Γράφτηκε από τον/την Ι.Μ. Γουμενίσσης. 18/05 22:04

goumenisis 2

«Ὁ Θεός,
πού ἔπλασε τόν ἄνθρωπο,
χωρίς τόν ἄνθρωπο ἀδυνατεῖ νά σώσει τόν ἄνθρωπο».

Γιατί οἱ Πατέρες μας στέκονταν σ᾽ αὐτήν τήν φαινομενικῶς ἀρνητική ἐνσημείωση περί τοῦ γεγονότος τῆς σωτηρίας;

Γιά νά φωνάξουν τήν ἐθελούσια ἐμβίωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, σέ τόσους τόνους, ὅσοι καί ἡ διαβάθμιση τῆς θεοφιλίας τοῦ κόσμου: ἀπό τήν ἔσχατη ἀρνητική ἀποβίωση μέχρι τήν ἀτέλειωτη πραγματική ἐμβίωση τῆς σωτηρίας.

Δέν μᾶς ἀναγκάζει νά Τόν ἀγαποῦμε καί νά Τόν ἐπιποθοῦμε. Δέν θέλει νά μᾶς προσφέρεται σάν ἕνα “λιγοστό θρησκειακό διάλειμμα τοῦ βίου”, ἀλλά ὡς ἡ Ζωή τῆς ζωῆς μας, ὁ Βίος τοῦ βίου μας, ἡ Χαρά τῆς χαρᾶς μας, ἡ Ἐλπίδα τῶν ἐλπίδων μας, ὁ Παρών τοῦ παρόντος μας, ὁ Μέλλων τοῦ μέλλοντός μας, τό Νόημα τοῦ νοήματός μας, τό Ἐννόημα τῆς καρδιᾶς μας.

Πάνω σ᾽ αὐτό δοκιμαζόμεθα πάνω στή σκληρή ὄψη τῶν ἐπιφαινομένων τοῦ παρόντος βίου καί τῶν ἀναρίθμητων ἱστορικῶν του ἐκδοχῶν.

Ἐλάχιστες ἱστορικές ἐκδοχές ἐμβαπτίζονται στήν ἀνοικτή ἐσχατολογία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ οἱ πιό πολλές ἐκδοχές τῆς πανανθρώπινης ἱστορίας προτιμοῦν τίς ἠλεκτρονικές, τίς ἐπιστημονικές, τίς ἰδεολογικές, τίς πρακτικές, τίς ἐφάμαρτες ψευδαισθήσεις περί τήν χαρά τῆς ζωῆς δίχως τό Χριστό, κι ἄς διαπερνᾶ Ἐκεῖνος τήν ὕπαρξη κάθε ὑπαρκτοῦ μέ τήν προνοητική Του φροντίδα, ἐκτός ἀπό τήν αὐτεξουσιότητα ἑκάστου.

Ὁ ἄνθρωπος, κι ἄς ζεῖ σέ χρόνια ἁλματώδους προόδου, πάσχει ὁλοέν καί περισσότερο ἀπό τή μυωπία περί τά ἔσχατα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καθώς πάσχει ὅλο καί περισσότερο ἀπό τήν πρεσβυωπία καρδιακῆς ἀναφορᾶς καί πίστης καί κοινωνίας τοῦ ζῶντος Θεοῦ.

Στήν τωρινή ἐπικαιρότητα, λόγῳ κορωνοϊοῦ πρέπει νά ἀποφεύγουμε τό συνωστισμό. Ἄν δέν διαφημιζόταν διαρκῶς καί κατά κόρον ἡ κοινή ἐπιβιωματική ἀπειλή, ἄν δέν ἐπαπειλοῦνταν τά πρόστιμα, ἴσως καί νά μήν ὑπολογίζαμε τήν κύρια παράμετρο τῆς ἀνθρωπιᾶς, ὡς κίνητρο αὐτοπεριορισμοῦ, ὡς κίνητρο διαφυλάξεως τῶν συνανθρώπων μας ἀπό κάθε ἐνδεχόμενη δική μας συνέργεια ἐπαπειλῆς.

Ἄλλωστε τό ἀποδείξαμε μέ τόσους συνωστισμούς στά καταστήματα μαζικῆς διατροφικῆς ἐξυπηρέτησης.

Ἡ ἐπιβιωματικότητα εἶναι ἀσφαλῶς ἕνα “ἀτομικό φυσικό κίνητρο” ἀπό τότε πού νιώθουμε τόν ἑαυτό μας στή γαστέρα τῆς μητέρας μας καί μᾶς συνοδεύει διά βίου (ἐπειδή βεβαίως εἴχαμε τό εὐτύχημα νά μᾶς κρατήσει κυοφορούμενους καί νά μήν μᾶς ἀποκλείσει ἀπό τήν ἐπίγεια συνεπιβίωση…).

Ἡ ἐπιβιωματικότητα!

Μέχρις ἐκεῖ ἐξαντλοῦμε τήν ὑπαρκτική αἴσθηση καί συναίσθηση τῆς βιωματικῆς πορείας μας.

Ὡστόσο ὡς ἀνθρωπότητα ζοῦμε μιά συλλογική ταλαιπωρία, πολύ τραγικότερη καί ἀπειλητικότερη ἀπό τό νέο “πανδημικό” κορωναϊό—covid 19. Λόγῳ τῆς παγκόσμιας συλλογικῆς εἰδωλικῆς διαφθορᾶς (πού διαφημίζεται καί τήν εἰσπράττουμε διαρκῶς), δέν ἀποφεύγουμε τελικά τόν προθανάτιο συνωστισμό τῆς ἐθελοδουλείας στίς χίλιες δυό ἐκδοχές τῆς αὐτεξούσιας ἀπόρριψης τοῦ Θεοῦ ἀπό τή ζωή μας, ἀπό τίς συνήθειές μας, ἀπό τίς ἐνασχολήσεις μας, ἀπό τίς σκέψεις μας, ἀπό τό καθολικά εὐτελισμένο “ἀτομο-εἶναί” μας.

Δυό χιλιάδες χρόνια μετά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, ἀγνοοῦμε ὡς κόσμος ἤ ἀδιαφοροῦμε ἤ καί εὐτελίζουμε “τήν ἐπιστήμονα (μετά σοφίας) πρακτική” τοῦ κοινωνικοῦ σώματος τῶν πραγματικά ἰαθέντων, τῶν ἀληθῶς ὑγιῶν: τήν προσευχή, τήν συμπερίληψη τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, τήν κραυγή τῆς καρδιᾶς γιά ὅλους (οὐκ ἐπαύσατο μετά φωνῆς δεόμενος), τήν ἀναδοχή τοῦ πταίσματος τοῦ ὅλου Ἀδάμ καί τή συνάντησή μας μέ Ἐκεῖνον πού “ὅλον τόν Ἀδάμ ἐφόρεσε” καί “τήν ἀμαυρωθεῖσαν φύσιν ἐκαθάρισε”.

Ἕνας ἐνθέως πολύσοφος ἄνθρωπος ἐπί γῆς, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (πού εἶχε καί μετέδιδε καί μεταδίδει ἀπό τήν ἀληθινή ἐμπειρία τοῦ ζῶντος Θεοῦ), κοντά στά πολλά πού θεολόγησε καί ὑμνογράφησε, ἔγραψε καί τήν ἀκόλουθη ποιηματική ἐπιστολή πρός τόν ἴδιο τό Χριστό:

«Ὁ Σταυρός σου, Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου·
καί ἐπ᾽ αὐτῷ πεποιθότες σέ τόν Ἀναστάντα Θεόν ἡμῶν ὑμνοῦμεν, ἐλέησον ἡμᾶς».

***

Περάσαμε τό Πάσχα, πρίν ἀκόμη ἐλεηθοῦμε νά τό γιορτάσουμε κάπως στήν ἀπόληξή του, καί μάλιστα περιοριστικά. Κι ὅμως ἀκόμη ζοῦμε ἑτεροχρονισμένα τή Σαρακοστή ὡς ἐκκλησιαστικό σῶμα!

Ἴσως μᾶς παρέχεται ἡ εὐκαιρία τῆς ἐμπράγματης μαθητείας στήν ἀναγκαιότητα τῆς παραδοσιακῆς Σαρακοστῆς πρίν τό Πάσχα, πού τά ἀποδυθήκαμε στίς δεκαετίες τῶν πλαστῶν ἀνέσεων τῆς πλαστικῆς ἐποχῆς μας.

Τώρα, μέ τήν ἀποστέρηση τοῦ Πάσχα, ζοῦμε τή διάρκεια μιᾶς παρατεινόμενης Σαρακοστῆς: τόν καιρό (εὐκαιρία) τῆς ἄσκησης, τῆς ἐγκράτειας, τῆς ἑκούσιας ἀπόθλιψης, τῆς ἑτοιμότητας, τῆς μεταγνωμοσύνης καί μετάνοιας, τῆς καρδιακῆς συμφιλίωσης μέ τό διπλανό μας αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τῆς συμπόνιας γιά τό συλλογικό ἄνθρωπο, τῆς αἰσιόδοξης καταφυγῆς στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τῆς τέλειας-ἀπελπισμένης ἀπόδυσης ἀπό ὅλα τά εἰδωλοποιημένα ἐρείσματα αὐτάρκειας.

Ζοῦμε μιά τέλεια ἀποκέντρωση καί ἀποσύνδεση ἀπό τήν ἰσοπεδωτική “σαρκοποίηση” τοῦ εἶναι, ἀπό τήν ἰσοπεδωτική κοσμικοποίηση τῆς ὕπαρξης, ἀπό τό ψεύτισμα τοῦ Ἀδάμ, ἀπό αὐτήν τή βιαστική καθημερινή διαρπαγή μιᾶς φαντασιακῆς τελειότητας χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα.

Καί μᾶς πρόφθασε ὁ παρατεινόμενος συλλογικός ἐκπειρασμός τῆς καθολικῆς ἀμεσότητας, τῆς συλλογικῆς ἀμεσότητας, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑορταστικῆς συσσωμάτωσης: ζούσαμε παρατεινόμενο τόν (μέχρι πρότινος ἀσυνειδητοποίητο) ἀτομικό μας θρησκειακό ἀποκλεισμό σέ μιά ἐξατομικευμένη-Ἀδαμική προσέγγιση τοῦ Θεοῦ δίχως τήν κοινωνική ὁδό τοῦ Θεοῦ, δίχως τήν ἐκκλησιαστική ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, δίχως τή μεταλαμβανόμενη ζωή τοῦ Θεοῦ.

Μέχρι τώρα, τόσο ἐμεῖς, ὅσο καί τά ἄμοιρα τά παιδιά μας μάθαιναν νά ζοῦν μιά θρησκευτικότητα πού “συγχωρεῖται” (χωράει) μέσα στό “Χριστός Ἀνέστη” καί ὅμως τόσο γρήγορα ἐκπίπτει στή λησμοσύνη τῆς Ἀναστάσεως καί στίς καθημερινές ἐφάμαρτες προτιμήσεις.

Μιά τέτοια ψευτοθρησκευόμενη παράδοση τί ἄλλο σήμαινε γιά ὅλους ἐμᾶς τούς σημερινούς Ὀρθοδόξους Ρωμιούς; Σήμαινε ὅτι ἀκόμη προσφοιτούσαμε μέν στό Πανεπιστήμιο τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλά μέ μιά σταθερή ΠΡΟ-νηπιακή δεκτικότητα (καί λίγο εἶναι αὐτό πού λέμε).

Καί ἐπέτρεψε ἡ παιδαγωγική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νά ἀποστερηθοῦμε τή θέα τοῦ οὐρανοῦ, τή θέα τοῦ βασιλέως τῶν οὐρανῶν, τή θέα τῆς ἐσχατολογίας, τή θέα τοῦ Πάσχα, τή θέα τῶν φωταγωγημένων Ἐκκλησιῶν μας, τή θεία κοινωνία τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, τό “ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν” καί τό λειτουργημένο ἀντίδωρο, τό προσκύνημα-ἕνωση μέ τά ἅγια εἰκονίσματά μας καί μέ τά χέρια πού ἀγγίζουν τόν Εὐχαριστιακό Ἀμνό…

Ὅλα αὐτά τά στερηθήκαμε, γιά νά τά ἐπιποθήσουμε, γιά νά μετανοήσουμε, γιά νά κλάψουμε τήν ἀποστέρηση τοῦ λειτουργημένου “Πιστεύω” μας, τῆς ἀνω-καρδιακῆς θεωρίας τοῦ Κυρίου μας, τῆς εὐχαριστιακῆς ἀναφορᾶς μας, τῆς θείας κοινωνίας μας. Ὅ,τι στερεῖται κανείς τό ἐπιποθεῖ περισσότερο.

Κι ὅ,τι οὐσιῶδες δέν καταλαβαίνει πώς τό ἀποστερεῖται μέ τίς ψευδαισθήσεις του, μόνο ἄν τό στερηθεῖ πρός ὥραν, τότε ἀρχίζει νά νιώθει καί νά καταλαβαίνει ὅτι δέν τό ζοῦσε, δέν τό ἐπιποθοῦσε ὡς τό ἅπαν τῆς ζωῆς του, ὁπότε λαχταρᾶ νά τό ζήσει στήν πληρότητά του.

Αὐτό πού μᾶς δόθηκε σάν παράδοση ζωῆς κι ἐμεῖς τό ἀπορρίψαμε, προτιμώντας τόν ὕπνο μιᾶς ἀπολαυστικῆς συλλογικῆς μαζοποίησης, αὐτό ἐπιτέλους σήμερα τό παίρνουμε ἀπόφαση καί τό ξαναντυνόμαστε.

Μέσα στίς διαμαρτυρίες μας, μέσα στή συλλογική μας ἀγανάκτηση γιά τούς περιορισμούς, μέσα στήν ἀπόγνωσή μας, ἀκόμη καί μέσα στήν ὑποχρεωτική μας εὐαισθησία γιά συλλογική ἀνθρωπιά, ξαναντυνόμαστε τό νέο ἄνθρωπο, τόν ἀφυπνισμένο, τόν ἐθελοταπεινωμένο, τόν φιλάνθρωπο καί φιλόθεο, τόν ἐγχριστωμένο καί ἐκκλησιοποιημένο.

***

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ εἶναι καί γεγονός καί μυστήριο, εἶναι καί ἀνθρώπινη καί Θεανθρώπινη-Ἁγιοπνευματική.

Πορεύεται καί ἀθλεῖται ὡς πολυμελέστατο σῶμα ἐπί γῆς, καί συνάμα ἔχει μιάν καρδιακή χωρητικότητα πλατυνόμενη Ἁγιοπνευματικά. Ἡ Ἐκκλησία ὡς συλλογικό σῶμα πιστῶν χωράει τόν Βασιλέα τῆς δόξης, εἶναι ἡ βασιλεία Του καί περιχωρεῖται στήν ἄκτιστη βασιλεία τῆς μεθέξεως τῆς αὐτοζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Αὐτό τό μυστήριο-γεγονός ἤ ἡ ἐνιστορικότητα-αἰωνιότητα μετέχεται ἀπό τό φιλότιμο τῆς ἐνάσκησης τῆς μετάνοιας, τῆς πύρινης ὁρμῆς μας πρός τό Θεό (ὅπως θά δίδασκαν ὅλοι οἱ θεόπτες τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης). Μετέχεται ὅμως κυριολεκτικά μέσα στή θεία λειτουργία.

Καί ἰδού, ἀποστερηθήκαμε ἐπ᾽ ὀλίγον ὡσάν κατηχούμενοι τήν ἄμεση αἰσθητή μας συμμετοχή καί συλλειτουργία στό λειτουργικό γεγονός (θεία λειτουργία) καί στό ἀποκορύφωμα τῆς συλλειτουργίας μας (θεία κοινωνία). Στεκόμασταν ὡσάν “προσκλαίοντες” ὄχι στόν προθάλαμο τῶν ἐκκλησιῶν μας, ἀλλά ὡσάν ξενοδοχούμενοι στά σπίτια μας, μακριά ἀπό τό σπιτικό μας πού εἶναι ὁ ναός.

Καί προσμέναμε, ὥσπου νά ἐπιμείνουμε μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς καθολικῆς λειτουργημένης προσευχῆς στήν καρδιακή ὁμοφωνία τοῦ “Πιστεύω” καί τοῦ “Πάτερ ἡμῶν”, στήν καρδιακή ὑμνολογία τοῦ “Εἶς ἅγιος, εἶς κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν”.

Λαχταρούσαμε πότε θά συνδοξολογήσουμε τόν Θεό ὡς Πατέρα μας μέ τό ἅγιο ἐκκλησιαστικό δικαίωμα τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος πού μᾶς χάρισε ὁ Σωτήρας μας καί ὁ ἄλλος Παράκλητός μας. Πότε ἐπιτέλους μέ πόνο ψυχῆς ὑπέρ ἀλλήλων θά καταφεύγαμε ἀμεσότερα (λειτουργικά-συμμετοχικά) στόν ἄλλο Παράκλητο.

Καί Τόν ἐκλιπαρούσαμε νά μᾶς ἀφυπνίσει ἀπό τόν κοσμικό λήθαργο τῆς ἐγκόσμιας ἐξασφάλισης
καί ἀσήμαντης εὐτυχίας πού μᾶς εἶχε σχεδόν καταπιεῖ ὅλους.

Θά Τόν ἐκλιπαροῦμε νά μᾶς ἀφαρπάσει ἀπό τή θρησκειοποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρείας, ἀπό τήν παρερμηνεία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας ὡς μιᾶς συναισθηματικῆς ἱερῆς τελετουργίας σέ ὅλες της τίς ἐκφάνσεις (βάπτισμα, γάμος, λειτουργία, κοινωνία, κηδεία, πανηγύρια).

Θά Τόν ἱκετεύουμε νά μᾶς γλιτώσει ἀπό τήν “ἰδιωτικοποίηση” τῆς κοινῆς λατρείας, τοῦ ἐκκλησιασμοῦ, τῆς θείας μεταλήψεως. Εἴμαστε “σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους” γιά δυό χιλιάδες χρόνια. Καί φθάσαμε νά ὑστερούμεθα τήν ἐκκλησιαστική μας ὑπαρκτικότητα ὡς “ἀτομικό λατρειακό δικαίωμα”, ὡσάν νά εἴμεθα “μοναδιαῖοι ἄνθρωποι”.

***

Χαιρόμαστε τούς εὐθαρσεῖς ἐπιστήμονες πού διαχωρίζουν καί ἐλλόγως καί μετά πίστεως τά ὅρια ἐπιστήμης-ἐπιστητοῦ καί ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, καθώς καί νέους καλλιτέχνες, ὅπως καί ἄλλα δημόσια πρόσωπα πού τολμοῦν εὐθαρσῶς νά ὁμολογοῦν τήν πίστη τους εἰς Χριστόν ἐσταυρωμένον, ἀναστημένον ἐκ νεκρῶν, κατά τόν Παύλειο λόγο: «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται… κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν» (Α’ Κορ. ιε’, 14).

Λυπούμεθα γιά τίς ἐμμονές ὅσων ἀναιδῶς ἐπιμένουν νά καθυβρίζουν τόν πυρήνα αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου, μέ μιάν ἀναίδεια πού, ἄν ζοῦσαν σήμερα οἱ Καποδίστριες καί οἱ Μακρυγιάννηδες τοῦ Συντάγματος καί οἱ Κολοκοτρώνηδες καί οἱ Ἀθανάσιοι Διάκοι καί οἱ Φιλοθέες καί οἱ Παυλομελάδες καί οἱ Χρυσόστομοι καί οἱ Δαβάκηδες καί οἱ ...., θά κατέπτυαν αὐτόν τό μεθοδικό διαβρωτισμό κατά τῆς πατρίδας μας.

ΕΧΟΥΜΕ ἕνα μοναδικό δῶρο.

Πιστεύουμε ἐπί Θεῷ ζῶντι ὅς ἐστι σωτήρ πάντων ἀνθρώπων, μᾶλλον δέ πιστῶν (βλ. βίο τοῦ νεότατου ἁγίου Δασκαλογιάννη τοῦ Κρητός, ἄν δέν ἀρκεῖσαι στήν Καινή Διαθήκη).
Πιστεύουμε ἐπί Θεῷ ζῶντι ὅς ἀφῆκε ἡμῖν “σπέρμα σωτηρίας” τούς ἀφανεῖς δικαίους καί ἁγίους τῶν χρόνων μας.

Πιστεύουμε ἐπί Θεῷ ζῶντι ὅς κυβερνᾶ τήν ἱστορία, δηλαδή διακρατεῖ τήν ἱστορική μας πορεία μέσα στήν ἄχραντη πρόνοιά Του, διότι ἄλλως θά εἶχαν ἐκμηδενιστεῖ τά σύμπαντα.

Πιστεύουμε ἐπί Θεῷ ζῶντι ὁ ὁποῖος δύναται μέσα στήν ἀπερινόητη φιλανθρωπία Του νά μᾶς διατηρεῖ μέσα στήν κοινωνία τοῦ λατρευτικοῦ θεομετοχικοῦ μυστηρίου πού ἀενάως ἐπιτελεῖται ἀπό τούς ἁγίους καί τούς ἀγγέλους.

Πιστεύουμε ἐπί Θεῷ ζῶντι ὁ ὁποῖος μᾶς προσδέχεται κοινωνούς τοῦ λειτουργικοῦ γεγονότος, ὄχι γιά τόν ἱεροτελεστικό ἤ ἱεροψαλτικό ἤ ἀκροαματικό-θεαματικό συμμετοχισμό μας, ἀλλά γιά τήν ταυτότητά μας πρός τό ἕνα καί μοναδικό λειτουργικό μυστήριο πού εὐδοκεῖ-προσδέχεται νά ἐπιτελεῖται καί ἐνεργεῖ-προσφέρεται νά ἐπιτελεῖται καί συνεργεῖ-τελεταρχεῖ νά ἐπιτελεῖται ἀπό τήν Ἐκκλησία.

Ὅσο ταυτισμένοι εἴμαστε μέ τήν προσφερόμενη ἀνά τήν οἰκουμένη λειτουργία πού διακονοῦμε κατά τόπους οἱ Ποιμενάρχες καί οἱ περί ἡμᾶς λειτουργοί, τόσο τελειότερα ζοῦμε καί διατηροῦμε καί χαιρόμαστε τό Αὐτοδῶρο-Χριστός τοῦ Δέκτου-ἀντιδοτῆρος-Πατρός διά τοῦ Δωροφόρου-Πνεύματος τῆς ἑνιαίας λειτουργίας.

Βεβαίως καί σέ κάθε τόπο ὀρθοδόξως (πρέπει νά) προσφέρεται ἀπό τό (κατά τόπους καί χρόνους) μέρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἡ λειτουργία τῆς Καινῆς Διαθήκης.

Τό ὑπέρ πᾶν θεῖο (θεανθρωπικό) λειτουργικό νόημα μᾶς τό θεολόγησαν μέχρι τίς μέρες οἱ ἄρτι ἁγιοκαταταχθέντες θεοφόροι Ἁγιορεῖτες Ὅσιοι Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης, Ἐφραίμ καί Δανιήλ οἱ Κατουνακιῶτες καί Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης.

Στό ἡσυχαστικό βιωματικό τους ἄθλημα τούς δόθηκε νά “ἐννοήσουν” καί νά “ζήσουν” πῶς καί πόσο ταυτοποιεῖται ἡ τελουμένη λειτουργία πρός τό χριστοφόρο γεγονός τῆς Ἐκκλησίας.

Ταυτισμένοι λοιπόν μέ τόν κατά τόπους Ἐπίσκοπο, μέσα στήν τελούμενη προσφορά τῆς θείας λειτουργίας ὑπέρ πάντων τῶν κληρικῶν καί μοναχῶν καί λαϊκῶν καί προσηλύτων (καί τοῦ καθολικοῦ σώματος), μετέχουμε στό ἕνα καί σωτηριῶδες γιά μᾶς μυστήριο τῆς συγκαταβάσεως τοῦ Θεοῦ στήν ἀσυγκατάβατη ἐποχή μας, στήν ἀσυγκατάβατη ἀλαζονεία μας, στήν ἀσυγκατάβατη αὐταρέσκειά μας, στήν ἀσυγκατάβατη αὐτάρκειά μας, στήν ἀσυγκατάβατη θρησκευτική μας ἰδεοληψία… γιά νά τήν ἐκκαθάρει ἀπό τούς ἀναρίθμητους ἰούς τῆς φθορᾶς μας καί νά τήν προσδεχθεῖ στήν ἀναγκαστική της ἔσχατη πτωχεία-ταπείνωση-ἐξουθένωση.

Καί μόνη αὐτή ἡ συλλογική (τελικά ἑνιαία) κραυγή ὁμολογίας εἶναι ἕνα δῶρο ἀνέλπιστο στήν παράφορα ἀπέλπιδα ἐποχή μας.

† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εμφανίσεις: 215747
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: