Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 31/05 10:10

agios nektarios

Γράφει: Αρχιμ. Αγαθάγγελος Κουμαρτζάκης Υπ. Δρ. Κανονικού Δικαίου (University of Nicosia)


Είναι κοινώς αποδεκτό στην επιστημονική κοινότητα η ενασχόληση του κάθε επιστήμονα να δραστηριοποιείται πάνω στο επιστημονικό του πεδίο, προκειμένου να τηρείται η επιστημονική δεοντολογία και να συνάγονται έγκυρα και αξιόπιστα αποτελέσματα.

Αλγεινή εντύπωση προξενεί η ερμηνεία του γραπτού και προφορικού λόγου ανθρώπων (από όποιο χώρο και αν προέρχονται και όποιαν και αν ιδεολογία υπηρετούν) που άπτονται μεν του ακαδημαϊκού τίτλου, τα γραφόμενα και τα λεγόμενά τους δε, δεν επαφύονται σε θεολογικό επίπεδο και βάση.

Αντίθετο και ξένο ως προς την ταυτότητα και την ιδιοσυγκρασία της Εκκλησίας του Χριστού θα ήταν η ονομαστική τους αναφορά και οι οφειλόμενες απαντήσεις για τις επικρίσεις και την στοχοποίηση έναντι της Αγίας Εκκλησίας, που στοχεύει στην πεμπτουσία της ζωής της, την Θεία Ευχαριστία.

Μάλιστα σε καιρούς δύσκολους και δυσβάσταχτους για όλη την ανθρωπότητα, αλλά και ανά την επικράτεια της χώρας μας, όπου ανθρωποι όχι μόνο πολλές φορές έφτασαν στα όριά τους, πολλώ δε μάλλον τα ξεπέρασαν.

Οι επιθέσεις, η στοχοποίηση, και τα συμπεράσματα παντός τύπου και από όλους τους τύπους ανθρώπων, δεν πλήττουν και δεν επηρεάζουν την Δόξα και το Κύρος της και προφανώς δεν μπορούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των πιστών μελών της.

Το μόνο και ασφαλές συμπέρασμα για τις όποιες αμφισβητήσεις που άπτονται του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, με τρόπο άκρατο, αθέμιτο και αναρμόδιο, καταδεικνύει την έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού, στα εκατομμύρια μέλη της Αγίας Εκκλησίας, τα οποία τυγχάνουν αναμφισβήτητα, όχι μόνο πολίτες αυτού του κράτους, αλλά κατά τον πλείονα αριθμό, διαμορφώνουν το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της επικρατούσας θρησκείας.

Συνεπώς, κάθε φωνή που πληγώνει την συνείδηση, την πίστη, την λατρεία και την ταυτότητα εκατομμυρίων ανθρώπων, δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως ασέβεια και κοροϊδία, όχι στο ιερό της Ευχαριστίας μυστήριο, (αυτό δεν προσβάλλεται από ουδενός), αλλά στα εκατομμύρια των πολιτών, τα οποία μαζί με την εκκλησία διαχρονικά και με ενότητα, όπως αρμόζει, υπερκέρασαν τις όποιες ιστορικές, εθνικές, λοιμικές και πανδημικές συνθήκες και καταστάσεις.

Ας μη λησμονούν όλοι οι επίδοξοι και με ιδιαίτερη θέρμη για θεολογικές και δογματικές διασαφηνίσεις, που άπτονται του λειτουργικού και βιωματικού τρόπου και ρόλου της ζωής και της παρουσίας της εκκλησί- ας μέσα στον κόσμο, ότι «η Εκκλησία ούτε μουσείο νεκρών αποθεμάτων είναι, ούτε όμως εταιρεία ερευνών, για κάθε είδους αντιπαραθέσεις. Τα αποθέματα είναι ζωντανά!»[1]

Κάθε είδους θεωρίες, συμπεράσματα, ίσως και μέτρα, τα οποία θεω- ρούνται μάλιστα και επιβαλλόμενα σε περίπτωση αδράνειας -της Διοικούσας Εκκλησίας για την προάσπιση των μελών της (!)- από την όποια εκτελεστική εξουσία, όπως ειπώθηκε τις μέρες αυτές, καταδεικνύει την ανασφάλεια της ίδιας (εφόσον και εάν υιοθετεί τέτοιου είδους πρακτικές και προτροπές ευρωπαϊκού μάλιστα στελέχους του κοινοβουλίου) και διατρανώνει πολύ περισσότερο την αναγνώριση και την δύναμη του Ιερού μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.

Έτσι, προσπαθώντας να αποδομήσει την δύναμη και την απήχησή του στις ζωές των ανθρώπων, το κάνουν ακόμα πιο δυνατό(!), γιατί μετά βεβαιότητος κάτι που πολεμείται τόσο, επειδή πείθει, σημαίνει ότι αξίζει· πιο έμπιστο(!), γιατί οι εκτελεστικές εξουσίες και τα πρόσωπα αφενός έρχονται και παρέρχονται, μαζί με τις ιδεολογίες και τα νομοθετήματά τους, αφετέρου δεν εκφράζουν και δεν πείθουν, σε πολλές περιπτώσεις, την ανθρώπινη υπόσταση, ακόμα και αν έχουν επιλεγεί από τους ίδιους για μια καλύτερη ζωή.

Αυτό που αναμφισβήτητα 2000 χρόνια μένει σταθερό και αμετακίνητο, μέσα σε ένα συχνά μεταβαλλόμενο κόσμο είναι η εκκλησία του Χριστού, που ουδέποτε αισθάνθηκε την ανάγκη να αυτοπροσδιοριστεί, μολονότι της δόθηκαν αρκετές ευκαιρίες και δυνατότητες · ακριβώς γιατί δεν ζει με την ανασφάλεια και φοβικά σύνδρομα, μήπως απωλέσει οτιδήποτε φθαρτό και γήινο.

Ζει, υπάρχει και πορεύεται για τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, χωρίς διακρίσεις οποιασδήποτε διαφορετικής ταυτότητος.

Ας συνειδητοποιήσει λοιπόν ο κάθε αποφαινόμενος όταν εξασκεί την πολεμική του με μέσο και πρόσχημα της κάθε είδους εξουσίας και θέσεώς του στον ορθόδοξο κόσμο, ότι, η πίστη δεν είναι κειμήλιο του παρελθόντος αλλά μάλλον «ἡ μάχαιρα τοῦ Πνεύματος» [2].

Τη «μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ»[3], την ενστερνίστηκαν και την ενσάρκωσαν οι άγιοι του Θεού σε αυτό τον κόσμο, ζώντας με την Θεία κοινωνία και από την Θεία Κοινωνία, αφήνοντας το αποτύπωμα τους αιώνες αιώνων.

Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας δεν φανερώνει μια επαναλαμβανόμενη πράξη της εκκλησιαστικής κοινότητος που συνιστά την μετοχή του πιστού σε αυτό.

Η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία δεν είναι μέσο για ενότητα αλλά έκφραση, φανέρωση της ενότητος στο ένα Σώμα του Χριστού. Έτσι ο ίδιος ο ιδρυτής του μυστηρίου, Ιησούς Χριστός, δεν υπάρχει μόνο ως η κεφαλή της Εκκλησίας, η οποία κατευθύνει και ζωο- ποιεί τα μέλη που συμμετέχουν σε αυτή, αλλά Εκκλησία νοείται το ίδιο το Σώμα Του· «το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών»[4], υπό αυτή την προοπτική υπάρχει η δυνατότητα της συναγωγής των διεσκορπισμένων τέκνων του Θεού και της συγκρότησης της καθόλου Εκκλησίας, η οποία οδηγεί τους ανθρώπους εις την μοναδική και αδιατάρακτο ενότητα του ενός σώματος του Χριστού.

Την ανάγκη της ενότητος αυτής, η οποία δεν ενώνει απλά το ανθρώπινο με το θείο αλλά το κάνει ένα, δηλώνει και ο Π’ Κανών της Πενθέκτης Συνόδου, «εἴ τις ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἤ τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταλεγομένων, ἤ λαϊκὸς, μηδεμίαν ἀνάγκην βαρυτέραν ἔχοι, ἤ πρᾶγμα δυσχερὲς, ὥστε ἐπὶ πλεῖστον ἀπολείπεσθαι τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἐν πόλει διάγων, τρεῖς Κυριακὰς ἡμέρας ἐν τρισίν ἐβδομάσι μὴ συνέρχοιτο, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, καθαιρεῖσθω· εἰ δὲ λαϊκὸς, ἀποκινείσθω τῆς κοινωνίας», ο οποίος κατανοώντας τις ολέθριες συνέπειες της διακοπής αυτής της Κοινωνίας, επιτιμά τους παραβαίνοντας, ακριβώς για να καταδεί- ξει την σπουδαιότητα της ενώσεως μαζί Του.

Η μετοχή είτε του κληρικού είτε του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας διατρανώνει την αδιάψευστο ανάγκη της ομολογίας και της μαρτυρίας του, όχι μόνο μέσα στην ιστορία του κόσμου, αλλά μέσα στο ίδιο το Σώμα του Χριστού · «ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.»[5]

Η Θεία Ευχαριστία δεν περιορίζεται σε χρόνο και τόπο, αλλά προε- κτείνεται ως αδιάλειπτο χρέος της Εκκλησίας μέσα στον ανθρώπινο κόσμο.

Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός ανήκει εις την Εκκλησία, ως κεφαλή της και όχι μόνο ως Κύριός της.

Η Εκκλησία του Χριστού είναι μια είς την Ευχαριστίαν, καθόσον η Ευχαριστία είναι ο ίδιος ο Χριστός, που μυστηριακώς ενοικεί εις την Εκκλησίαν, το Σώμα Του. Επιπλέον, η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού και το «Πλήρωμά» του.

Μελετώντας την εποχή του αγίου Νεκταρίου διαπιστώνουμε ότι μαστίζεται από προτεσταντικές ροές και σκέψεις, καθώς και από την νεοτερικότητα του διαφωτισμού.

Από κοινού και οι δύο καταστάσεις συνέβαλαν στην αλλοίωση της γνήσιας βιωματικής πράξης της Εκκλησίας και υπερ τόνισαν το αίσθημα του ανθρώπου για την αυτονόμησή του, απεμπολώντας κάθε μυστηριακή αξία, η οποία πλέον καθιερώθηκε στην συνείδησή του είτε ως εθιμοτυπική είτε ως παραδοσιακή, θέτοντας ουσιαστικά τον εαυτό του έξω από αυτή.

Αφενός οι λανθασμένες κατευθύνσεις από κάθε τι ξένο και απόμακρο από το κύρος και την ζωντανή μυστηριακή ζωή της εκκλησίας, αφετέρου γιατί ο ίδιος πίστεψε στον εαυτό του και τις δυνάμεις του χωρίς να εντάσ- σει το Θεό ουσιαστικά μέσα στη ζωή του, οδηγούν στη μη μορφοποίηση και νοηματοδότηση της ανθρώπινης ζωής.

Η έκφραση της αναγκαιότητας για μετοχή του ανθρώπου στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, δεν οριοθετείται μόνο μέσα από το Κανονικό Δίκαιο και την πατερική γραμματεία της Αγίας μας Εκκλησίας, αλλά προδηλώνεται παντοιοτρόπως από τον ίδιο τον ιδρυτή του μυστηρίου Ιησού Χριστό: «ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθής ἐστιν βρῶσις, καὶ τὸ αἷμα μου ἀληθής ἐστιν πόσις. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει καγὼ ἐν αὐτῷ»[6].

Οι ίδιοι οι μαθητές οι οποίοι ήσαν οι πρώτοι αποδέκτες της ζώσας πα- ρουσίας του Χριστού, μη δυνάμενοι να κατανοήσουν τον λόγο και την προτροπή Του, εκφράζουν για τον ίδιο απορία και εξίστανται για τα όσα λέει· «Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπον· σκληρός ἐστιν ὁ λόγος οὗτος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;»[7] φτάνοντας στο σημείο να μην μπορούν να ακούσουν καν, τα όσα ο Χριστός με προφητικό τρόπο τους καταθέτει για την σύσταση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και για τον τρόπο της ενώσεως μαζί Του.

Η πνευματική ωριμότητα και τελείωση των Αγίων Αποστόλων συνίστα- ται κατά το μυστικό δείπνο[8], όπου πλέον όντας ενωμένοι με τον Χριστό και πεπληρωμένοι της Θείας παρουσίας Του, δύναται πλέον να κατανοήσουν και μετέπειτα να τελεσιουργήσουν την απαρχή της δόξας και της παρουσίας του Θεού μέσα στον κόσμο.

Η παρακαταθήκη της φιλανθρω- πίας του Θεού δια μέσου του ιερού μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας γίνεται η ενωπιός δύναμη της καθόλου εκκλησίας του Χριστού και ολόκληρης της Οικουμένης.

Ο Άγιος Νεκτάριος δίδει κανονικές σκέψεις και τρόπους ακολουθώ- ντας τον δρόμο της «ακρίβειας», περί της αναγκαιότητας μετοχής του ανθρώπου στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο αποτελεί για τον ίδιο το «τελικὸν αἴτιον, τὸ μεταβαλεῖν τὴν τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου οὐσίαν καὶ γενέσθαι αὐτὰ σάρκα καὶ αἷμα Χριστοῦ.»[9]

Βασική προϋπόθεση για τον άνθρωπο προκειμένου να δηλώσει την ορθότητα της πίστεως του στο θέλημα του Θεού και να ενωθεί μαζί Του, είναι η μετοχή του στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο «από- τελεί συνέχεια και επέκταση του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως και αποτελεί μαζί με το δόγμα της Αγίας Τριάδας και της ενσαρκώσεως, το ύψιστο μυστήριο της χριστιανικής θρησκείας».[10]

Για τον ιερό πατήρ η κανονική προϋπόθεση προκειμένου ο άνθρωπος να μετέχει της θείας δόξης και να ενοικήσει επ’ αυτόν η χάρις του Θεού, είναι το πνεύμα του να ακολουθεί το πνεύμα του Κυρίου, η καρδιά του να προσκολληθεί σ’ Αυτόν και η θέληση μας να ταυτίζεται με την θέλησή

Του. Τότε μόνο γινόμαστε ακόλουθοι του Χριστού και βαδίζουμε απρό- σκοπτα στο δρόμο της αληθείας. Αυτό επιτυγχάνεται με την αυταπάρνη- ση της υποταγής του θελήματος της σαρκός στο θέλημα του πνεύματος, το οποίο όταν δεν συνάδει με τις θείες επιταγές, η σωματική του υπόσταση λυπείται, «καθ’ ὅν χρόνον ἀφεστῶτες καὶ μὴ κοινωνοῦντες ἀπερχόμεθα ἀπὸ τοῦ θείου ἄρτου, χωριζόμεθα ἀπὸ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.»[11]

Κατ’ αυτό τον τρόπο ο Άγιος Νεκτάριος χωρίς να υποδεικνύει συγκε- κριμένους κανόνες, καταθέτει την κανονική του σκέψη περί της μη προσαρμοστικότητας του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού· αποτελώντας την φυσική συνέπεια της λύπης του ανθρώπου, ο οποίος στερούμενος του άρτου της ζωής χωρίζεται από το Θεό.

Ωστόσο, την ανάγκη αυτής της ενώσεως (ανθρώπου και Θεού) δια μεσου της Θείας Ευχαριστίας, στα όσα ήδη καταθέτει ο ιερός πατήρ, επικυρώνονται και επαληθεύονται, μέσα από την κανονική παράδοση της εκκλησίας και σαφέστατα μέσα από τον δεικτικό χαρακτήρα των ιερών κανόνων.

Γι’ αυτό και ο Θ’ Αποστολικός Κανών, είναι ξεκάθαρος σε σχέση με την μετοχή του ανθρώπου στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, «πάντας τοὺς εἰσιόντας πιστούς, καὶ τῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ παραμένοντας δὲ τῇ προσευχῇ, καὶ τῇ ἁγίᾳ Μεταλήψει, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή», καταδεικνύοντας την ανάγκη αυτή και επιτιμώντας τους παρακούοντας.

Ως εκ τούτου, κατά τον ίδιο, η Θεία Λειτουργία επιτελείται προσλαμβάνοντας άκρως κοσμο-σωτηριολογικό χαρακτήρα, διότι απευθύνεται προς πάντας, ζώντες και τεθνεώτες και υπέρ του σύμπαντος κόσμου.

Εις δόξα και αίνον του μεγάλου Θεού και εις ανάμνηση του θανάτου και της αναστάσεως Αυτού, εις αγιασμό των ψυχών και των σωμάτων, εις άφεσιν αμαρτιών και εν τέλει εις ζωή αιώνιον.[12]

Η οντολογική σημασία του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, η οποί- α εκφράζεται με την λειτουργική μας πράξη, λόγων τε και έργων, ως κατάσταση σήμερα φαίνεται να πάσχει από μια βαθιά κρίση· όχι η λατρεία καθ’ εαυτή- διότι η ορθόδοξη λατρεία, στο βάθος της, παρέμενε αυτό που ήταν πάντα- αλλά ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε την λατρεία και ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος –κλήρος και λαός– την χρησιμοποιεί, έχει ομολογουμένως, αλλάξει βαθιά.
Μεταξύ του σκοπού της λατρείας και της κατανόησής της υπάρχει σή- μερα μια διαφορά, ένα χάσμα.

Το χάσμα, λοιπόν, αυτό μεταξύ του σκο- πού της λατρείας και της κατανόησής της, ενδιαφέρεται να επιλύσει ο Άγιος Νεκτάριος, δίδοντας ποιμαντικές κατευθύνσεις μέσα από το δικό του κανονικό πνεύμα και την εμπεριστατωμένη κανονική του σκέψη, την οποία αποτυπώνει στα τόσα σημαντικά και ωφέλιμα συγγράμματά του.

Ως άκρως αναγκαία προϋπόθεση για όλη την εκκλησιαστική κοινότη- τα, ο ίδιος θέτει την εμπιστοσύνη δια της πίστεως στα τελούμενα κατά τη Θεία Ευχαριστία.

«Πίστις ἀδιάκριτος καὶ ἀδίστακτος τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὑπερφυῶς εἰς τὸ σῶμα καὶ αἷμα τοῦ Κυρίου μεταβάλλεται.»[13]

Αρχικά, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός -εξ’ απόψεως κανονικής- ότι ο Άγιος Νεκτάριος χρησιμοποιεί τον όρο «Εκκλησία» και όχι άνθρωπος στην προϋπόθεση της πίστεως για την μετοχή των ανθρώπων στη Θεία Ευχαριστία.

Με τον τρόπο αυτό εκφράζεται ένα πνεύμα «οικονομίας», καθώς δεν αυτονομείται η ατομικότητα του ανθρώπου, καταλογιζόμενη η προσωπική ευθύνη, αλλά γίνεται αναφορά σε όλη την εκκλησιαστική κοινότητα ως μέλη, τα οποία αποτελούν τον όρο εκκλησία με κεφαλή το Χριστό· καταδεικνύοντας την άρρηκτο ενότητα των μελών, η οποία συνί- σταται και συνυπάρχει μέσα στο σώμα του Χριστού.

Η τέλεια αυτή ενότητα επιτυγχάνεται μέσα στην εκκλησία, καθώς η εκκλησία συγκροτείται στον κόσμο με τη Θεία Ευχαριστία· κάθε πιστός που μετέχει στη Θεία Ευχαριστία ενώνεται με το σώμα του Χριστού, στο οποίο ανήκουν και οι άλλοι πιστοί· όχι μόνο όσοι ζουν, αλλά και όσοι έζησαν στο παρελθόν ή θα ζήσουν στο μέλλον.[14]

Ο Άγιος Νεκτάριος διατρανώνει όχι μόνο την ενότητα των μελών της Εκκλησίας δια της πίστεως, αλλά την θέτει και ως βασική προϋπόθεση για την ύπαρξή της.

Η πίστη σημαίνεται και διακρίνεται μέσα από τον ίδιο τον άνθρωπο και το θεϊκό αυτού αισθητήριο της συνειδήσεως. Η συνείδηση, κατά τον ίδιο, διατρέχει την ψυχή και μάλιστα ως έμφυτο ιδίωμα, το οποίο κατευθύνει και πληροφορεί τον άνθρωπο, ταυτίζοντας τον με το θείο θέλημα. «Τὴν ἔμφυτη αὐτὴ δύναμη τὴν ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ, γιὰ νὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ γνωρίζει τὸ θεῖο θέλημα, ὧστε να ταυτίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.»[15]

Η ύψιστη ίσως κανονική σκέψη του αγίου, προ της Θείας Μεταλήψε- ως, έγκειται, στην γνώση και την αυτοσυνείδηση του ανθρώπου, η οποία ενσαρκώνεται ως ενσυναίσθηση μέσα στο ίδιο το Σώμα της Εκκλησίας, αποτελούμενο από τα μέλη της, έχοντας πάντοτε εσχατολογικό χαρακτήρα.

Αυτό επιβεβαιώνει ο ίδιος, μέσα από την παύλεια θεολογία, την οποία προκρίνει, επισφραγίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την κανονική άποψη και θέση του, περί της προϋποθέσεως μετοχής στην Θεία Ευχαριστία.

Ο απόστολος Παύλος αναφέρει σχετικώς, θέλοντας να υπερτονίσει την αξία αυτή: «Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέ- τω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.» [16] Έτσι ο άνθρωπος ό- ταν δεν προσέρχεται με την ανάλογη διάκριση και επίγνωση στο σώμα και το αίμα του Θεανθρώπου, δεν μπορεί να ενωθεί μαζί του.

Αποκωδικοποιώντας τα γραφόμενα του Αποστόλου Παύλου, ο άγιος Νεκτάριος εστιάζει και ερμηνεύει την ορολογία της δοκιμασίας και της διάκρισης, οι οποίες κατά τον ίδιο, η μεν δοκιμασία εκφράζει την εξέτα- ση της συνειδήσεως, η δε διάκριση στην συναίσθηση της θειότητας των μυστηρίων καθώς και την δική μας αναξιότητα.[17]

Ως εκ τούτου, η δοκιμασία και η διάκριση τίθεται ως η κανονική προ- ϋπόθεση για την μετοχή του ανθρώπου στην Θεία Ευχαριστία, καθώς οι ίδιες δημιουργούν την καθαρότητα και αξιότητα του για την μετοχή του σε αυτή.

Εν κατακλείδι λοιπόν, η κανονική σύσταση του Αγίου Νεκταρίου περί της προϋποθέσεως μετοχής του ανθρώπου στο ιερό μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας εσωκλείεται, όχι στην φαινομενολογία, όχι στην γνωσιολο- γία, αλλά στην οντολογική ύπαρξη του ανθρώπου και στην αγαθή προαί- ρεση της εφαρμογής του θελήματος του Θεού από τον ίδιο.

Τα όσα γνωστά και δεδομένα –τουλάχιστον για το εκκλησιαστικό σώ- μα- καταθέτουμε, μέσα από το βίωμα και την πορεία του Αγ. Νεκταρίου, δεν θέλουν να υποβαθμίσουν την σοβαρότητα της κατάστασης και τα όποια μέτρα πάρθηκαν αρμοδίως για την προάσπιση του υπέρτατου αγα- θού της ζωής που είναι η υγεία.

(Αν και κατά κοινή ομολογία, όχι μόνο από εκκλησιαστικούς παράγοντες, αλλά από έγκριτους υγειονομικούς, νομικούς και υπέρτατους δικαστικούς θεσμούς, οι οποίοι αποφάνθηκαν επί πλειάδα θεμάτων, επί πολλά έτη ανά την ελληνική επικράτεια, θεώ- ρησαν με επιχειρηματολογία που άπτεται τα πλαίσια της νομικής φύσεως, ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια ηπιότερη αντιμετώπιση περιορισμού και όχι απαγόρευσης στα πλαίσια της λατρείας και των λειτουργών)

Σε αυτό το θέμα όμως εν συνόλω η Διοικούσα Εκκλησία με τις κατά τόπους Συνόδους ως η καθ’ ύλην αρμόδιος, αποφάνθηκε επί του θέματος και συνήργησε με συγκατάβαση και υπευθυνότητα προς αυτή την κατεύθυνση.

Όταν όμως τα μέτρα προστασίας για την ανθρώπινη ζωή μεταβάλλονται και μετατρέπονται σε αντικείμενο εκμετάλλευσης για την στοχοποίηση της Θείας Κοινωνίας και της μετάδοσης λοιμικών νόσων από αυτή, με επιτακτικά κελεύσματα αλλαγής τρόπου για την από αιώνων καθιερωμένη πράξη μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας, αυτό συνιστά παρεκτροπή και υπέρβαση των οποιωνδήποτε ορίων.

Σκανδαλίζοντας και διχάζοντας τους ανθρώπους της πίστεως, οι οποίοι έχουν κάθε δικαίωμα, με χαρά και άνεση να βιώνουν την πίστη τους ανόθευτη· χωρίς να αισθάνονται ενοχές και φοβίες, όχι για τη μετοχή τους στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, αλλά από την αντιμετώπισή τους από πρόσωπα και ιδεολογίες που φτάνουν τα όρια του ρατσισμού και του «bullying», οδηγώντας τους σε θεωρίες και συμπεράσματα που κανείς μας δεν θέλει να σκέφτεται εξ’ αναγκασμού όμως το πράττει.

Σαφέστατα κάθε αντίθετη και διαφορετική άποψη, ιδέα και σκέψη, ανθρωπίνως είναι σεβαστή, αλλά όχι αποδεκτή, όταν στα πλαίσια της προβολής, για την προάσπιση και διασφάλιση της ανθρώπινης ζωής, προσβάλλεται, θίγεται και υποβιβάζεται το πρόσωπο κάθε πιστού, πλήτ- τοντας εν τέλει την ίδια την ζωή και τις επιλογές της πίστεώς του.

Η Εκκλησία είναι αυτή που τελικώς, όπου και όταν επιβάλλεται, πρέπει να έχει την αποφασιστικότητα για την αντιμετώπιση τέτοιων κανονικο-εκκλησιολογικών ζητημάτων, ως αρμόδια αρχή.

Είναι εκείνη που τολμά όταν χρειαστεί να θέσει «τόν δάκτυλόν ἐπὶ τόν τύπον τῶν ἥλων».

Άλλωστε ο σοφός, άοκνος και κατά πάντα συνετός Ηγούμενος ολάκερης της Ορθοδοξίας, Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ.Βαρθολομαίος, στου οποίου το πρόσωπο ενσαρκώνεται και κατευθύνεται όλη η ζώσα Εκκλησία, αποφάνθηκε για την δοκιμασία που διέρχεται όλη η ανθρωπότητα λέγοντας: «Αυτό που κινδυνεύει δεν είναι η πίστη αλλά οι πιστοί, δεν είναι ο Χριστός αλλά οι Χριστιανοί μας, δεν είναι ο Θεάνθρωπος αλλά εμείς οι άνθρωποι. Η πίστη μας είναι βαθιά θεμελιωμένη στις ρίζες του πολιτισμού μας. Η πίστη μας είναι ζωντανή και καμία έκτακτη κατάσταση δεν μπορεί να την περιορίσει».

Με αυτό τον λόγο και την προτροπή του Πατριάρχου του γένους, ας συνεχίσουμε να πορευόμαστε με πίστη αδιάκριτο και αδίστακτο -κατά τον Αγ. Νεκτάριο- μέσα στο Σώμα και την ζωή της Εκκλησίας.

Χωρίς φανατισμούς, αφορισμούς και πράξεις εντυπωσιασμού, απ’ όλες τις πλευρές και απ’ όλα τα πρόσωπα, αλλά με σεβασμό στην υγεία, στον ανθρώπινο παράγοντα, στις επιλογές της πίστεώς του, στον τρόπο και τον χώρο όπου την βιώνει.

Δεν θα αλλάξει τίποτα αν αλλάξουν πολλά.

[1] Γεωργίου Φλορόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, εκδ.Πουρναρά, Β’ Εκδοση, Θεσσαλονίκη 2003, σελ.43
[2] Ό.π. σελ.43
[3] Εφ. 6,17
[4] Ματ. 26, 28
[5] Πραξ. 1,8
[6] Ιω. 6, 55-56
[7] Ιω. 6, 60
[8] Μαρκ. 14, 22-24: «Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν
αὐτοῖς καὶ εἶπε· Λάβετε φάγετε τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου. καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς, καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον.»
[9] Αγίου Νεκταρίου, Περί θείων μυστηρίων, μέρος Δ’, εκδ. ο Άγιος Νικόδημος, Αθήναι, σελ. 40
[10] Αθανασίου Δηληκωστόπουλου, Η πίστη των ορθοδόξων, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1999,
σελ.177
[11] Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σ’ αυτόν, Δ’ έκδοση, εκδ. Άθως Αθήνα 2012, σελ. 186
[12] Αγίου Νεκταρίου , Περί θείων μυστηρίων, μέρος Δ’, εκδ. Ο Άγιος Νεκτάριος, Αθήνα, σελ. 40
[13] Ό.π., σελ.41
[14] Γεωργίου Μαντζαρίδη, Η εμπειρική Θεολογία στην οικολογία και την πολιτική, εκδ. Πουρναρά,
Θεσσαλονίκη 1994, σελ.53
[15] Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σ’ αυτόν, Δ’ έκδοση, εκδ. Άθως, Αθήνα 2012, σελ.213
[16] Κορινθ. Α’, 11, 28-29
[17] Αγίου Νεκταρίου, Περί επιμελείας ψυχής, Β’ έκδοση, εκδ. Άθως, Αθήνα 2014, σελ. 154

Εμφανίσεις: 301690
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: