Εις μνήμην του μακαριστού Μητροπολίτου Λαγκαδά κυρού Ιωάννου

Του Μητροπολίτου Μετρών και Αθύρων κ. Δημητρίου
Συμπληρώνονται ἤδη σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν αἰφνίδιον κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ μητροπολίτου Λαγκαδᾶ, Λητῆς καὶ Ῥεντίνης κυροῦ Ἰωάννου καὶ οἱ μνῆμες μας ἀπὸ τὴν μετ’ αὐτοῦ συναναστροφὴν παραμένουν νωπές.
Ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Λαγκαδᾶ κυρὸς Ἰωάννης μοῦ ἦταν γνωστὸς ἤδη ἀπὸ τὴν πολυετῆ διακονίαν του στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐκλογή του καὶ τὴν ἐγκατάστασή του στὸν Λαγκαδᾶ, συνεδέθημεν περισσότερο.
Γνώριζα βέβαια τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ποικίλη πνευματική του δραστηριότητα στὴ Θεσσαλονίκη. Τὰ πολλὰ του τάλαντα, τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς πλούσια τοῦ χάρισε, ὅμως, εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ ἑκατονταπλασσιάσει μὲ τὴν παρουσία του στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Λαγκαδᾶ.
Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ἦρθε στὸν Λαγκαδᾶ δὲν ἔπαυσε νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῆς μητροπόλεώς του καὶ τοῦ ποιμνίου ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ἡ Ἐκκλησία.
Στὸ πρόσωπό του πραγματοποιήθηκε αὐτὸ ποὺ λέγεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅτι δηλαδὴ ἦταν «ἀνὴρ λόγιος, δυνατὸς ὢν ἐν ταῖς γραφαῖς, κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου, καὶ ζέων τῷ πνεύματι καὶ ἐλάλει καὶ ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ περὶ τοῦ Κυρίου».
Μὲ τὴν ἔλευσή του ἀξιοποίησε τὸ ἱερατικὸ δυναμικὸ τῆς Μητροπόλεως καὶ τὴν πνευματικὴ παρακαταθήκη ποὺ τοῦ εἶχε ἀφήσει ὁ μακαριστὸς προκάτοχός του μητροπολίτης Σπυρίδων.
Ἐτίμησε τοὺς κληρικούς, συνεργάστηκε μαζί τους καὶ ὁλοκλήρωσε κάθε ἐκκρεμότητα τὴν ὁποία ἡ μακρὰ ἀσθένεια τοῦ προκατόχου του δὲν εἶχε ὁλοκληρώσει.
Συγχρόνως, ἐτίμησε τὴν μνήμη μετονομάζοντας τὴν πλατεία ἔμπροσθεν τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ σὲ πλατεία μητροπολίτου Σπυρίδωνος καὶ τοῦ ἀνήγειρε προτομή.
Χειροτόνησε πλῆθος κληρικῶν καὶ τοὺς τοποθέτησε στὶς κενὲς θέσεις καὶ στὶς νέες ἐνορίες τὶς ὁποῖες εἶχε ἱδρύσει.
Παράλληλα, μεριμνώντας γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ ποιμνίου του χειροθέτησε πνευματικοὺς γιὰ τὴ διακονία τοῦ μυστηρίου τῆς Ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Ταυτόχρονα, ἐγκαινίασε ἱερὰ προσκυνήματα, ὅπως τὸ βῆμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου καὶ τὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Πορφυρίου.
Τὸ ὄνομά του συνδέεται κυρίως με τὴν φιλάγια ἐπιμονή του νὰ εὑρεθοῦν τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν ἁγίων Κυράννης καὶ Ἀκυλίνης.
Ὁ Θεὸς εἰσάκουσε τὶς προσευχές του καὶ τὰ λείψανά τους ἐφανερώθησαν, ἐνισχύοντας πνευματικὰ τοὺς πιστοὺς καὶ θέτοντας τὸν λύχνον ἐπὶ τὴν λυχνίαν.
Ἀνέδειξε τοὺς τοπικοὺς ἁγίους καὶ τὴν τιμήν τους, μερίμνησε γιὰ τὴν ἀναγραφὴ εἰς τὰς δέλτους τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἁγίων προκατόχων του, ἐπισκόπων Λητῆς καὶ Ῥεντίνης Ἀκακίου καὶ Δαμασκηνοῦ τοῦ Στουδίτου καὶ δὲν περιορίστηκε μόνον στὴ λειτουργική τους μνήμη, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν σύγκληση τοπικῶν συνεδρίων, γιὰ τὴ μελέτη τοῦ βίου καὶ τῆς διδασκαλίας τους προέβαλε τὴν μαρτυρία τους στὸν σύγχρονο κόσμο.
Στήριξε ἰδιαίτερα τὶς Ἱερὲς Μονὲς καὶ μερίμνησε γιὰ κάθε διευκόλυνσή τους. Ἵδρυσε εὐαγῆ Ἱδρύματα, ὅπως τὸ Κέντρον Μελέτης τῆς Νόσου Alzheimer, τὸν Ἵδρυμα «Ἁγία Κυράννα», τὸ Λαογραφικὸ Μουσεῖο Λαγκαδᾶ.
Μερίμνησε κυρίως γιὰ τὴν συντήρηση τῶν ἱερῶν κειμηλίεων καὶ τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως, ἀξιοποιώντας τὸ ἐγκαταλελειμένο κτήριο τοῦ Φάρου στον Λαγκαδᾶ καὶ στεγάζοντας ἐκεῖ τὸ κειμηλιαρχεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ἐνῶ κειμηλιαρχεῖον ἐγκαινίασε καὶ στὸν Σοχό καθῶς καὶ μιὰ μικρὴ συλλογὴ κειμηλίων στὴν Λητή.
Συνέχισε καὶ ἐπεξέτεινε τὸ φιλανθρωπικὸν ἔργον τοῦ προκατόχου του μητροπολίτου Σπυρίδωνος, ὡργάνωσε τὰ συσσίτια καὶ τὶς τράπεζες ἱματισμοῦ καὶ ὑπόδυσης καὶ συνεργάστηκε πρὸς τοῦτο μὲ τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν.
Καλλιέργησε κυρίως τὴν ἐξωστρέφειαν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, προσκαλώντας ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ καὶ τὸ ἐσωτερικὸ ὁμιλητές, συνεργάτες καὶ διοργανώνοντας συνέδρια καὶ ἡμερίδες σὲ συνεργασία μὲ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα, ὅπως τὸ Ἀ.Π.Θ. καὶ τὸ Πανεπιστήμιον Λευκωσίας.
Συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν ὁργάνωσιν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Ἐπεσκέπτετο συχνὰ τὰς ἐνορίας, ὡμιλοῦσε καὶ ἱερουργοῦσε ὅπου κὶ ἂν ἐκαλεῖτο.
Ἦταν προσιτὸς στὴν συνεργασία καὶ στὴν συνομιλία μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐνδιαφερόταν γιὰ τὴν πνευματικὴν πρόοδο τοῦ ποιμνίου του καὶ ἀφιέρωνε πολλὲς ὧρες γιὰ νὰ ἀκούσει καὶ νὰ βοηθήσει κάθε ἕναν ποὺ τὸν προσέγγιζε.
Ὁ μακαριστὸς μητροπολίτης Ἰωάννης εἶχε ἕνα πηγαῖο χάρισμα στὴν ἐκφορὰ τοῦ λόγου, ἦταν ἰδιαίτερα ἐπικοινωνιακὸς καὶ χαρισματικός, διέθετε χιοῦμορ καὶ ἤξερε νὰ προσεγγίζει τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἁπλότητα καὶ καλοσύνη.
Τὰ διοικητικά του χαρίσματα τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ καταστήσει τὴν μικρὴ μητροπολιτική του ἐπαρχία μιὰ ὀργανωμένη καὶ ζηλευτὴ Ἱερὰ Μητρόπολη.
Ἡ συμπόνια καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον ἦταν στοιχεῖα ποὺ τὸν χαρακτήριζαν καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐπεδείκνυε ἰδιαίτερο ζῆλο γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς φιλανθρωπίας.
Πρὸ πάντων ὅμως ἦταν φιλάγιος, περιέβαλλε μὲ ἰδιαίτερη τιμὴ τοὺς ἁγίους καὶ μεριμνοῦσε διαρκῶς γιὰ τὴ λειτουργικὴ καὶ τὴν βιωματικὴ μνήμη τους.
Τιμοῦσε, τέλος, ἰδιαίτερα τὸν θεσμὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχη, τὸν ὁποῖον εἶχε προσκαλέσει δύο φορὲς εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν γιὰ νὰ ἐπευλογήσει τὰ ἔργα του.
Εὔχομαι πλέον νὰ ἀναπαύει ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου τὴν μακαρία ψυχή του ἐν σκηναῖς ἁγίων καὶ δικαίων, καὶ νὰ αὐλίζεται μετὰ τῶν ἁγίων τῆς μητροπόλεώς του, ἰδίᾳ μετὰ τῆς ἁγίας Κυράννης, ἐπικαλούμενος τὴν πρεσβείαν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, στὸν ναὸ τοῦ ὁποίου διηκόνησε καὶ ἐχειροτονήθη ἐπίσκοπος, νὰ τὸν κατατάξει στὴν χώρα τῶν Ζώντων, ἱερουργὸ τοῦ ἐπουρανίου Του θυσιαστηρίου, καὶ νὰ τὸν καταστήσει μέτοχο τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ κληρονόμο τῆς ἐπουρανίου Του βασιλείας.




