Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 06/05 13:55

pasxa

Πολλοί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μέ πῆραν στό τηλέφωνο καί ζήτησαν τή γνώμη μου, σχετικά μέ ἀρνητικές ἀπόψεις πού κυκλοφοροῦν καί δημοσιεύονται καί στό Διαδίκτυο, ἀπό κληρικούς καί λαϊκούς, ἐξ αἰτίας τοῦ δύσκολου λατρευτικοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας καί τοῦ Πάσχα, αὐτή τή χρονιά, λόγω τῶν μέτρων πού ἀποφάσισε ἡ πολιτεία, γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς πανδημίας τοῦ θανατηφόρου κορωνοϊοῦ, τά ὁποῖα δέχτηκε, ἀναγκαστικά καί βαρύθυμα, «ὡς μή ὤφειλε», ἡ ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας καί τά ἐπέβαλε σέ ὅλες τίς Μητροπόλεις, ὥστε νά ἐφαρμοστοῦν σέ ὅλους τούς ἱερούς Ναούς ἀπό τούς Ἱερεῖς.

Μάλιστα, μέ παρακάλεσαν νά δῶ μαγνητοσκοπημένες ὁμιλίες καί δηλώσεις κληρικῶν καί νά διαβάσω, ἀπό ἕναν ἱστότοπο στό Διαδίκτυο, ἕνα μακροσκελές ἄρθρο, σχετικό μέ τό θέμα.
Θά παρουσιάσω τήν ἀπάντησή μου, πού ἦταν σύντομη, μέ περισσότερα λόγια καί τεκμηριωμένα.

1. Ὁ «κατ’ ἐπίγνωσιν καί οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλος»

Ἡ οὐσία τῶν διάφορων ἀρνητικῶν ἀπόψεων ἔχει σχέση μέ τήν ἀπαγόρευση τῆς λατρείας καί τήν παράβαση τοῦ ἑορταστικοῦ τυπικοῦ τῶν ἁγίων ἡμερῶν, πού στερεῖ τή συμμετοχή τῶν πιστῶν σ’ αὐτές καί τόν ἁγιασμό τους.

Ὁ λόγος πού προβάλλεται εἶναι ἡ ἀποφυγή μετάδοσης τοῦ ἰοῦ σέ ἄλλους, λόγῳ συνωστισμοῦ. Δηλαδή, εἶναι λόγος πού ἔχει σάν βάση τήν ἀγάπη, χωρίς ὅρια, πού δίδαξε καί ἔδειξε ὁ Χριστός.

Ὁ Χριστός ἀποδοκίμασε τήν τυπολατρία καί δίδαξε τήν ἀληθινή λατρεία, πού ἔχει θεμέλιο τή θυσιαστική ἀγάπη (Λουκ.13, 10-14. Ματθ. 9,13˙ 12,2).

Φωνές, πού ἀγνοοῦν αὐτόν τόν ἀσφαλῆ, ὑπέρτατο, λατρευτικό κανόνα καί ἐπικαλοῦνται καί παραθέτουν σωρεία λόγων, μέ λογική τοῦ μυθικοῦ ληστῆ Προκρούστη, εἶναι φωνές, πού δηλώνουν νοοτροπία ὑπέρτατου, ἀπόλυτου προφέσορα, κριτή τῶν πάντων, χωρίς ταπείνωση καί πνεῦμα Θεοῦ.

Ὅταν, μάλιστα, οἱ φωνές αὐτές συνοδεύονται μέ ὕβρεις καί ἀνοίκειους χαρακτηρισμούς, ἀποκαλύπτουν τό χαρακτήρα ὅσων φωνάζουν, δείχνουν ἀσέβεια, πού κατακρίνεται ἀπό τό λόγο τοῦ Θεοῦ: «Ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς» (Ἐξ. 22,27). Καί αὐτοί οἱ ἄρχοντες εἶναι ἡ θρησκευτική καί πολιτική ἡγεσία τοῦ τόπου. «Αἰδώς Ἀργεῖοι».

Οἱ ἀκραῑες φωνές, οἱ ὕβρεις καί οἱ ἀνοίκειοι, ἀνάρμοστοι καί ἀπρεπεῖς χαρακτηρισμοί δείχνουν καθαρά «ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν», χωρίς ἀκριβή καί ἐνσυνείδητη γνώση καί κατανόηση, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι (Ρωμ. 10,2). Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, σχετικά, διδάσκει τά ἑξῆς:

Ὁ πιστός ἐκφράζει «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλον» ὅταν στή συμπεριφορά του ὑπάρχει «φθόνος, θυμός ἐπίμονος καί ἐμπαθής ἀντίστασις πρός τό ἀληθές πνεῦμα τοῦ θείου Νόμου, παράλογος ζέσις πρός ὑπεράσπισιν ἰδιοτύπων δογμάτων καί ἀξιωμάτων, ὑποστήριξις παράφορος ἐπουσιωδῶν θρησκευτικῶν ὑποθέσεων καί διάθεσις φιλοτάραχος καί φιλόνεικος ἐν πᾶσι τοῖς θρησκευτικοῖς ζητήμασιν.

Ὁ «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» ζηλωτής «…διδάσκει πάντοτε τά ἑαυτοῦ δόγματα ἐν παραφορᾷ (μέ ἀκραία, ἄπρεπη συμπεριφορά) καί βίᾳ καί θρασύτητι» καί, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ -ὅπως οἱ Φαρισαῖοι- παραβαίνει τό θεῖον θέλημα, τό ὁποῖον συμπυκνώνεται στήν ἄσκηση τῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης.

Ὁ φανατισμός καί ἡ μισαλλοδοξία δέν ἐκφράζουν τόν «κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλον», ἀλλά τόν δείχνουν «ἀγάπη θερμή πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον, πραότης, ἀνεξικακία, ἀνεξιθρησκία, εὐεργεσία καί εὐγένεια τρόπου» (Ποιμαντική, ἐκδ.Β. Ρηγοπούλου, Θεσ)νίκη 1974, σελ.109)

Ἐκφέρουμε τή γνώμη μας μέ σεμνότητα, εἰρήνη καί μέτρο (Ἰακ. 1,19-20). Ὄχι, ὡς κήνσορες καί ξερόλες, ἀλλά μέ ταπείνωση καί ἀγάπη, ὅπως συμβουλεύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω» (Α’Κορ.16,14).

Ὁ μέγας Βασίλειος σχετικά διδάσκει: «Εὐπροσήγορον ἐν ταῖς ἐντεύξεσιν εἶναι, γλυκύν ἐν ταῖς ὁμιλίαις. Πανταχοῦ τό τραχύ, ἀπωθούμενον, κἄν προτιμῆσαι δέῃ… Τόνος δέ φωνῆς, ὁ μέσος προτιμητέος… Πανταχοῦ τό εὐσταθές καί πρᾷον».

Εἶναι καιρός γιά φωνές ἑνότητας καί ὁμόνοιας, στό πνεῦμα τῆς ἐντολῆς τῆς Ἀγάπης, καί ὄχι γιά φωνές διχασμοῦ καί ἀντιπαλότητας, πού ὁδηγοῦν σέ ἀντιπαραθέσεις καί σχίσματα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Κάτι πού δέν εἶναι Χριστιανικό, δέν ἔχει φωτισμό Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶναι σαφής: «Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τό αὐτό λέγητε πάντες, καί μή ᾗ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δέ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ καί ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ» (Α’Κορ.1,10).

Ὁ ὑπέρτατος νόμος τῆς ἀγάπης ἐτέθη ὡς ἀσφαλές κριτήριο καί ὁδηγός, καί πῆρε ἡ Ἐκκλησιαστική ἡγεσία τήν ἀπόφαση, μέ μεγάλη περίσκεψη, νά υἱοθετήσει τά ἀκραῖα μέτρα, σχετικά μέ τή λατρεία τῶν ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, πού ἡ πολιτική ἡγεσία ἀποφάσισε, χωρίς ἀπόλυτη ταύτιση. Ὑπακούομε στήν ἀποφαση τῆς Ἐκκλησίας, χωρίς νά συμφωνοῦμε (Ἑβρ. 13,17).

2. «Καιρός τοῦ λαλεῖν ὄχι τοῦ σιγᾶν» (Ἐκκλ.3,7). «Διά Σιών οὐ σιωπήσομαι» (Ἡσ. 62,1) «Φίλος μέν Πλάτων, φιλτάτη δέ ἀλήθεια»: Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι εἶναι «ὕβρις» γιά τήν Ἐκκλησία τά μέτρα.

Τά μέτρα πού ἀποφάσισε καί ἐπέβαλε ἡ πολιτεία στή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, «ἐν λόγῳ ἀληθείας» (Β’Κορ. 6,7) καί πέρα ἀπό κάθε ὅριο «διακριτικῆς οἰκονομίας» ἀπό τήν πλευρά τῆς Διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦν κατά κοινή διαπίστωση, ἕνα εἶδος καισαροπαπισμοῦ στόν 21ο αἰώνα τῆς δημοκρατίας καί τῆς ἐλευθερίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί συνιστοῦν, κατά γενική ὁμολογία, χλεύη καί εὐτελισμό.

Εἶναι μέτρα τραγελαφικά, ἀφύσικα, ἀλλόκοτα, παράδοξα.

Ἐρωτᾶται, ἐάν ἡ δημοκρατική κυβέρνηση, πέρα ἀπό κάθε ἀγαθή πρόθεση καί δικαιολογία, ἔχει τό δικαίωμα ἀπό τό Σύνταγμα (ἄρθ.13 παρ.2) καί ἀπό τό Διεθνές Σύμφωνο Ἀτομικῶν καί Πολιτικῶν Δικαιωμάτων (ἄρθ. 4) νά παρεμβαίνει στά interna (τά ἐσωτερικά) τῆς Ἐκκλησίας˙ νά κλείνει ἱερούς Ναούς˙ νά ἐπιτρέπει ἤ ὄχι τή συμμετοχή τῶν πιστῶν στή λατρεία καί στή Θεία Κοινωνία˙ νά ὁρίζει τόν τρόπο πού θά γίνεται ἡ λατρεία καί τό μέγιστο Μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας, πού θεσμοθέτησε ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός μέ ἐντολή Του (Λουκ.22,19), περιφρονώντας τό λόγο Του, ἀπερίσκεπτα˙ νά ἀκυρώνει τήν ἔννοια τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας ὡς μίας ἑνότητας, «ἑνός σώματος» Κλήρου καί Λαοῦ˙ νά ἀμφισβητεῖ τήν οὐσία τῆς Θείας Κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀπρόσβλητης σέ κάθε μολυσμό καί ὡς «φάρμακου ἀθανασίας καί ἀντίδοτου κατά τοῦ θανάτου» γιά κάθε πιστό (ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος).

Μέ τόν τρόπο αὐτό, ἐπέβαλε ἕναν εὐτελισμό, μιά διακωμώδηση καί γελοιοποίηση τῆς λατρείας, μέ λειτουργούς χωρίς πιστούς˙ ἔκανε, παράνομα, τήν πίστη καί τή λατρεία ποινικό αδίκημα!

Κατ’οὐσίαν τά μέτρα αὐτά εἶναι ἀπαράδεκτα, θίγουν τήν οὐσία τῆς ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Θεολογίας της.

Εἶναι μέτρα πού αμφισβητοῦν τόν Ἀρχηγό τῆς Πίστης, τόν μόνον Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, τό λόγο Του καί τό Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, πού ἐθέσπισε γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου (Ἰωάν.6,22-59).

Εἶναι μέτρα πού ἀποδομοῦν, μέχρι γελοιοποίησης, τήν Ἐκκλησιολογία, τή Θεολογία τῆς Θείας Λειτουργίας.

Εἶναι μέτρα πού ἀναιροῦν τήν Ἐκκλησία -τόν Κλῆρο καί τούς πιστούς μαζί- ὡς «σῶμα Χριστοῦ» καί κοινωνία θέωσης (Α’Κορ.12,27).

Ἡ Ἐκκλησία, οἰκοδομήθηκε ἀπό τό Χριστό πάνω στό μέγα Μυστήριο τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου -τῆς Θείας Λειτουργίας- καί πάνω σ’αὐτό συνέχισε τήν πορεία της σέ ὅλους τούς αἰῶνες καί θά τή συνεχίσει μέχρι τό τέλος αὐτοῦ τοῦ κόσμου.

Τά μέτρα αὐτά «ἐνέκρωσαν» τή ζωή ὅλων τῶν πιστῶν, στερώντας τους τή Θεία Κοινωνία, τό Χριστό, πού εἶναι «ἡ ζωή κάθε πιστοῦ» (Κολ.3,4). Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι κοινό ἔργο τοῦ Κλήρου καί τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Θεία Λειτουργία χωρίς πιστούς εἶναι διακωμώδηση τοῦ Μυστηρίου. Ὡς κωμωδία ζεῖ κάθε Λειτουργός τή Θεία Λειτουργία χωρίς πιστούς, ὅταν, γιά παράδειγμα, βγαίνει στήν Ὡραία Πύλη καί λέει: «Εἰρήνη πᾶσι. Τάς κεφαλάς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν» καί εὐλογεῖ σέ ἄδειο Ναό ἤ ὅταν λέει: «Σοφία. Ὀρθοί ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Εἰρήνη πᾶσι» ἤ ὅταν λέει στή Μεγάλη Εἴσοδο «Πάντων ἡμῶν, μνησθείη Κύριος ὁ Θεός…».

Ὅλα τά ρήματα τῶν εὐχῶν εἶναι σέ πρῶτο πληθυντικό πρόσωπο: «δεηθῶμεν, πρόσχωμεν, ὑμνοῦμε, εὐλογοῦμε κ.τ.λ.» καί προϋποθέτουν πιστούς.

Ὁ Λειτουργός ἀντί γιά πιστούς, εὐλογεῖ καί θυμιάζει καρέκλες! Ἕνα «θέατρο τοῦ παραλόγου»!

Μέ δυό λόγια, τά μέτρα πού πάρθηκαν γιά τή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μόνον ἡ λέξη «ὕβρις», μέ τήν πλατιά ἔννοια πού ἔχει, μπορεῖ νά τά χαρακτηρίσει.

3. Τό ἀποκορύφωμα τῆς «ὕβρεως»: Ἀπο-θέωση τοῦ Χριστοῦ.

Ἐπίσης, «ὕβρις», μεγίστου βαθμοῦ, εἶναι οἱ ἀπόψεις ἀνεύθυνων καί μή Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι, στό ὄνομα τῆς ἄπιστης ἐπιστήμης, ἀρνοῦνται τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι Σῶμα καί Αἷμα πραγματικό τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ Ἴδιος εἶπε καί βεβαίωσε, λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε τοῦτο ἐστι τό σῶμα μου» καί «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτο ἐστι τό αἷμα μου» (Ματθ.26,26-28) καί «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον, καί ἐγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Ἡ γάρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις καί τό αἷμα μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ…» (Ἰωάν.6,53-56).

Αὐτό τό Σῶμα καί τό Αἷμα εἶναι Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτήρα τοῦ κόσμου, πού εἶναι «φωτιά» πού κατακαίει κάθε μολυσμό, «οὐ κοινοῦται».

Αὐτό τό ὑπέρλογο γεγονός, πού τό βεβαιώνει τό ἀλάνθαστο στόμα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, θεωρεῖται καί χαρακτηρίζεται, θρασύτατα καί ἀνερυθρίαστα ὡς ἰδεολόγημα, δηλ. ὡς μία ἁπλή ἀνθρώπινη ἰδέα μέ σχετική σημασία, ὄχι ἀπόλυτη.

Αὐτό σημαίνει ἄρνηση τῆς θεότητας καί ἀπο-θέωση τοῦ Χριστοῦ˙ σχετικοποίηση, ὑποτίμηση καί εὐτελισμό τοῦ Θείου Προσώπου καί τῆς διδασκαλίας Του˙ ἀπολυτοποίηση ἰδεῶν καί ἀντιλήψεων ἀνθρώπων.

«Βαβαί τῆς ἀναισχυντίας»! Στήν πραγματικότητα, καταγέλαστο ἰδεολόγημα εἶναι αὐτή ἡ ἄποψη καί ἀποδοκιμάζεται ἀπό τούς ἐχέφρονες. Καί ἐδῷ ἰσχύει ὁ ἀρχαῖος λόγος «Αἰδώς Ἀργεῖοι»!

4. Ἀναπάντεχο δρᾶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ποινικοποίηση τῆς Πίστης.

Τά μέτρα τῆς Πολιτείας, προφανῶς εἶναι ἀντίθετα μέ τό Ἑλληνικό καί τό Εὐρωπαϊκό δίκαιο. Ἀποκαλύπτουν καί φανερώνουν, πέρα ἀπό κάθε ἰσχυρισμό, τήν κάθετη ὑποτίμηση καί ἀπαξίωση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἱεροῦ θεσμοῦ αἰώνων μέσα στήν κοινωνία, πού ἔχει παγιωμένη δομή, ἱεραρχία, δίκαιο, ἀρχές καί κανόνες, πού ῥυθμίζουν τή λειτουργία, τή λατρεία καί τή ζωή της, ὥστε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλα νά γίνονται «εὐσχημόνως καί κατά τάξιν», μέ εὐπρέπεια καί τάξη (Α’Κορ.14,40).

Τό μεταίχμιο στό διακύβευμα εἶναι οὐσιαστικό. Ἡ πολιτεία, δυστυχῶς, ἀγνόησε, παντελῶς, αὐτή τήν πραγματικότητα, ἀσύνετα, ἀπροκάλυπτα καί μικρόψυχα.

Καί, ἐξουσιαστικά, δέν ἐμπιστεύθηκε τήν ἱερή Ἡγεσία της, νά ῥυθμίσει μέ σύνεση «τά τοῦ οἴκου της». Διασύροντας, ἔτσι, σεβάσμιους, γέροντες Ἱεράρχες, «λευκανθέντας, εἰς τήν ὑπηρεσίαν τῆς Ἐκκλησίας».

Ἔδειξε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη καί ἀνοχή σέ πολυκαταστήματα, σέ λαϊκές ἀγορές, σέ Τράπεζες καί ἄλλες δημόσιες ὑπηρεσίες, μέ τό σκεπτικό, ὅτι, μέ τό προσωπικό πού διαθέτουν, καί τή διακριτική παρουσία τῆς Ἀστυνομίας, μποροῦν νά πάρουν τά κατάλληλα μέτρα προφύλαξης, γιά νά μή διαδοθεῖ ὁ ἰός τῆς ἐπιδημίας.

Αὐτή, ὅμως, τή δυνατότητα τήν ἀγνόησε, τήν παραθεώρησε καί τήν ἀρνήθηκε, κατηγορηματικά, στήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει πολλά καί ἱκανά πρόσωπα καί στελέχη πού τήν ὑπηρετοῦν.

Ἔχει Ἱερεῖς, Διακόνους, Ἱεροψάλτες, Ἐπιτρόπους, Νεωκόρους, Ἀναγνῶστες, Κατηχητές, Κατηχητόπαιδες καί πολλούς ἄλλους Λαϊκούς συνεργάτες -ἄνδρες καί γυναῖκες- στό κοινωνικό της ἔργο, πού εἶναι, πάντοτε, πρόθυμοι νά προσφέρουν τήν βοήθειά τους, ὅταν ὑπάρχει ἀνάγκη. Ὀδυνηρή διαπίστωση!

Ἡ συμπεριφορά αὐτή τῆς πολιτείας, μέ τήν ποινικοποίηση τῆς πίστης, εἶναι ὁλοφάνερα, μειωτική, ἀποκαλυπτική, οἰκτρή καί ἀπαράδεκτη, ἄξια ἔντονης καί δίκαιης ἀποδοκιμασίας.

Ἡ στάση αὐτή ὁδήγησε στό οἰκτρό ἀποτέλεσμα νά ἐπικρατήσει γελοιοποίηση τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς λατρείας της καί ὅλο τό «πλήρωμα» τῆς Ἐκκλησίας -ὁ ἱερός Κλῆρος καί ὁ πιστός Λαός- νά γιορτάσουμε τά ἅγια Πάθη τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, σκυθρωποί, κατῃσχημένοι καί κατηφεῖς˙ νά ζήσουμε ὡς Ὀρθόδοξοι, ὄχι ἕνα «τερπνό καί εὐφρόσυνο Πάσχα», ὄχι «γεμᾶτοι μέ λαμπρότητα τήν Πανήγυρη τῆς πάμφωτης Ἡμέρας τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου», ὅπως μᾶς προτρέπει ὁ ἱερός ὑμνογράφος τῆς Ἑορτῆς Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀλλά ἕνα δυσάρεστο καί πικρό Πάσχα, μέ καρδιές καί ψυχές βαθιά λυπημένες καί πληγωμένες, μέ τραυματικές καί ἀλγεινές ἐμπειρίες, ὀδυνηρές καί δυσεπούλωτες.

Κοντολογίς, τά μέτρα τῆς πολιτείας «λίαν ἔφραναν, ὄχι τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά τούς κακοδόξους καί κατήσχυναν, ὄχι τούς κακοδόξους, ἀλλά τούς ὀρθοδόξους». «Ὤ τῆς ἀφροσύνης καί τῆς παραφροσύνης»! «Αἰσχρόν ἐστι καί λέγειν» (Ἐφεσ. 5,12)!!!

5. Ἡ κατάσταση εἶναι ἀδιέξοδη, πρέπει νά βρεθεῖ λύση.

Εἶναι ἔκδηλη καί δικαιολογημένη ἡ ψυχική καταπίεση καί ἡ μεγάλη ἀγανάκτηση πού ὑπάρχουν στίς ψυχές τῶν πιστῶν (Κλήρου καί Λαοῦ), πού ἐγκυμονοῦν, ἐνδεχομένως, ἔντονες καί μή ἐλεγχόμενες καταστάσεις.

«Τό βίᾳ ὑποταττόμενον στασιάζει καιροῦ λαβόμενον», λέει, μέ σοφία, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ε.Π.Ε.1,316).

Ἐπειδή, «διοικεῖν ἐστι προβλέπειν» καί «κάλλιόν ἐστι προεπιβουλεύειν ἤ ἀντεπιβουλεύειν», εἶναι σωστό καί συνετό νά βρεθεῖ μία ἀνεκτή λύση στό ἀδιέξοδο, σύντομα, ἀπό τήν ἡγεσία τοῦ τόπου σέ συνεργασία μέ τήν Ἐκκλησία.

Μία λύση εἶναι αὐτή πού ἰσχύει στήν προσέλευση τῶν πολιτῶν στά πολυκαταστήματα γιά τρόφιμα καί στίς Τράπεζες γιά χρήματα ή ἄλλες ὑποθέσεις.

Αὐτή ἡ λύση νά ἐπιλεγεῖ καί νά ἰσχύσει καί γιά τήν προσέλευση τῶν πιστῶν στούς ἱερούς Ναούς καί τή συμμετοχή τους στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καί στή Θεία Κοινωνία, ἐντός τοῦ πλαισίου τῶν μέτρων προφύλαξης τῆς ἐπιδημίας μέ εὐθύνη τῶν Ἱερέων καί τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἱερῶν Ναῶν καί συνεχῆ ἐνημέρωση γιά τήν τάξη.

Μέ τή λύση αὐτή θά ἐκτονωθεῖ καί θά ἀντιμετωπιστεῖ, συνετά, ἡ κρίσιμη καί ἐπικίνδυνη κατάσταση πού ἐπικρατεῖ. Πιστεύω, ὅτι οἱ ἴδιοι οἱ πιστοί ἔχουν καταλάβει τό πρόβλημα καί αὐτοπεριορίζονται, ἐάν νοσοῦν.

Δέν εἶναι λογικό καί δίκαιο νά καταργεῖται ἡ ἐλευθερία καί τό δικαίωμα συμμετοχῆς στήν ἐν γένει λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, σέ ὅσους εἶναι ὑγιεῖς. Ἡ ἀρετή τῆς «διάκρισης» πρέπει νά ἰσχύσει.

6. Ἀνάγκη θερμῆς προσευχῆς, γιά λήξη τῆς ἐπιδημίας καί τῆς δοκιμασίας.

Σέ κάθε δύσκολη περίσταση τῆς ζωῆς, κάθε πιστός καταφεύγει γιά προστασία στό Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό «πού μπορεῖ νά σώσει» (Ἰακ.4,12), ὁ Ὁποῖος «ἐθεράπευσε τούς ἀνθρώπους ἀπό κάθε ἀσθένεια καί ἀδυναμία καί Tοῦ ἔφερναν ὅλους ὅσους ἔπασχαν ἀπό διάφορα νοσήματα καί τούς τυραννοῦσαν, κάθε εἴδους ἀσθένειες, ὅπως ἀκόμα δαιμονισμένους, ἐπιληπτικούς καί παράλυτους καί τούς γιάτρευε καί ἀνέστησε νεκρούς» (Ματθ.4,23-24. Ἰωάν.11,1-44 πρλ).

Ἄς παρακαλοῦμε, ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας τόν Κύριο, «τόν Ἰατρό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων», νά στηρίξει καί νά θεραπεύσει ὅσους δοκιμάζονται, νά προστατέψει καί ἐνδυναμώσει ὅσους τούς περιθάλπουν, νά βοηθήσει, ὥστε, μέ τήν παντοδύναμη Χάρη Του, «νά ἔλθουν καιροί ἀναψύξεως», ανακούφισης ἀπό τά δεινά (Πράξ. 3,20), νά «βγοῦμε ἀπό τόν πειρασμό καί τή δοκιμασία» τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ ἰοῦ (Α’Κορ.10,13) καί νά μᾶς «ἐξάγει εἰς ἀναψυχήν», (Ψαλμ. 65,12), σέ ψυχική ἀναζωογόνηση καί ξεκούραση, μέ τίς παρακλήσεις τῆς Παναγίας, τῶν ἁγίων Ἀγγέλων καί ὅλων τῶν Ἁγίων.

«Ὁ Κύριος εἶναι ὁ φωτισμός, ὁ Σωτήρας καί ὁ ὑπερασπιστής τῆς ζωῆς μας, ὁ βοηθός στίς θλίψεις καί τίς στενοχώριες μας» (Ψαλμ. 26,1).

Αὐτή εἶναι ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή τή διδασκαλία ἐφάρμοσαν στή ζωή τους ὅλοι οἱ Ἅγιοι καί τήν ἐφαρμόζει κάθε ἀληθινός Ὀρθόδοξος Χριστιανός.

Προσευχόμαστε μέ θερμή πίστη καί βεβαιότητα καί Ἐκεῖνος θά ἱκανοποιήσει ὅ,τι Τοῦ ζητᾶμε, ὅπως εἶπε: «πάντα, ὅσα ἐάν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε» (Ματθ. 21,22).

Πολλά θαύματα πίστεως γίνονται συνέχεια. Προσευχόμαστε καί περιμένουμε τήν Πατρική καί Φιλάνθρωπη, βέβαιη ἀπάντησή Του.

Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Κολλᾶς δ.Χ.
ἐλάχιστος Ἱεροκήρυκας – τ. Καθηγητής.
Βόλος, Ἅγιο Πάσχα, 19 – 4 – 2020
(Ἔγραφα ἀπό τή «φυλακή» τοῦ σπιτιοῦ μου)

Εμφανίσεις: 301680
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: