Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 14/09 10:20

agios paisios panagouda

Διαπιστώνοντας τα περί Θείας Μεταλήψεως από τους πιστούς με ατομικές λαβίδες, σε «Ορθόδοξες» Εκκλησίες του εξωτερικού, γεγονός που συνιστά αίρεση, αφού με αυτή την πρακτική υπάρχει παραδοχή φθοράς στο Άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, παραθέτουμε κείμενο-μαρτυρία του π. Φιλοθέου Θεοδωρόπουλου (νυν επισκόπου Ρωγών) το οποίο ομιλεί για τη Θεία Μετάληψη από έναν Άγιο, τον Αγιορείτη Όσιο Παΐσιο.

Γράφει ο Θεοφιλέστατος:

Ήταν για πρώτη φορά που πήγαινα άρτι χειροτονημένος πρεσβύτερος να δω τον Γέροντα.

Φεβρουάριος, κρύο πολύ, το χιόνι που πρόσφατα είχε πέσει έκανε δύσκολο το περπάτημα στα κλεισμένα απ’ τους όγκους του μονοπάτια.

Από μακριά διέκρινα τον καπνό που έβγαινε από την καμινάδα του κελιού του.

Ήτα ικανή αυτή η όραση να μου θερμάνει το σώμα και την καρδιά, για να συνεχίσω να τρέχω μέσα στη νεκρή άσπρη φύση του Άθωνα.

Έφτασα κάθιδρος στην Παναγούδα. Η συγκίνησή μου δεν περιγραφόταν όταν είδα τον παππού να απλώνει στο σχοινί κάτι ζωστικά.

Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που έβλέπα τον Γέροντα ολομόναχο να καταπιάνεται με οικιακά.

Άκουσε το θόρυβο, γύρισε προς το μέρος μου. «Πού βρέθηκες μ’ αυτόν τον χειμώνα εσύ; Έλα μέσα».

Πάντα σαν διάκος του φιλούσα το χέρι, και ’κείνος, ενώ το δεχόταν, ταυτόχρονα ή μετά φιλούσε το δικό μου.

Έμεινα έκπληκτος όταν με ευχήθηκε: «Παπά Φιλόθεε, καλός παπάς να ’σαι, καλή ιερωσύνη να ’χεις».

Και πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, έσπευσε να πάρει την ευχή από τον νεοχειροτονηθέντα παπά.

Όταν, στη συνέχεια, άρχισε η συνομιλία μας, εγώ γύριζα πίσω στον αιφνιδιασμό μου και δεν παρακολουθούσα τι έλεγε.

Ώσπου μου έδωσε ένα «μπάτσο» στο κεφάλι και με επανέφερε: «Άφησε τους λογισμούς και κοίταξε τι θα κάμεις τώρα, και πως θα ζήσεις από ’δω και μπρος σαν νέος παπάς που είσαι».

Στο τέλος μου πρότεινε: «Αύριο έχουμε του Αγίου Χαραλάμπους. Θα ’ρθεις να μου κάνεις μια Λειτουργία;».

Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Ερχόμουν στο Όρος δυο μήνες μετά την εις Πρεσβύτερον χειροτονία μου, κατ’ ευθείαν στον Γέροντα, κι εκείνος μου πρότεινε να λειτουργήσω, εγώ ο ελεεινός στο κελί του.

Ανέλπιστο πράγματι δώρο Θεού. Η πρώτη Λειτουργία μου σαν παπάς στο Άγιον Όρος, κι αυτή στο κελί του Γέρου-Παϊσίου;

Αφού τον πληροφόρησα σε ποιο γειτονικό του κελί θα διανυκτέρευα, μου είπε την ώρα που θα ερχόμουν τη νύχτα.

Τον χαιρέτησα όχι τρέχοντας, αλλά πετώντας απ’ τη χαρά και την ανέλπιστη ευλογία που μου προέκυψε.

Το κρύο, το χιόνι και η ταλαιπωρία της ανάβασης δεν ήταν για μένα παρά μια επιπλέον ευλογία και χαρά...

Ο Γέροντας έψαλλε αργοσύντομα, απλά, με τη λεπτή φωνούλα του, θυμίζοντας ένα μικρό παιδάκι με τη μεγάλη του καθαρότητα και το ανεπιτήδευτο ύφος.

Ήταν τόσο προσηλωμένος σ’ αυτά που έψελνε κι αυτά που διάβαζε, που σου μετέδιδε αυτή τη σπάνια ατμόσφαιρα της κατάνυξης, που σε καθηλώνει, έστω κι αν μέσα σου κουβαλάς στοιχεία και πράγματα ξένα και μακρινά απ’ το χώρο, στην ώρα και τη θυσία του Χριστού.

Όταν μπήκαμε στη Λειτουργία νόμιζα πως θα σπάσει η καρδιά μου απ’ τη συγκίνηση.

Θυμάμαι πως κοιτούσα στα κλεφτά τον παππού και παρακαλούσα να σταματήσει ο χρόνος για μένα εκεί.

Την ώρα του «Κοινωνικού» ο Γέροντας διάβαζε τις τελευταίες ευχές της Θείας Μεταλήψεως κι εγώ μέσα κοινωνούσα κι έκανα την προβλεπόμενη «συστολή».

Σαν εξωπραγματικά ακολουθούν για μένα τα επόμενα γεγονότα, παρ’ όλο που τα έζησα από τόσο κοντά.

Βγαίνω με το Ποτήριο, ο Γέροντας πλησιάζει και κοινωνεί. Λίγες φορές και ελάχιστους ανθρώπους έχω δει να κοινωνούν έτσι! Στρεφόμενος προς την Αγία Τράπεζα μετά το «Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν Σου», έγινε, απ’ την ψαλμωδία του παππού, μια μικρή σιγή.

Κι αφού διάβασα την Ευχαριστιακή Ευχή στρεφόμενος με τα Άγια προς τον κυρίως Ναό, για να εκφωνήσω «πάντοτε νῦν καὶ ἀεί», είδα τη σιλουέτα του παππού να αιωρείται του εδάφους, κι όταν έντρομος πια έριξα το βλέμμα μου να δω την έκφρασή του, αναγκάστηκα αμέσως να κατεβάσω τα μάτια, γιατί ο Γέροντας δεν βλεπόταν στο πρόσωπο.

Ήταν όλος φως, που δεν μπορούσες να διακρίνεις όχι μόνο την έκφραση αλλά ούτε το ίδιο του το πρόσωπο... Τα υπόλοιπα της Λειτουργίας τα είπα σαν υπνωτισμένος.

Απ’ τον φόβο, ούτε τόλμησα να ξανακοιτάξω και θυμούμαι ότι Οπισθάμβωνο, Τρισάγιο και Απόλυση τα έκανα σχεδόν στρεφόμενος προς την Αγία Τράπεζα.

Μια άλλη έκπληξη με περίμενε σε λίγο, όταν με κέρασε τσάι ζεστό, παξιμάδι κι ελιές.

Ήταν ιδιαίτερα αυστηρός και πρωτόγνωρα «επιτιμητικός» μαζί μου, για τα πάθη μου και τις αδυναμίες μου, καθιστώντας με, σε πολλά, προσεκτικό! Πριν φύγω με χτύπησε στην πλάτη για να μη «θυμώσω», όπως μου είπε: «Κι ό,τι είδες σου απαγορεύω όσο ζω να το πεις».

Ο τρόπος του ήταν απόλυτος και σαφής. Δεν σήκωνε ούτε απορίες, ούτε σχόλια, ούτε επαναφορά σε συζήτηση.

Με ευχαρίστησε για τη Λειτουργία, μου έβαλε ένα κατοστάρι κομποσχοίνι στο χέρι, με έβγαλε ως τη συρματόπορτα. Είχε ήδη ξημερώσει.

Αργότερα, κατάλαβα γιατί ο Γέροντας μετά απ’ την απερίγραπτη αυτή στιγμή θέλησε να είναι ιδιαίτερα αυστηρός μαζί μου.

Ξέρουν οι Άγιοι, όπως και ο ίδιος εμπειρικά ομολογούσε, να χρησιμοποιούν διάφορα «καπιά» για να κρύβουν και να καλύπτουν την αγιότητά τους, προστατεύοντας, ταυτόχρονα, τα μυαλά ενός μικρού κοσμικού ιερομονάχου μην πάρουν αέρα, απ’ το θαυμαστό αυτό γεγονός!

Επιμέλεια:
Αναστάσιος Ομ. Πολυχρονιάδης
Δρ. pd. Θεολογίας ΑΠΘ

*[Από το βιβλίο Επίσκεψις Οσίου Παϊσίου, εκδόσεις Αλτιντζής, Θεσσαλονίκη 2017 (3η έκδοση), σσ. 17-20. Το παρόν δημοσιεύθηκε αποσπασματικά –και ως κατακλείδα- στο βιβλίο του π. Διονυσίου Τάτση, Ο Γέροντας Παΐσιος, Κόνιτσα, 2005 (5η έκδοση), σ. 218].

Εμφανίσεις: 300497
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: