Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 25/09 00:13

goumenissis keimeno 1

Του Σεβ. Μητροπολίτη Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος | Romfea.gr


“Οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ”, βεβαιώνει ἡ σοφή πείρα τῆς ζωῆς, ὅπως τή διατυπώνει τό ἀρχαῖο ρητό.

Ὁ θόρυβος τῆς πανδημικῆς ἀνά τόν κόσμο ἀγωνίας μέ τήν προκλητή εἰλικρίνειά του, ἀλλά καί οἱ βαρύγδουποι κρότοι τῆς ἐπικοινωνιακῆς ἀμβλυωπίας στή σχεδιασμένη σκοπιμότητά τους, θέλησαν νά ἐνεχυριάσουν μέχρι καί τήν ἐκκλησιαστική λειτουργική πράξη καί πρακτική.

Πάνω στή δημόσια ἀγωνία μερικοί θέλησαν νά ἐπενδύσουν δημόσια τό δικό τους ἰδεολογικό ἀρνητισμό, χωρίς νά τολμοῦν νά ὁμολογήσουν καί τά ψυχολογικά τους ἀτυχῆ ἤ δυστυχῆ κίνητρα.

Καί φθάσαμε στό σημεῖο νά προκαλοῦνται μέχρι καί παλίνδρομες διαγνῶμες σέ κληρικούς καί λαϊκούς, κινούμενους ἀσφαλῶς ἀπό πόνο ψυχῆς γιά τήν ἐπιβιωματικότητα τοῦ κόσμου, μέ ἐξηγήσεις ἤ μέχρι καί προτάσεις γιά ἐπιστημονικό ἔλεγχο (!) ἐρευνήσιμων δεδομένων.

Στήν Ἐκκλησία δέν εἴμεθα μονάδες. (Πέραν τῆς διατυπωμένης θεόπνευστης ἁγιοσυνοδικῆς καί ἐμπειρικῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας) στήν Ὀρθοδοξία δέν εἴμεθα ἀλάθητοι δογματιστές στά νέα ζητήματα ποιμαντικοῦ διαλόγου πρός τόν κόσμο.

Προπαντός γιά νεοφανῆ ζητούμενα σέ ἕναν κόσμο ἐλάχιστα συσσωματωμένο στήν ἐκκλησιαστική ὁμοψυχία καί ὁμοφροσύνη.

Μέσα λοιπόν σέ ἕνα τέτοιο μεθοδευμένο κοσμικό σκηνικό εὐρέος ἠθικοῦ καί ἐννοηματικοῦ ἀρνητισμοῦ, προκαλεῖται ἤ προσφέρεται ἡ εὐκαιρία διατυπώσεων καί ἀναλύσεων, ἰδίως σήμερα μέ τήν τόση μόρφωση, μέ τήν τόση παρορμητικότητα ἐντυπωσιασμοῦ, μέ τήν τόση Ἱεροσυνοδική ὑπομονή, μέ τήν τόση πολυφωνία, μέ τήν τόση εὐκολία δημοσιοποίησης καί παρεμβατικότητας (μέ τήν παράλληλη δηλοποίηση τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἤ τοῦ διοικητικοῦ ἤ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τίτλου τῶν ὁμιλούντων).

Ἴσως θά μποροῦσε νά συσταθεῖ ἀκόμη μιά νέα Εἰδική Συνοδική Ἐπιτροπή μέ ἔκτακτη ἀποστολή περί τό προκῦψαν ζήτημα, ὥστε νά μελετᾶ καί νά ἀξιολογεῖ, νά ταξινομεῖ καί νά εὑρετηριάζει τίς τόσες τόσων ἀπόψεις, ἔνθεν κἀκεῖθεν, καί νά προσμετρᾶ τά διατρέχοντα, μέ μιά νηφάλια ποιμαντική δεοντολογία, ἐπικαιροποιημένη (!), ὅπως κατά κόρον ἀποζητεῖται.

Μεταξύ ἀπαιτήσεων τῆς πίστεως καί ἀπαιτήσεων τοῦ βίου

Ἐρευνητέα ἡ σχέση τῆς πίστεως καί τοῦ βίου. Ἀμφότερα δέν ὑφίστανται καθ᾽ ἑαυτά, ἀλλά εἶναι ἐμβιώματα ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων, εἶναι δωρημένες δυνατότητες παρά Θεοῦ.

Ὁ βίος εἶναι ἡ ὑπαρκτική μας ἐν κόσμῳ διαδρομή, ἡ πίστη εἶναι ἐθελούσιος τρόπος ζωῆς καί καταξίωσης τοῦ βίου ὡς ἐκκλησιαστικῆς σχέσης μέ τό Θεό.

Ὁ βίος καί ἡ πίστη ἐνδέχεται νά συνυφαίνονται μέ ποικιλία ἔντασης (στούς πιστεύοντες), ἐνδέχεται καί νά μή συνυπάρχουν (στούς μή πιστεύοντες).

Τί σχέση μπορεῖ νά ἔχει τό μυστήριο τῆς ἀθανάτου ζωῆς μέ τό γενικῶς ἐπιζητούμενο ἀγαθό ἑνός ἄνετου καί ὑγιεινοῦ βίου, ἀμυνόμενου σέ βάσανα καί πανδημίες;

Μέ τήν πανδημία ―μᾶς λένε ἐπιμόνως καί ἐναρίθμως― διακινδυνεύεται ἡ ἄμεση βιωματική ζωή, τό ἀγαθό πού ὅλοι μας τό φροντίζουμε νά τό διατηροῦμε ὡς ἔσχατο ὅριο ὁρατῆς ἀνθρώπινης παρουσίας καί εὐτυχίας.

Ἐάν καταφρονήσουμε τήν ἐνδεχόμενη διασπορά τῆς πανδημίας, μέ τήν ἀπολυτότητα τῆς λατρευτικῆς πίστης στούς κατεξοχήν χώρους ἔκφρασης καί μέθεξης τῆς πίστης, θά συνεχίσουμε νά ἐπιβιώνουμε ἤ θά ἐκτεθοῦμε σέ μιά αὐτοθυσία ἀπό λεβέντικη πίστη στό Θεό;

Αὐτό τό ἐρώτημα δέν εἶναι προβληματισμός τῶν ἀπιστούντων (αὐτοί τό ἔχουν καταλύσει μέ κάθετες ἀπορρίψεις). Προωθεῖται ὅμως ἐπιμόνως ὥστε νά γίνει προβληματισμός τῶν εὐρύτερων λαϊκῶν μαζῶν μέ τή στοιχειώδη ἤ ὑποτυπώδη παραδοσιακή θρησκευτικότητα.

Ἐδῶ κατά βάθος στοχεύει ἡ προκλητικότητα τῶν κάθε λογῆς ἐπισήμων δηλώσεων καί σχολίων, ἀλλά καί τῶν ὕβρεων καί τῶν βλασφημιῶν.

Στοχεύουν νά προκαλέσουν μιάν εὐρεία ἀνησυχία, μιά γενικευμένη ἀμφιβολία, ἕνα γενικό προβληματισμό, ἕνα προκλητό ἐρώτημα μέ παρορμητικότητα καταφρόνησης σέ τέτοιες κρίσιμες περιστάσεις: τό ἐάν καί κατά πόσον (ἀτομικῶς καί γενικῶς παραδεκτά) τό κατεξοχήν ἐκκλησιαστικό μυστήριο τῆς ἀθανάτου ζωῆς ὑφαιρεῖ περιθώρια χρόνου ἀπό τό γεγονός τοῦ ἐπιγείου βίου.

Πόσα ποσοστά δύναται ἤ δικαιοῦται νά κερδίζει ἡ πίστη ἀπέναντι στά ποσοστά πού δικαιοῦται ἤ δύναται νά διεκδικεῖ ἡ φοβική βιωματικότητα; Πρός τά ποῦ γέρνει ἡ ἀποκλειστικότητα;

Ποιά ἀπό τίς δύο καί σέ πόση ἀναλογία τίς ψηφίζει, τίς ὑπερψηφίζει ἤ τίς καταψηφίζει ἐνίοτε ἡ ἐλευθερία τῆς εὐρύτερης λαϊκῆς γνώμης;

Ποιό ρόλο ἀποφασιστικότητας δικαιοῦται ἡ συλλογική ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς, ἀπέναντι στόν ἐξουσιαστικό καταλύτη τῶν κοσμικῶν ὑπερθεσμῶν, θεσμῶν καί παραθεσμῶν;

Καί ἀκολουθοῦμε ὅλοι μας, ὡς ἄνθρωποι σάρκα φοροῦντες καί τόν κόσμον οἰκοῦντες. Οἱ κληρικοί διαθέτουμε μιά θεολογική ἐξάρτυση βαθειᾶς βιωματικῆς πίστεως ἤ ἔστω μιᾶς τυπικῆς θρησκευτικῆς ἱερολογίας.

Μέχρι πρίν λίγους μῆνες, προσεγγίζαμε στό μυστήριο τῆς ἀθανάτου ζωῆς (τοῦ Χριστοῦ μας) μέ ἀγωνιῶσα συνείδηση περί τήν ἀξιοσύνη ἤ τήν ἀναξιότητά μας.

Μέσα στούς τελευταίους δύο μῆνες προκλητά ἀναδύεται καί μιά ἄλλη ἀναγκαιότητα, μέχρι καί προτεραιότητα γιά τίς εὐρεῖες μάζες λαοῦ.

Οἱ λαϊκοί (καί οἱ κληρικοί) θά ἔπρεπε νά προσεγγίζουμε τό Εὐχαριστιακό μυστήριο μέ μιάν ἀγωνία “εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον”.

Ἀλλά αὐτό τό ἰδανικό τῆς αἰώνιας ζωῆς (ἰδανικό πιό πολύ, παρά λαχτάρα ἄνευ ὅρων) οἱ περισσότεροι ὑποσυνείδητα τό προτιμοῦν ὡς τωρινό, ὡς “ζωήν” τοῦ βίου, τῆς ὑγείας, τῆς μακροημέρευσης, τῆς θαυμαστῆς ἀναβολῆς τῆς φυσικῆς φθορᾶς.

Δέν ἔχουμε ἐθισθεῖ (δέν εἶναι εὔκολο αὐτό τό ἄθλημα) νά ἐπιζητοῦμε πρωτευόντως τήν ἐκκλησιαστική ἐμβίωση τῆς ὑποστατικῆς αἰωνιότητος, τ.ἔ. τοῦ Χριστοῦ μας ὡς ζωῆς καί ἀθανασίας.

Πιστεύουμε, σταυροκοπούμεθα, νηστεύουμε, προσευχόμεθα, μετανίζουμε, ἐξομολογούμεθα, μετανοοῦμε, ἐκκλησιαζόμεθα, κοινωνοῦμε, ἁγνιζόμεθα, δικαιοπραττοῦμε, μέ τήν ἐλπίδα μιᾶς ἥρεμης καί μακρᾶς ζωῆς ἐπί γῆς καί μέ μιάν ἀπροσδιόριστη εὐχή αἰώνιας χαρᾶς σέ μιά ἀπροσδιόριστη μεταθανάτια κατάσταση.

Οἱ περισσότεροι μάλιστα προτιμοῦμε ἁπλῶς νά θρησκεύουμε μέ μιάν ὁριακή καί συνάμα ναρκισσική μειοδοσία ἐκκλησιαστικότητος. Σέ μιά τέτοια ἀδούλευτη καί ἀκατήχητη πλειοψηφία λαοῦ, εὔλογο εἶναι νά προτιμᾶται ὁ σκοπός-ρόλος τῆς βιωματικότητας πιό πολύ ἀπό τό σκοπό-ρόλο τῆς ζωῆς τῆς πίστεως.

Τό κύριο ἀγαθό γιά τόν κόσμο μας εἶναι ἡ ἐπιβίωση, ἄς μήν αὐταπατώμεθα. Ἡ ἐκκλησιαστική δι᾽ αἰώνων ἐπιβράβευση στήν ἀνθρωπιά, στή φιλανθρωπία, στήν ἐλεημοσύνη, καταφάσκει σ᾽ αὐτήν τήν πρώτη μας ἀνάγκη. 

Ἄλλωστε τόσες δεήσεις ἀναπέμπουμε ἁπλές εἴτε ἐκτενεῖς, στό λειτουργικό χῶρο ἤ σέ λιτανεῖες εἴτε καί σέ κατ᾽ οἶκον παρακλήσεις “ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας…”.

Δέν εἶναι ἐπιλήψιμο αὐτό, ἡ ἀναγωγή μας στό Θεό μέ ὅλα τά δεδομένα τῆς ἐπιβίωσης πού Ἐκεῖνος μᾶς χάρισε νά τά ζοῦμε σάν δικό Του δῶρο, γιά νά τά ἀντιπροσφέρουμε κι ἐμεῖς σ᾽ Ἐκεῖνον ὡς δικό μας δοξολογικό δῶρο εὐγνωμοσύνης.

Ἀναγόμεθα στό Θεό μέ ὅλη μας τήν ὕπαρξη, μέ ὅλη μας τήν ἐπιβίωση, μέ ὅλες μας τίς ἀγωνίες, διότι καί αὐτές εἶναι κομμάτι τῆς ζωῆς μας, κομμάτι τῆς διακοινωνίας μας, συστατικό τῆς ὑπαρκτικῆς μας παρουσίας.

«Ζητᾶμε ἀπό τόν Θεό εἰρήνη γιά τόν κόσμο, βοήθεια σέ ὅσους ταξιδεύουν, ὅσους ἐργάζονται, γιά τούς ἀσθενεῖς, γιά ὅλες τίς ἀδυναμίες, τίς ἁμαρτίες.

Τοῦ ζητᾶμε νά μᾶς βοηθήσει νά δώσουμε ὅλη μας τή ζωή σ᾽ Ἐκεῖνον, στόν Πατέρα μας, νά μᾶς βοηθάει νά δινόμαστε ὁ ἕνας στόν ἄλλο, νά ἐναποθέτουμε τούς ἑαυτούς μας στόν Χριστό καί Θεό μας.

Ὑπογραμμίζουμε τό γεγονός ὅτι χωρίς τόν Θεό δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε. Ἔχουμε ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ» (π. Μάρκου-Ἀντωνίου Κόστα Ντε Μποργκάρ, Πρόσωπο καί Σταυρός (Συζητήσεις μέ τόν π. Δημήτριο Στανιλοάε), μτφρ. Πολυξένης Τσαλίκη-Κιοσόγλου, ἐπιμέλεια Βασίλη Ἀργυριάδη, ἐκδόσεις “Ἐν πλῷ”, 20141, σσ. 241-242). 

Ἡ πρόταξη τοῦ βίου καί ἡ σύνταξή του στήν αἰωνιότητα

Ἡ ἀδυναμία μας νά δώσουμε προτεραιότητα στήν αἰωνιότητα ἔναντι τοῦ βίου εἶναι ἕνα σκαλοπάτι δοκιμασίας τῆς ἀγάπης μας πρός τό Θεό, ὅμως δέν συνιστᾶ ἀπάρνηση ἤ ἀπομείωση τῆς λατρευτικῆς πίστεως.

Κάθε ἄνθρωπος ζεῖ, δημιουργεῖ, ἐπικοινωνεῖ, ἀγωνίζεται μέ μιά μοναδικότητα. Σ᾽ αὐτήν τή μοναδικότητα συγκαταβαίνει ὁ Θεός καί μᾶς συναντᾶ μέ τήν θεία Του πρόνοια.

Ὅταν λοιπόν ἡ ποιμαντική μας σέβεται τά ἀνθρώπινα ὅρια, δέν ἀσεβεῖ, ἀλλά μιμεῖται αὐτήν τή θεία συγκατάβαση, “ἐπικαιροποιεῖ” ποιμαντικά τή θεία Οἰκονομία στή δεκτικότητα τῶν ποιμαινομένων ἀνθρώπων.

Πόσο διδακτικό εἶναι τό φοβερό περιστατικό μέ τόν ἅγιο Παΐσιο πού ἐν Πνεύματι διαρκῶς ἐπί ἕξη μῆνες τό 2005 βρισκόταν καθημερινά δίπλα σέ ἕναν Κύπριο, τό Μιχάλη Μιχαήλ ἀπό τή Λεμεσό, κρατούμενο ἐκβιαστικά ὑπό ἀπάνθρωπες συνθῆκες σέ προφυλάκιση σέ μιά πρώην σοβιετική χώρα!

Ὁ Ἅγιος ἀπ᾽ οὐρανοῦ βρισκόταν διαρκῶς συμπαρών καί συμπαριστάμενος, συνομιλητής καί ἐμψυχωτής σ᾽ αὐτόν τόν ἀθῶο Κύπριο ἐπιχειρηματία, ὅλο αὐτό τό διάστημα τῆς ἔσχατης ἀπόγνωσης καί τῆς ἐκβιαστικῆς κακομεταχείρισής του.

Στήν ἀρχή ἁπλῶς τόν ἐνθάρρυνε καί τόν ἐμψύχωνε στά μέτρα τῆς παντελοῦς πνευματικῆς του ἀπειρίας. Καί σταδιακά, βαθμιδωτά, ἥπια, τόν εἰσήγαγε στήν πνευματική ζωή, ὥστε νά προσεύχεται καί νά ἀσκεῖ τήν κατά Χριστόν ζωή φυλακισμένος.

Τόν προειδοποιοῦσε γιά ὅλες τίς φάσεις καί τίς ἐξελίξεις τῆς ταλαιπωρίας του, τόν καθοδηγοῦσε γιά τήν εἰδική στάση πού ἔπρεπε νά τηρεῖ στίς δίκες καί τόν προετοίμασε γιά τήν ἀπελευθέρωσή του καί τήν ἐπιστροφή του στήν οἰκογένειά του, ἀλλά καί γιά τήν ἐκκλησιοποίησή του μέ ἐξομολόγηση κ.λπ. (βλ. Νικ. Α. Ζουρναζόγλου, Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης 1924-1994, Μαρτυρίες προσκυνητῶν, τ. Β΄, 20121 σσ. 228-234).

Βλέπουμε στό συγκεκριμένο περιστατικό ―ὅπως καί στήν ὅλη ποιμαντική διακονία τῶν νεοτέρων συγχρόνων μας Ὁσίων― μιά προσωπική φροντίδα στά μέτρα τοῦ καθενός πού τούς πλησίαζε, μέ τρόπο ὥστε νά τόν ὁδηγήσουν στήν προσέγγιση καί τήν κοινωνία τοῦ ζῶντος Θεοῦ διά τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτό τό νόημα διαλόγου μέ τίς ἀνθρώπινες συνειδήσεις ἔχει καί ἡ δημοσιοποίηση θαυμαστῶν σημείων καί ἰάσεων καί θαυμάτων πού ἐπισυνέβησαν σέ ἀναλογία συνθηκῶν μέ τίς σημερινές. Ἡ προσπάθεια αὐτή συνιστᾶ συγκατάβαση φιλαδελφίας καί προσέγγιση ἀγάπης στήν ἀνάγκη τῶν ἀνθρώπων μας νά ζήσουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέ μιάν ἀναλογία ψηλαφήσεως ὡσάν τοῦ ἀποστόλου Θωμᾶ.

Γι᾽ αὐτό καί πολλοί σήμερα (στήν ἀγωνία μας νά πιάσουμε τό σφυγμό τοῦ περισσότερου κόσμου, πέρα ἀπό τήν ἀκεραιότητα τῆς ἀπόλυτης πιστότητος) ἐπικεντρώνουμε ὅλο μας τόν ποιμαντικό ἀντίλογο στήν Εὐχαριστιακή διακονία κληρικῶν σέ νοσοκομεῖα ἤ σέ χώρους ἤ σέ περιστατικά λοιμωδῶν νοσημάτων, χωρίς καμιά μεταδοτικότητα λοιμώδους ἀρρώστιας στούς λειτουργούς ἱερεῖς.

Μέ ἄλλα λόγια χρησιμοποιοῦμε τή βιβλική καί τή συναξαριακή λογική τῆς ἀναφορᾶς θαυμασίων, ὡς τρόπο ἀνάταξης τῆς κοιμώμενης ὁλοτελοῦς καρδιακῆς πίστεως τῶν ἀνθρώπων μας.

Ἡ ἁγιογραφική καί συναξαριακή πρακτική

Ὅπως ἤδη τονίσαμε, αὐτό δέν εἶναι ἐπιλήψιμο. Τουναντίον εἶναι ἀπαραίτητο καί ἐκκλησιαστικά καθιερωμένο, ἀρχῆς γενομένης κατά κόρον ἀπό τούς τρεῖς πρώτους ἱερούς Εὐαγγελιστές μέ πλῆθος ἀφηγήσεων θαυμάτων, καί στόν τέταρτο Εὐαγγελιστή, τόν κατεξοχήν θεολόγο ἅγιο Ἰωάννη, μέ μιά χριστολογική ἐπιλεκτική παρουσίαση ἕξι θαυμάτων. Ἔπειτα οἱ ἅγιοι Πατέρες μας καί αὐτοί κατέφασκαν τή θαυματολογία, εἴτε ἑρμηνευτικά τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἴτε ὡς βιογραφικές ἤ κηρυγματικές ἤ ἐπιστολικές πληροφορίες περί μαρτύρων καί ἁγίων.

Ἡ συμβατότητα τῆς αἰωνιότητος μέ τήν προσωρινότητα τοῦ βίου εἶναι ἕνα ἄθλημα γιά κάθε πιστό χριστιανό. Καί ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία ἄλλοτε γέρνει πρός τή μία πλευρά καί ἄλλοτε πρός τήν ἄλλη. Ὁπότε ἡ θαυματολογία δέν εἶναι μηχανισμός ἐντυπωσιασμοῦ, ἀλλά ἀγάπης καί ἐπιστηριγμοῦ τῆς πίστης.

Μακάρι νά εἴχαμε ὅλοι μας τήν ἀποστολική τόλμη τοῦ Πέτρου, πού κοιμόταν ἡσυχίως, κι ἄς τόν περίμενε ἀποκεφαλισμός ἀπό τόν Ἡρώδη, ἐνῶ τουναντίον ὅλη ἡ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν στά Ἱεροσόλυμα ἀγρυπνοῦσε καί προσευχόταν μέ ἔνταση γιά τή διάσωσή του. Τελικά ὁ ἐφησυχάζων Πέτρος τοῦ Χριστοῦ, σέ ἀντίθεση μέ τόν προμαρτυρήσαντα Ἰάκωβο, χαρίστηκε ἀπό τόν Κύριο στόν πόνο καί στίς δεήσεις καί στήν ἀγωνία καί στήν ἔνταση τῆς κλαυθμηρᾶς ἐκκλησιαστικῆς συνάξεως (γιά νά βιώσει τελικά μετά ἀπό χρόνια τόν ὀδυνηρότερο σταυρικό θάνατο).

Τί σημαίνουν αὐτά; Ποιά ἀπό τίς δύο πλευρές διέθετε περισσότερη πίστη καί περισσότερη τόλμη ἀποφασιστικότητος; Ὁ Πέτρος ἤ οἱ πιστοί τῶν Ἱεροσολύμων; Ποιά ἀπό τίς δύο πλευρές εἶχε ἀμεσότερη κοινωνία πίστεως μέ τόν Κύριο; Ὁ φυλακισμένος μακάριος Ἀπόστολος ὁ κοιμώμενος σιδηροδέσμιος ἐν μέσῳ τῶν στρατιωτῶν;

Ἤ τό σῶμα τῶν πιστῶν πού ἀγωνιοῦσε τήν ἔσχατη κοινή ἀγωνία γιά τόν Ἀπόστολο, ὥστε νά μήν πεθάνει, ἀλλά νά διασωθεῖ καί νά λυτρωθεῖ καί νά ἐπιζήσει αὐτόν τόν ἐπίκηρο βίο χάριν τῆς Ἐκκλησίας; Ποιά πλευρά ἐκ τῶν δύο διέθετε τήν “νίκην τήν νικήσασαν τόν κόσμον, τήν πίστιν ἡμῶν”; 

Κατά συνέπειαν, ἡ ἀμφιταλάντευση τῆς συνειδητότητάς μας μεταξύ πίστεως μέ μαρτυρική ἔνταση καί πίστεως μέ ἐπιβιωματική ἀγωνία, αὐτό τό δίπολο πού ἄγγιξε ἤ ἀγγίζει πολλούς ἀπό μᾶς σέ ἀναμετρήσεις ὀδυνηρῶν ἔσχατων δοκιμασιῶν, αὐτό λοιπόν τό δίπολο ὡς τωρινός ποιμαντικός πειρασμός τῆς Ἐκκλησίας, αὐτό τό δίπολο ὡς ἀναμέτρηση μέ τήν ἐνδοκοσμικότητα τῆς ἱστορικῆς μας παρουσίας, δέν πρέπει νά μᾶς παρωθεῖ οὔτε σέ ζηλωτισμούς οὔτε σέ ὑπαναχωρήσεις. Ὄντως, στίς μέρες μας ἐξέλιπον οἱ προφητικές φωνές ὡσάν ἐμφανέστατοι ὁδοδεῖκτες πιστότητος. Ὅμως, διαθέτουμε κάτι ὑπέρ τίς προφητικές φωνές, μοναδικό καί θειότατο: τήν ἐκκλησιαστική μας ἑνότητα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσα στήν κοινωνία τῆς παρουσίας Του, μέσα στήν ὑπεραισθητή ἤ καί αἰσθητή ἐπιβεβαίωση τοῦ θεανδρικοῦ Του λόγου «διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (ἐπισφράγιση τοῦ εὐαγγελίου τοῦ ἀποστόλου Ματθαίου, 28:20).

Εμφανίσεις: 300764
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: