Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 05/11 20:00

mosxas ieronimos

Γράφει ο Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος στην Romfea.gr
Δικηγόρος
Διδάκτωρ του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ


Το «Ουκρανικό ζήτημα», όπως φαίνεται μετά και από τη τελευταία απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας για την διακοπή μνημονεύσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών θα είναι δυστυχώς ένα σήριαλ με πολλά ακόμη επεισόδια. Και λέω δυστυχώς, διότι αιτία για την διαιώνιση αυτής της εκκρεμότητας είναι η αδυναμία κατανόησης της βάσης του «προβλήματος». Και θα εξηγήσω αμέσως, τι εννοώ.

Η απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας πήρε δύο αποφάσεις.

Α. Η πρώτη απόφαση είναι αυτή της επιβολής σε ορισμένες Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος της ποινής του αποκλεισμού τους ως προορισμού θρησκευτικού και προσκυνηματικού τουρισμού των Ρώσων.

Ποια είναι τα τρωτά σημεία αυτής της απόφασης; Πρώτον, δεν υπάρχει τέτοια ποινή στο Κανονικό Δίκαιο.

Δεύτερον, αν θεωρηθεί, ότι θεμελιώνεται μια τέτοια απόφαση στους ιερούς κανόνες, τότε η Ρωσική Εκκλησία φαίνεται, ότι δεν λαμβάνει υπόψιν την αδιαμφισβήτητη και αυτονόητη πρόβλεψη του Κανονικού Δικαίου, ότι οι ποινές επιβάλλονται σε πρόσωπα, όχι σε θεσμούς.

Κανονικά, η Ρωσική Εκκλησία θα έπρεπε να αποφασίσει, ότι θα τιμωρεί τους δικούς της πιστούς, αν αυτοί ταξιδέψουν: α) σε Μητροπόλεις «σχισματικές» και β) για σκοπούς θρησκευτικούς και προσκυνηματικούς.

Όμως, εδώ τίθεται άλλο ερώτημα: Ως «σχισματικός» χαρακτηρίζεται ο θεσμός, δηλαδή η Μητρόπολη, ή ο Μητροπολίτης; Σύμφωνα με τα παραπάνω, φυσικά ο Μητροπολίτης.

Και βέβαια, δεν υπάρχει αντικειμενική ευθύνη στο Κανονικό Δίκαιο, ώστε αν καταδικασθεί ο Μητροπολίτης, να καταδικάζεται αυτοδικαίως και το ποίμνιο ή και η ίδια η Μητρόπολη ως θεσμός. Οπότε, άνθρακες ο θησαυρός.

Και αν μάλιστα αναλογισθούμε, ότι οι Ρώσοι τουρίστες μπορούν να επισκεφθούν αυτές τις περιοχές, αν η εκδρομή τους δεν είναι τυπικά θρησκευτικού ή προσκυνηματικού χαρακτήρα, τότε το αδιέξοδο της αποφάσεως καθίσταται και στην πράξη ακόμη πιο σαφές.

Τρίτον, πιο σαφές καθίσταται το αδιέξοδο, αν σας επισημάνω, ότι συμφώνως προς τον 6ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής συνόδου και τον 19ο της Αντιοχείας εισήχθη η αρχή της πλειοψηφίας στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως στα συνοδικά όργανα (κρατείτω ή των πλειόνων ψήφος).

Αυτό σημαίνει, ότι αν η απόφαση λαμβάνεται κατά πλειοψηφία, είναι εξίσου δεσμευτική και για όσα μέλη της συνόδου μειοψήφισαν, οι οποίοι είχαν το δικαίωμα της γνώμης κατά την συζήτηση και την υποχρέωση σεβασμού και υπακοής στη απόφαση, αφού αυτή ληφθεί.

Συνεπώς, η απόφαση της Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος για την αναγνώριση της Ουκρανικής Εκκλησίας δεσμεύει ακόμη και τους διαφωνήσαντες Μητροπολίτες, ανεξαρτήτως των δηλώσεων αυτών εκτός των εργασιών της Συνόδου.

Αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, όταν μνημονεύει και αποστέλλει Ειρηνική Επιστολή, δεν το πράττει ως Προκαθήμενος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών αλλά ως Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, οπότε και εκφράζει σύμπασα την Εκκλησία της Ελλάδος, δηλαδή Αυτοκέφαλη και Νέες Χώρες.

Άρα, ασκόπως και άνευ λόγου η Ρωσική Εκκλησία δεν συμπεριέλαβε όλες τις Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος στην απόφασή της, αν και αν θα θέλαμε να αποδεχθούμε το «ορθό» της αποφάσεως της Ρωσικής Εκκλησίας, θα λέγαμε ότι βάσει των παραπάνω, η απόφαση της Ρωσικής Εκκλησίας ισχύει αυτεπαγγέλτως έναντι πασών των Μητροπόλεων (erga omnes) της Εκκλησίας της Ελλάδος, οπότε η αναφορά σε συγκεκριμένες Μητροπόλεις ήταν είναι περιττή.

Συμπερασματικώς, η πρώτη απόφαση ελήφθη εσφαλμένως και είναι αβάσιμη. Αλλά ακόμη και αν τη θεωρούσαμε ορθή, αυτή πάλι δεν επιτυγχάνει το σκοπό της να εξαιρέσει συγκεκριμένες Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, αφού - ορθή υποτεθείσθω – αφορά σε όλες τις Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, ακόμη και αυτές που θεωρούνται φίλα προσκείμενες στο Πατριαρχείο Μόσχας.

Β. Η δεύτερη απόφαση είναι αυτή της διακοπής της μνημονεύσεως του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Η διακοπή μνημονεύσεως συνιστά την πλέον σαφή μορφή ανυπακοής προς τον οικείο Επίσκοπο (13ος της Πρωτοδευτέρας), τον οικείο Μητροπολίτη (14ος της Πρωτοδευτέρας) ή τον οικείο Πατριάρχη (15ος της Πρωτοδευτέρας), αντιστοίχως.

Η ανυπακοή αυτή δύναται να είναι είτε αντικανονική είτε κανονική.

Ως αντικανονική, δηλαδή Σχίσμα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη σχέσεως υπαγωγής και εξαρτήσεως μέσω της κανονικής δικαιοδοσίας μεταξύ του δράστη (κληρικού ή μοναχού) και του θύματος (Επισκόπου, Μητροπολίτη ή Πατριάρχη).

Καταρχήν, ανυπακοή, δηλαδή άρνηση μνημονεύσεως ενός Προκαθημένου από άλλον Προκαθήμενο, η οποία αφορά σε πρόσωπα που δεν συνδέονται με τέτοια σχέση, όπως είναι η περίπτωση της διαφωνίας του Πατριαρχείου Μόσχας προς την απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν συνιστά Σχίσμα.

Συνεπώς, κατά την γραμματική ερμηνεία των ως άνω κανόνων, ο Πατριάρχης Μόσχας δεν διαπράττει το κανονικό παράπτωμα του Σχίσματος.

Όμως, κάθε Προκαθήμενος ή Πρόεδρος Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει κατ’ αναλογική εφαρμογή των κανόνων της Πρωτοδευτέρας Οικουμενικής συνόδου την υποχρέωση να μνημονεύει τους ομοίους του Προκαθημένους ή Προέδρους των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Αυτό σημαίνει, ότι θα ισχύσουν αναλογικώς στην περίπτωση αυτή οι διακρίσεις των ως άνω κανόνων για την αντικανονική και κανονική μνημόνευση και κατά συνέπεια την αντικανονική ή κανονική ανυπακοή.

Ας δούμε, λοιπόν, αν η άρνηση του Πατριάρχη Μόσχας μνημονεύσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών είναι κανονική και συνεπώς δικαιολογημένη;

Για να είναι κανονική αυτή η μορφή ανυπακοής, και κατά συνέπεια να μην συνιστά Σχίσμα, θα έπρεπε η ανυπακοή αυτή να βρίσκει έρεισμα:

α) σε απόφαση (βλ. σχετ. τον όρο «κατάκρισις», που χρησιμοποιείται στους 13ο και 15ο και τον όρο «διάγνωσις» στον 14ο),

β) που εξέδωσε σύνοδος (βλ. τον όρο «συνοδική», που χρησιμοποιείται και στους τρεις κανό¬νες) και

γ) που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα (βλ. τον όρο «τελεία», που χρησιμοποιείται στους 13ο και 15ο κανόνες).

Θα έπρεπε δηλαδή, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών να έχει καταδικασθεί από το αρμόδιο συνοδικό δικαστήριο για κάποιο κανονικό παράπτωμα και να έχει απορριφθεί και το έκκλητο, που πιθανόν άσκησε.

Τέτοια περίπτωση, όμως, δεν συντρέχει και συνεπώς αντικανονικώς ο Πατριάρχης Μόσχας διέκοψε την μνημόνευση του ονόματος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Βεβαίως, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, το Πατριαρχείο Μόσχας αποφάσισε τη διακοπή της μνημονεύσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών ως αντίποινα για την αναγνώριση του Μητροπολίτη Επιφανίου, ο οποίος κατά το Πατριαρχείο Μόσχας είναι κληρικός χειροτονηθείς από καθηρημένο επίσκοπο, δηλαδή τον μέχρι πρότινος επικεφαλής της Ουκρανικής Εκκλησίας (Πατριαρχείο Κιέβου) Φιλάρετο Ντενισένκο.

Γύρω, δε, από αυτό το θέμα έγιναν πλείστες όσες συζητήσεις και αναλύσεις, οι οποίες όμως έχαναν το βασικό στοιχείο της υποθέσεως.

Ποιο ήταν αυτό το στοιχείο; Ότι ο Επιφάνιος ήταν όντως κληρικός χειροτονηθείς από κληρικό καθηρημένο με καταδικαστική απόφαση, που εξέδωσε το αρμόδιο εκκλησιαστικό δικαστήριο αλλά με μία διαφορά.

Η καταδικαστική όμως αυτή απόφαση δεν ήταν «τελεία» κατά τους ιερούς κανόνες, αφού υπέκειτο στο ένδικο μέσο του εκκλήτου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Και από τη στιγμή που ασκήθηκε το έκκλητο και έγινε δεκτό, η απόφαση που εκδόθηκε εξαφάνισε την καταδικαστική απόφαση της καθαιρέσεως του Φιλάρετου.

Και μάλιστα την εξαφάνισε αναδρομικώς, με αποτέλεσμα ο Φιλάρετος να επανέλθει αναδρομικώς στην πρό της καθαιρέσεως κατάστασή του και οι υπ’ αυτόν χειροτονίες να καταστούν αναδρομικώς έγκυρες.

Αυτή είναι η «κανονική» πραγματικότητα και όποιος την αγνοεί, σημαίνει ότι αγνοεί θεμελιώδεις αρχές του Κανονικού Δικαίου.

Συμπερασματικώς, και αυτή η απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας αποδεικνύεται εσφαλμένη.

Αυτά μέχρι στιγμής. Τα νεότερα στο επόμενο επεισόδιο.

Εμφανίσεις: 301953
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: