Το δώρο που έγινε κατάρα

Υπό Παρθενίου Δ. Ασημίδη στην Romfea.gr
Αρχιμανδρίτου Ι. Μ. Σιδηροκάστρου
Φυλλομετρώντας το πλέον θεμελιώδες λειτουργικό βιβλίο της κατανυκτικής περιόδου, την οποία διανύουμε, και παραμένοντας στην ακολουθία της προσεχούς Κυριακής, εντοπίζουμε ότι το διαπραγματευόμενο γεγονός των τροπαρίων, τόσο του εσπερινού του Σαββάτου, όσο και του όρθρου της Κυριακής, αποτελεί την πτώση των πρωτοπλάστων και την έξοδο αυτών εκ του Παραδείσου.
Της απώλειας, με άλλη έκφραση, της κοινωνίας με τον δημιουργό Θεό.
Ανατρέχοντας στο πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής, την «Γένεσιν», στο οποίο παρουσιάζεται δι’ ανθρωπομορφικών εκφραστικών εικόνων, με σκοπό την ευκολότερη κατανόησή της, την δημιουργία του κόσμου και συνεπώς και του ανθρώπου.
Άξιο ιδιαιτέρας προσοχής αποτελεί το γεγονός ότι η δημιουργία του ανθρώπου διαφέρει αισθητά από αυτή των υπολοίπων κτισμάτων.
Σε αντίθεση με τα άλλα δημιουργήματα, τα οποία ήρθαν σε ύπαρξη με μόνο τον λόγου Του, ο Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο υποβαλλόμενος σε κάποιες ενέργειες.
Λαμβάνει ύλη και πλάθει το σώμα. Ακολούθως εμφυσά σ΄ αυτό, μεταφέροντας τοιουτοτρόπως την δημιουργική Του δύναμη, καταστώντας τον «εἰς ψυχήν ζῶσα».
Κατ’ αυτόν αυτόν τον τρόπον πραγματώνει την απόφασή Του να δημιουργήσει τον άνθρωπο ως εικόνα Του, με την δυναμική, να Του ομοιάσει «…..ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν».
Ως εικόνα Του, ο άνθρωπος, κατέχει ορισμένα χαρίσματα-δώρα, τα οποία τον διαφοροποιούν από τα υπόλοιπα κτίσματα και έχουν την βάση τους στα φυσικά ιδιώματά Του.
Ένα εκ των δωρεών τούτων είναι η ελευθερία. Πολύτιμη δωρεά της αγάπη Του, ώστε να πληρωθεί ως ύπαρξη δια της κοινωνίας μαζί Του. Η φύση αυτής της δωρεάς είναι η κίνηση προς Αυτόν.
Η ελευθερία δεν αποτελεί ιδεολόγημα, αλλά τρόπο ζωής. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ν’ αποφασίσει και να εκτελέσει τις επιλογές του, αξιοποιώντας τα χαρίσματα που έλαβε ως θείες χορηγίες.
Η ελευθερία, του ανθρώπου δεν είναι απόλυτη. Ο άνθρωπος ως δημιούργημα εκ προϋπάρχουσας ύλης, άλλου δηλαδή δημιουργήματος, δεν θα μπορούσε να είναι τέλειος και επομένως τα χαρίσματα που έλαβε δια του εμφυσήματος του Θεού δεν είναι απόλυτα.
Ωστόσο η δυναμική του « καθ’ ὁμοίωσιν» το καθιστά δεκτικό της τελειότητος.
Το γεγονός τούτο σημαίνει ότι η ορθή χρήση των χαρισμάτων αυτών θα οδηγούσε στη πραγμάτωση της τελειότητος, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, η λανθασμένη ερμηνεία και χρήση των, θα κατεύθυνε τον άνθρωπο στην αλλοίωση της υπάρξεώς του, στην αποκοπή από το θείο και συνεπώς στην αστοχία του σκοπού για τον οποίον πλάσθηκε, που δεν είναι άλλος από την ένωση με τον δημιουργό Θεό, την τελείωση, την πραγμάτωση του «καθ’ ὁμοίωσιν».
Για να προφυλάξει, ο Θεός, τον άνθρωπο από πρόωρη «τελείωση», όρισε ένα κανόνα. Μια εντολή-απαγόρευση.
Να μην γευθούν τον καρπό της γνώσεως του καλού και του κακού.
Οι πρωτόπλαστοι δεν ήταν έτοιμοι γι’ αυτή τη γνώση. Θα την αποκτούσαν όταν γινόταν τέλειοι.
Αυτό που ενδόμυχα επιθυμούσαν. Μια επιθυμία, που παρά την απαγόρευση, δεν την στέρησε ο Θεός από τον άνθρωπο.
Σ’ αυτήν την ενδόμυχη επιθυμία έγκειται και η τραγικότητα της ελευθερίας. Αυτήν εκμεταλλεύτηκε ο πονηρός ενσπείροντας αρχικά λογισμούς δια της φράσεως «…. ἔσεσθε ὡς θεοὶ».
Δι’ αυτής οδήγησε τον άνθρωπο στην επεξεργασία του απαγορευμένου, αρχικά δια της οράσεως.
«Καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλόν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν». Η επεξεργασία αναπόφευκτα επέφερε την παρακοή δια της βρώσεως, της πρόωρης, με άλλα λόγια γνώσεως του κακού και αγαθού.
Άξιο ιδιαιτέρας προσοχής είναι το γεγονός ότι ο πονηρός δεν εξανάγκασε τον άνθρωπο να παραβεί την εντολή.
Ο άνθρωπος ελεύθερα επέλεξε να απαλλαγεί από το πηδάλιο που ο Θεός του έθεσε για την διαχείριση της ελευθερίας.
Μ’ αυτόν τον τρόπο έστρεψε όλη τη φύση εναντίον του και κατέστησε το πολύτιμο αυτό δώρο της ελευθερίας σε αιτία εισαγωγής της φθοράς, της κατάρας του θανάτου.
Ο άνθρωπος, παρ’ όλα αυτά, δεν έπαψε να είναι ελεύθερος. Η ελευθερία του αυτή, όμως, ξέπεσε. Κατέληξε ένα αφόρητο αίνιγμα.
Διαρκώς περιορίζεται και καταπιέζεται, πολλές φορές βάναυσα, από την δικαιωματική ελευθερία του συνανθρώπου του.
Βασανίζεται διότι νιώθει να του στερείται το πολύτιμο αυτό αγαθό, εφόσον τον περιορίζει, και αναζητώντας την απόλυτη έκφραση και χρήση του, προβαίνει σε εκτροπικές ενέργειες, οι οποίες διαβρώνουν ουσιαστικά την ύπαρξή του.
Ο φιλάνθρωπος, όμως, Θεός, κατανοώντας όλη αυτή τη βασανιστική κατάσταση, θέλησε να τον επαναφέρει. Παραχωρεί μια δεύτερη ευκαιρία.
Θεμελιώνει το πολύτιμο αυτό αγαθό, το οποίο ο άνθρωπος με την αστοχία του, την παρακοή του, το αλλοίωσε σε κατάρα, μέσω της ενσάρκωσης, της σταυρικής θυσίας και της ανάστασης του Β’ προσώπου της Αγίας Τριάδος.
Ένα γεγονός που αποτελεί και το τέλος της λειτουργικής αυτής περιόδου που ξεκινά. Το στάδιο των αρετών, του πνευματικού αγώνα, για την επανάκτηση του «χαμένου» δώρου.




