«Ο άλλος (ο Ιωάννης) προέδραμε τάχιον»

Γράφει ο Παν. Ἰ. Μπούμης στην Romfea.gr
Ὁμότ. Καθηγητής Παν/μίου Ἀθηνῶν
(Ὁ ἀγώνας γιά τήν ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν)
Ὁ τίτλος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό Ἰω. 20, 4-9 πού λέει: «Ἔτρεχον δέ οἱ δύο ὁμοῦ· καί ὁ ἄλλος μαθητής (ὁ Ἰωάννης) προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου καί ἦλθε πρῶτος εἰς τό μνημεῖον, καί παρακύψας βλέπει κείμενα τά ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καί εἰσῆλθεν εἰς τό μνημεῖον καί θεωρεῖ τά ὀθόνια κείμενα . . . Τότε οὖν εἰσῆλθε καί ὁ ἄλλος μαθητής ὁ ἐλθών πρῶτος εἰς τό μνημεῖον . . . ».
Ὁ ὑπότιτλος θέλει νά ἀνταποκρίνεται στή σημερινή πραγματικότητα καί κινητικότητα σχετικά μέ τό ζήτημα τῆς ἑνότητας μεταξύ τῶν δύο ἱστορικῶν Ἐκκλησιῶν, Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς.
Γιά τό ζήτημα αὐτό γράφουν καί ξαναγράφουν, γράφουν καί ξεγράφουν ἤ συγγράφουν ἀπό πολλές πλευρές. Ὄχι λίγοι ἀναλόγως τῶν προθέσεών τους: Ἀναγράφουν, καταγράφουν, διαγράφουν, μεταγράφουν, ἀπογράφουν, ὑπογράφουν.
Καί διερωτᾶται κανείς: Γιατί ὅλα αὐτά; Πρός τί;
Ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἀναφέρεται στίς δύο μικρές ἀλλά καθολικές Β΄ καί Γ΄ Ἐπιστολές του σέ δύο μεγάλες καί ἐκλεγμένες ἀπό τό Θεό («τό ἐκλεκτές») Ἐκκλησίες καί τίς χαρακτηρίζει ἀδελφές, ἔστω μέ τά διαφορετικά συστήματα διοικήσεώς τους, τό ἐρώτημα τῆς ἑνότητάς τους παίρνει τήν ἀπάντησή του.
Ἔχει πάρει πρό πολλοῦ τό δρόμο του. Ἔχει φτάσει καί δείχνει τό τέρμα του.
Φανερώνεται ὅτι ἡ ἑνότητα μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν ὑπάρχει («ἀδελφές γάρ»). Ἡ ἑνότητα-ἕνωση πλέον ἔχει ἀποκαλυφθεῖ, ἀποκαλύπτεται μέ τίς προφητικές-συμβολικές ἐκφράσεις τοῦ Ἰωάννου.
Πράγματι ὁ Ἰωάννης γράφει στή Β΄ Ἐπιστολή του: Στήν ἐκλεκτή κυρία (Δυτική Ἐκκλησία) ἀσπασμούς ἀπό τά τέκνα τῆς ἀδελφῆς σου τῆς ἐκλεκτῆς (Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας). Τίς ἀποκαλεῖ καί μᾶς τίς ἀποκαλύπτει ὡς ἀδελφές.
Πρό ἐτῶν ἕνας μακαριστός ἀρχιμανδρίτης, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀσχοληθεῖ εἰδικῶς καί διεξοδικῶς μέ τά τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν θέματα καί προβλήματα σέ ἐκτενεῖς μελέτες του εἶχε δικαίως καί εὐστόχως, ὅπως ἀποδεικνύεται, γράψει τά ἑξῆς: «Ὀρθῶς ἐλέχθη ὑπό τινος τῶν ἑτεροδόξων Θεολόγων (τοῦ Karl Barth) ὅτι "ἡ ἕνωσις δέν γίνεται, ἀνακαλύπτεται". Καί διά νά ἀνακαλυφθῇ ἡ ἕνωσις, πρέπει νά ἔλθῃ τό πλήρωμα τοῦ χρόνου».
Διερωτώμεθα μετά τά ἀνωτέρω: Μήπως ἔχει ἔλθει τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί δέν τό ἔχουμε ἀντιληφθεῖ ἤ συνειδητοποιήσει; Ἑπομένως καί ὅσοι θέλουν τήν ἑνότητα-ἕνωση αὐτή καί ὅσοι δέν τή θέλουν καί ὅσοι τήν ἐπιδιώκουν καί ὅσοι τήν «καταδιώκουν», μήπως ματαιοπονοῦν, ἀφοῦ στήν πραγματικότητα ὑπῆρχε καί ὑπάρχει.
Ἤδη ἔχει γίνει, τό λέει καί ὁ Ἰωάννης ὁ μαθητής καί Εὐαγγελιστής πρῶτος μέ τίς ἐπιστολές του. Ἐμεῖς ἐρχόμαστε δεύτεροι, ἁπλῶς τήν ἀνακαλύπτουμε. Ἄλλος ἦλθε πρῶτος, «ὁ ἄλλος μαθητής», τήν προδιέγραψε, τήν προφήτευσε, τήν πρόβλεψε, τήν ἀποκάλυψε. Ὁ Ἰωάννης «προέδραμε τάχιον ἡμῶν».
Καί ὅτι αὐτό συμβαίνει, διαπιστώνουμε ἀπό ὁρισμένες ἐνδείξεις-μαρτυρίες, τίς ὁποῖες μᾶς παραθέτει ὁ Ἰωάννης στίς δύο του ἐπιστολές ἐν εἴδει πειστηρίων στίς ἀνωτέρω θέσεις:
1) Ἤδη ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀπό τό 100 μ.Χ. ὁμιλεῖ γιά δύο ἀδελφές (Β΄ Ἐπιστολή), παρ' ὅλο πού, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν Γ΄ Ἐπιστολή, γνώριζε τή διαφορά τους ὡς πρός τά διοικητικά τους συστήματα.
Ἡ διαφορά αὐτή τῶν συστημάτων διαφαίνεται σαφῶς στή Β΄ Ἐπιστολή μέ τήν ἔκφραση «ἐκλεκτή κυρία (= κυριαρχική, μοναρχική, συγκεντρωτική) γιά τή Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία καί μέ τούς ἀσπασμούς τῶν πολλῶν (πόσων;) τέκνων (τοπικῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν) τῆς ἄλλης ἐκλεκτῆς ἀδελφῆς γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Πάντως «προέδραμε» ὁ Ἰωάννης τούς σημερινούς φιλενωτικούς πού μιλοῦν γιά ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἐπαληθεύοντες τόν Ἰωάννη προφανῶς καί χωρίς νά τό γνωρίζουν.
2) Μέ τούς ἀσπασμούς τῶν τέκνων – τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν – τῆς ἀδελφῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τούς ὁποίους μεταφέρει ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἰωάννης, βλέπουμε νά προπορεύεται αὐτός τῶν σημερινῶν ἀνταλλαγῶν ἑορτίων γραμμάτων, συναντήσεων καί ἐπισκέψεων μεταξύ τῶν δύο ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Τά πρόβλεψε καί προανήγγειλε. Ἦλθε πρῶτος. Πρόλαβε τούς φιλενωτικούς. Αὐτοί ἀκολουθοῦν πρεπόντως.
3) Μέ τούς χαρακτηρισμούς φιλοπρωτεύων καί Διοτρεφής προηγεῖται-προλαμβάνει τούς ἀνθενωτικούς, οἱ ὁποῖοι καταφέρονται κατά τοῦ Παπισμοῦ, κατά τοῦ παπικοῦ πρωτείου, τό ὁποῖο «ἀγαποῦν («φιλο-») οἱ διάφοροι «φιλοπρωτεύοντες» πάπες. Καί αὐτήν τή φιλοπρωτεία τήν ἔχουν, ἐπειδή κατέχονται ἤ μᾶλλον τρέφονται ἀπό τίς ἰδέες περί τοῦ Διός τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τίς ἰδέες ὅτι ἦταν ἀνώτερος ἀπό τούς ἄλλους.
Ἄξιο σημειώσεως εἶναι ὅτι τόν Διοτρεφή χαρακτηρίζει φιλοπρωτεύοντα = φίλο τοῦ πρωτείου καί ὄχι πρωτεύοντα, γιατί αὐτό δέν ταιριάζει, δέν προσιδιάζει, στή χριστιανική διδασκαλία καί διακονία.
Τά πρωτεῖα εἶναι ξένα στοιχεῖα (ὄχι τά πρεσβεῖα τιμῆς) μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἀλλά πρέπει νά προσέξει καί ἡ μερίδα τῶν ἀνθενωτικῶν ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι μετρημένος καί εὐπρεπής στούς χαρακτηρισμούς του καί ἑπομένως ἀντικειμενικός.
Αὐτό πράττει καί παρακάτω, ὅταν μιλάει περί τοῦ Πάπα-Παπισμοῦ, ὅτι χρησιμοποιεῖ «λόγους πονηρούς φλυαρῶν ἡμᾶς», ὅτι μᾶς βομβαρδίζει καί ζαλίζει μέ πολλά λόγια, ἀπό κολακευτικά μέχρι συκοφαντικά.
4) Καί κάτι πού ἀφορᾶ ὅλες τίς πλευρές καί τίς μερίδες τῶν ἐκκλησιολόγων. Λέει στήν Γ΄ Ἐπιστολή του ὁ Ἰωάννης: «Ἔγραψά τι τῇ Ἐκκλησίᾳ». Ἔγραψα κάτι τι μικρό καί σύντομο ἀλλά πολύ σημαντικό. Προφανῶς ἐννοεῖ τήν προηγηθεῖσα Β΄ Ἐπιστολή του (Παν. Τρεμπέλας κ. ἄ.).
Φανερώνει ὁ ἴδιος ὅτι ἡ μικρή αὐτή Β΄ Ἐπιστολή ἀπευθυνόταν στήν Ἐκκλησία καί ὄχι ἀορίστως καί ἀνωνύμως σέ κάποια κυρία. Ἄλλωστε γι' αὐτό καί δέν ἔγραψε τό ὄνομα τῆς Κυρίας, ὅπως π.χ. κάνει ὁ Παῦλος στίς ἐπιστολές του ἀναγράφοντας τούς παραλῆπτες.
Μάλιστα δέν ἀπευθυνόταν μόνο στή μία ἀδελφή Ἐκκλησία, ἀλλά σέ ὅλη τήν Ἐκκλησία: «Ἔγραψά τι (λέει) τῇ Ἐκκλησίᾳ», ὄχι «ἔγραψά τι Ἐκκλησίᾳ τινί (= σέ κάποια, σέ μία)» ἀπό τίς Ἐκκλησίες.
Καί οἱ δύο ἀδελφές, ἀφοῦ εἶναι ἀδελφές, ἀνήκουν καί ὑπάγονται στήν ἴδια οἰκογένεια, στό ἴδιο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία. Ἀμφιβάλλει κανένας ὅτι «προέδραμε» πολλούς (ὅλους) ἀπό ὅλες τίς πλευρές; Προηγήθηκε γιά νά (προ)ἐπιβεβαιώσει.
5) Ἀλλά μήπως καί ἡ ἐλαχιστότητά μου δέν ἔρχεται δεύτερη; Σέ πολλούς κακοφαίνεται πού κάνω πολλές φορές διάκριση μεταξύ Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας καί Παπισμοῦ. Ὡστόσο Ἐκκλησία νοεῖται σύνολο πιστῶν χριστιανῶν, ἐνῶ ὁ Παπισμός εἶναι σύστημα ἰδεολογικό ἤ διοικητικό, ὅπως σημαίνουν καί ὅλα ἐκεῖνα τά οὐσιαστικά τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας πού λήγουν σέ -ισμός.
Πλήν ὅμως πρό ἐμοῦ ἕνα παρόμοιο ὑποδειγματικό διαχωρισμό καί διάκριση ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος μέ τό νά ἀφιερώσει τή μέν Β΄ Ἐπιστολή του στήν ὅλη Ἐκκλησία (στίς «ἐκλεκτές ἀδελφές»), ἐνῶ τήν Γ΄ Ἐπιστολή του ξεχωριστά προορίζει γιά τούς διοικητικούς θεσμούς τους, τ. ἔ. γιά τόν Γάϊο (τό ἀνατολικό σύστημα ἤ πολίτευμα) καί γιά τόν Διοτρεφή ἤ τόν Δημήτριο (τό δυτικό σύστημα ἤ πολίτευμα).
Τό ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι κάνει σαφῆ διάκριση καί μέσα στό Δυτικό σύστημα, δηλ. ἀνάμεσα καί στούς ἐκπροσώπους του. Τόν μέν κακό-ὑψηλόφρονα Πάπα-παπισμό χαρακτηρίζει καί ὀνοματίζει Διοτρεφή, τόν δέ καλό-ταπεινόφρονα Πάπα ὀνομάζει Δημήτριο κάτι τό συναφές μέ τόν Γάϊο.
Αὐτοί οἱ δύο ἔχουν τήν ἴδια ρίζα-ἀρχή στό ὄνομά τους: Δη=Δα=Γα=Γη→Γάϊος=Γήϊνος=χοϊκός, ἀνθρώπινος, προσγειωμένος. Αὐτοί οἱ δύο, Γάϊος καί Δημήτριος μήπως (μπορεῖ νά) συνοδοιποροῦν ἐπάνω στή γῆ, χωρίς νά τό ἔχουν συνειδητοποιήσει;
6) Αὐτές τίς διακρίσεις, ἰδίως μεταξύ Ἐκκλησίας καί παπικοῦ συστήματος, διαπιστώνουμε καί στήν Γ΄ Ἐπιστολή τοῦ Ἰωάννου πού λέει: «Ἔγραψά τι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλ' ὁ φιλοπρωτεύων αὐτῶν . . .».
Βλέπουμε σαφῶς ὅτι ἀντιδιαστέλλει μεταξύ τοῦ φιλοπρωτεύοντος παπικοῦ θεσμοῦ-συστήματος καί τοῦ «αὐτῶν», δηλαδή τοῦ συνόλου τῶν πιστῶν. Τά ἔχει γράψει ὁ Ἰωάννης πρό 2000 ἐτῶν.
Ἀλλ' ἐμεῖς τώρα τό πήραμε εἴδηση; Πάλι δεύτεροι ἐρχόμαστε;
7) Ἀκόμη καί ἡ ἔκφραση «κατ' ὄνομα» («ἄσπασαι τούς φίλους κατ' ὄνομα») νομίζουμε ὅτι δέν θέλει νά ὑποδείξει μόνο μιά ἐκτίμηση γιά τά πρόσωπα (ἄλλωστε δέν τά ἀναφέρει κἄν), ἀλλά καί ἕνα διαχωρισμό, διαφορετική προτίμηση καί προσέγγιση μεταξύ τῶν φίλων μας.
Δηλ. νά ἀσπάζεσαι ξεχωριστά τόν καθένα, ἀναλόγως μέ τό ποιοῦ φρονήματος εἶναι. Τί ὄνομα ἔχει «βγάλει». Ὄχι συλλήβδην ὅλους ἀδιαφόρως τῶν ἰδεῶν τους καί τοῦ συνδέσμου τους πρός τούς δύο ἐκπροσώπους τοῦ παπικοῦ συστήματος Δημήτριο καί Διοτρεφή. Ἔτσι διακρίνει τούς ἁπλούς παπικούς ἀπό τούς φανατικούς παπιστές. Τούς εὐσεβεῖς ἀπό τούς φονταμενταλιστές.
Συμπερασματικῶς: Ἡ ἑνότητα (ἐν δυνάμει ἤ ἐν ἐνεργείᾳ) μεταξύ Ὀρθοδόξου καί Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει. Μᾶς τό ἀποκαλύπτει ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος.
Μπορεῖ νά μᾶς πρόλαβε («προέδραμε») ὁ Ἰωάννης, ἀλλά κι ἐμεῖς πρέπει νά τήν ἀποδεχθοῦμε, νά τήν παγιώσουμε καί νά τήν ὁλοκληρώσουμε. Νά μήν ἐπαναπαυθοῦμε.
Ἡ διαβεβαίωση τοῦ Ἰωάννου πρέπει νά φέρει νέα πνοή στά ἐκκλησιαστικά, νά ἔλθει ἡ πνοή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ' αὐτά: Γιά τήν τακτοποίηση τῶν ἐκκρεμοτήτων, τή διόρθωση τῶν δογματικο-κανονικῶν λαθῶν-πλανῶν, τήν ἀμοιβαία ἄρση τῶν ἀφορισμῶν-ἀναθεματισμῶν, ἀναπολώντας πάντοτε τήν κοινή («ὁμοῦ») πορεία τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἰωάννου πρός τό κενό μνημεῖο ὅπου ἐτάφη τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ γιά νά ἀναστηθεῖ τήν τρίτη ἡμέρα.
Ἔτσι, θά ἀνακουφίσουμε «ζῶντας καί τεθνεῶτας», θά χαροποιήσουμε τούς ἐπί γῆς καί τούς ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἐφ' ὅσον εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.




