει, λοιπόν, από την δημοσιευθείσα αλληλογραφία, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος ο Α΄ απέστειλε στον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Βασίλειο τον Γ΄ την (ήδη προαναφερθείσα) από 20.11.1928 επιστολή του (βλ. το κείμενο ο.π.), στην οποία εκθέτει την αντίρρησή του για την κατοχύρωση του δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχη να εγκρίνει τη συγχώνευση ή διάλυση πατριαρχικού σταυροπηγίου και να λαμβάνει γνώση των νέων Ηγουμενοσυμβουλίων, διότι αυτά άπτονται της οικονομικής διαχειρίσεως των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων: «…Πᾶν ἕτερον δικαίωμα καί δή ἐπί τῆς διαλύσεως ἤ συγχωνεύσεως Μονῶν ἤ τῆς ἐγκρίσεως παρά τοῦ Πατριάρχου τῶν ἡγουμενοσυμβουλίων προσκρούει εἰς τούς νόμους, δύναται δέ προκαλεῖν ἑκάστοτε σοβαράς ἀνωμαλίας καί προστριβάς διότι ταῦτα πάντα ἔχουσι σχέσιν πρός τήν οἰκονομικήν διαχείρισιν τῶν ἱερῶν μονῶν».

Εμμέσως πλήν σαφώς όμως, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών αποσαφηνίζει στην επιστολή αυτή, ότι η ανατεθείσα διοίκηση και διαχείριση και έλεγχος των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων αφορά αποκλειστικώς σε οικονομικής και μόνον φύσεως θέματα.

Και απορρίπτει την αναγνώριση των δύο δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριάρχη, διότι κατά την άποψή του, ως έχοντα αυτά οικονομικό χαρακτήρα, ανήκουν στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, στην οποία και εκχωρήθηκαν μέσω της εκχωρήσεως της διοικήσεως και εν γένει διαχειρίσεως και ελέγχουν των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων.

Και εφόσον αυτά τα δύο δικαιώματα κατοχυρωθούν ως δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριάρχη, θα υπάρχει αντίφαση και σύγχυση ως προς το διακριτό των ρόλων τόσο του Οικουμενικού Πατριάρχη όσο και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.

Είναι, λοιπόν, σαφές, ότι από την πλευρά της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, η εντολή αναθέσεως προς αυτήν της διοικήσεως, της εν γένει διαχειρίσεως και του ελέγχου των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων αφορά σε ζητήματα οικονομικής και μόνο φύσεως και όχι εγκαταβιώσεως των μοναχών και τρόπου λειτουργίας των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων, για τα οποία - ως ανήκοντα στον πυρήνα της πνευματικής εξουσίας - αρμόδιος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης.

Κατόπιν των ανωτέρω, η συγκεκριμένη εντολή, ως αφορώσα οικονομική διαχείριση και με δεδομένη την υποχρέωση ακτημοσύνης των μοναχών, αναφέρεται και αφορά μόνο στα Πατριαρχικά Σταυροπήγια ως θεσμική οντότητα και όχι στους εγκαταβιούντες σε αυτά μοναχούς.

Άλλωστε και ο ίδιος ο Ι΄ Όρος αναφέρεται στην διοίκηση, εν γένει διαχείριση και έλεγχο «τῶν μονῶν», η δε Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος εντέλλεται από τον Ι΄ Όρο να εφαρμόσει επίσης «ἐπί τῶν μονῶν τούτων» την ισχύουσα για την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος νομοθεσία.

Συνεπώς, οι μοναχοί και οι μοναχές που εγκαταβιούν στα Πατριαρχικά Σταυροπήγια, εξαιρούνται των ορίων της εντολής που παρέχεται με τον Ι΄ Όρο της Πράξεως στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και υπάγονται στην εποπτεία του Οικουμενικού Πατριάρχου, ο οποίος την ασκεί διά της ασκήσεως των κατοχυρωμένων κανονικών δικαιωμάτων του, τα οποία κατά την Πράξη παραμένουν «ἀπαραμείωτα».

Η «διοίκησις» και «ἡ ἐν γένει διαχείρισις» και «ὁ ἔλεγχος» των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων ανατίθενται στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία δεσμεύεται να εφαρμόσει για την εκτέλεση της εντολής την νομοθεσία, που ισχύει για τις Ιερές Μονές της επικράτειας της: …ὑπάγονται ὑπό τήν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐφαρμοζούσης καί ἐπί τῶν Μονῶν τούτων τάς ἱσχυούσας διά τάς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῆς περιοχῇ Ἱεράς Μονάς διατάξεις».

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει σαφώς, ότι δυνάμει αυτής τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια δεν υπάγονται στην κανονική δικαιοδοσία της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος αναλαμβάνει μόνον την υποχρέωση της εφαρμογής για τα θέματα οικονομικής διαχειρίσεως των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων των ισχυουσών νομικών διατάξεων περί των Ιερών Μονών, που κείνται στην δική της γεωγραφική επικράτεια.

Ενόψει τούτου, αρκεί να δούμε τι νομικό πλαίσιο ίσχυε κατά την υπογραφή της Πράξεως του 1928 και τι ισχύει σήμερα στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος για τις εντός της επικράτειας της Ιερές Μονές, ώστε να καθορίσουμε και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος ως προς την αναληφθείσα από αυτήν οικονομική διαχείριση των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων.

Ουσιαστικώς, το ανωτέρω εδάφιο του Ι΄ Όρου παραπέμπει στην ήδη αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2 του ν. 1070/1917, κατά την οποία τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια υπάγονται ως προς την διοίκηση τους, τηρουμένων των Πατριαρχικών προνομίων, υπό τον εποπτεία του Διοικητικού Συμβουλίου του Γενικού Εκκλησιαστικού, το οποίο να σημειωθεί και πάλι, ότι είχε μόνον αρμοδιότητες οικονομικής φύσεως.

Και η οποία με την σειρά της διάταξη παραπέμπει στον ΓΥΙΔ΄/1909 «Περί Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου καί διοικήσεως Μοναστηρίων» και ειδικότερα στις διατάξεις που αφορούν μόνον σε θέματα διαχειρίσεως περιουσίας και εν γένει χρηματικών πόρων και προσόδων.

Επί των ημερών μας, η εφαρμογή του σχετικού εδαφίου του Ι΄ Όρου υλοποιείται μέσω της εφαρμογής των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Κανονισμού 39/1972 «Περί τῶν έν Ἑλλάδι Ὀρθοδόξων Ἱερῶν Μονῶν καί τῶν Ἡσυχαστηρίων».

Κατά τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη, και δη το άρθρο 39, οι Ιερές Μονές διακρίνονται σε Επισκοπικές και σε Συνοδικές. Επειδή όμως, κατά την θέση σε ισχύ της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του 1928 ο θεσμός των Συνοδικών Σταυροπηγίων ήταν άγνωστος, θα θεωρηθούν αναλογικώς εφαρμοστέες οι διατάξεις που αφορούν στις Ιερές Μονές, που τελούν υπό την κανονική δικαιοδοσία του επιχωρίου επισκόπου.

Κατόπιν τούτου, και λαμβανομένων υπόψιν των παραπάνω, κυρίως δε ότι η όποια εποπτεία επί των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων εκτείνεται μόνο σε θέματα οικονομικής διαχειρίσεως , η διάταξη του άρθρου 39 πργφ. 6 κατά την οποία: «Ὁ Μητροπολίτης ἀσκεῖ ἐπί τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ τήν κατά τούς ἱερούς κανόνας πνευματικήν ἐποπτείαν διά τήν κανονικήν μνημόνευσιν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ἐν ταῖς Ἱεραῖς Ἀκολουθίαις, τήν χειροθεσίαν τοῦ Ἡγουμένου, τήν ἔγκρισιν τῆς κουρᾶς τῶν μοναχῶν, τήν ἀνάκρισιν τῶν κανονικῶν παραπτωμάτων, τήν μέριμναν διά τήν κατά τούς ἱερούς κανόνας λειτουργίαν τῆς Μονῆς καί τόν ἔλεγχον τῆς νομιμότητος τῆς οἰκονομικῆς διαχειρήσεως αὐτῆς.», εφαρμόζεται μόνον ως προς την υποχρέωση του κατά επιχωρίου επισκόπου να κάνει έλεγχο νομιμότητας της οικονομικής διαχειρίσεως των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων της Μητροπόλεώς του.

Περαιτέρω, και πάντοτε συμφώνως προς αυτά που έχουν ήδη λεχθεί, από τον ισχύοντα Κανονισμό 39/1972, τυγχάνουν εφαρμογής:

α) το στοιχείο στ΄ του άρθρου 6 του Κανονισμού υπό τον τίτλο «Κανονικαί Δικαιοδοσίαι Ἐπισκόπου», το οποίο αναφέρεται στον εκ μέρους του επιχωρίου επισκόπου έλεγχο της νομιμότητας της οικονομικής διαχειρίσεως των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων της περιφέρειας του.

β) το άρθρο 11 υπό τον τίτλο «Οικονομικά - Διαχείρισις».

Τέλος, εφαρμόζονται και όλες οι κατά καιρούς θεσπισμένες και εν ισχύϊ νομικές διατάξεις, που αφορούν στις Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος, εφόσον βεβαίως ρυθμίζουν θέματα οικονομικής διαχειρίσεως.

Το τελευταίο εδάφιο του Ι΄ Όρου ολοκληρώνει το πλαίσιο εποπτείας επί των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων, προβλέποντας, ότι η διάλυση ή η συγχώνευση Πατριαρχικού Σταυροπηγίου γίνεται κατόπιν συνεννοήσεως με το Οικουμενικό Πατριαρχείο: «Ἡ διάλυσις ὅμως τυχόν ἤ ἡ συγχώνευσις Πατριαρχικῆς τινός Σταυροπηγιακῆς Μονῆς διενεργεῖται πάντοτε μετά προηγουμένην συνεννόησιν πρός τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον».

Η προβλεπόμενη συνεννόηση της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι υποχρεωτική για την κίνηση ή όχι της σχετικής διαδικασίας συγχωνεύσεως ή διαλύσεως Πατριαρχικού Σταυροπηγίου, και δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί για κανέναν λόγο, έστω και ανωτέρας βίας ή κατεπείγουσας καταστάσεως.

Περαιτέρω, η ως άνω «συνεννόηση» για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταλήγει στην θετική ή αρνητική απάντηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δηλαδή στην συναίνεσή του ή την άρνηση συναινέσεως του. Εν ελλείψει της προβλεπομένης «συνεννοήσεως» η τυχόν συντελεσθείσα διάλυση ή συγχώνευση Πατριαρχικού Σταυροπηγίου είναι αντίθετη προς την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 και για τον λόγο αυτόν δεν επιφέρει τα νομοκανονικά αποτελέσματά της. Εκτός αν υπάρξει ρητή ή σιωπηρή έγκριση – ήτοι εκ των υστέρων αποδοχή – της συντελεσθείσης διαλύσεως ή συγχωνεύσεως, διότι συνιστά επιτρεπτή παραίτηση του φορέα του δικαιώματος από το μη ασκηθέν δικαίωμά του.

Συμπερασματικώς, συμφώνως προς την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, ο Οικουμενικός Πατριάρχης δύναται να ασκεί όλα τα εκ των ιερών κανόνων δικαιώματά του, τα οποία έχουν παρακρατηθεί υπέρ αυτού και μάλιστα απαραμείωτα, που άπτονται:

• Της μνημονεύσεως του ονόματός του

• Της εγκρίσεως των εκλεγομένων ηγουμενοσυμβουλίων

• Του ελέγχου της συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες λειτουργίας των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων

• Της χειροθεσίας του Ηγουμένου αυτών

• Της κουράς των μοναχών

• Της εκδικάσεως των παραπτωμάτων αυτών

Από την άλλη πλευρά, κάθε επιχώριος επίσκοπος, που έχει εντός των γεωγραφικών ορίων της Ιεράς Μητροπόλεώς του Πατριαρχικό Σταυροπήγιο, υποχρεούται να ασκεί τις αρμοδιότητες του σε σχέση με την οικονομική διαχείριση, όπως πράττει για τις λοιπές Ιερές Μονές της επαρχίας του.

Ολοκληρώνοντας το παρόν, θα ήθελα να τονίσω, ότι οι απόψεις που διατυπώνω στο παρόν άρθρο, όπως και στα εκάστοτε δημοσιευόμενα άρθρα μου, είναι προσωπικές και δεν αποτελούν προϊόν οποιασδήποτε προηγουμένης συζητήσεως ή συνεννοήσεως με θεσμικούς εκπροσώπους είτε του Οικουμενικού Πατριαρχείου είτε της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και εσφαλμένων εντυπώσεων, όσο είναι βεβαίως αυτό δυνατόν «παρά τοῖς ἀνθρώποις».

Εμφανίσεις: 302892
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: