Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. Παρασκευή, 08 Μαρτίου 2019

titoularios

Γράφει ο Δρ. Αναστάσιος Βαβούσκος στην Romfea.gr
Δικηγόρος
Διδάκτωρ του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ


Όπως όλοι γνωρίζουμε, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος θα κληθεί να εκλέξει τους νέους Προκαθημένους για τρεις Ιερές Μητροπόλεις, την Περιστερίου, της Γλυφάδος και της Σισανίου και Σιατίστης.

Ζήτημα, αμέσως συνδεδεμένο με την διαδικασία πληρώσεως των Ιερών Μητροπόλεων, που χηρεύουν, είναι και η συζήτηση περί των πιθανώς επικρατεστέρων υποψηφίων.

Επειδή, λοιπόν, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και κληρικός, ο οποίος φέρει αφενός βαθμό του Επισκόπου, αφετέρου τον τίτλο του Τιτουλαρίου, τέθηκε – πάντα κατά τα όσα δημοσιεύονται στο διαδίκτυο – θέμα εγκύρου υποψηφιότητας και εκλογής του κληρικού αυτού, με κρατούσα για την ώρα άποψη – αν τα δημοσιεύματα είναι αληθή – αυτήν, που θεωρεί ότι μια τέτοια υποψηφιότητα θα είχε πρόβλημα νομιμότητας.

Επί του θέματος αυτού έχω διατυπώσει τις απόψεις μου, με αφορμή το ζήτημα της εντάξεως του Μητροπολίτη κ.κ. Αλεξίου του από Καρθαγένης στο κλίμα της Εκκλησίας της Ελλάδος ως Τιτουλαρίου Μητροπολίτη Διαυλείας, ανυψωθείσης «εν τω προσώπω» αυτού της Επισκοπής Διαυλείας σε Μητρόπολη.
Επανέρχομαι, λοιπόν, εκ νέου.

Ως αφετηρία θα χρησιμοποιήσω την από 16 Μαρτίου 1977 Εισηγητική Έκθεση επί του Σχεδίου Νόμου «Περί κυρώσεως του Κώδικος Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος».

Η Έκθεση αυτή, επέφερε στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος μια βασική μεταβολή. Η μεταβολή αυτή συνίστατο στην καθαρή και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση κατάργηση των θεσμών του Βοηθού Επισκόπου, του Τιτουλαρίου Επισκόπου και του Τιτουλαρίου Μητροπολίτου, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για θεσμούς αντικανονικούς.

Έτσι το εδάφιο στ΄ της Εισηγητικής Εκθέσεως όρισε ότι: «Κατηργήθη ὁ ἀντικανονικός θεσμός τῶν τιτουλαρίων Μητροπολιτῶν ἤ Ἐπισκόπων καί τῶν Βοηθῶν λεγομένων Ἐπισκόπων».

Η ως άνω διάταξη εκφράζει ως διακήρυξη την βούληση του νομοθέτη να θέσει με τον νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος εκτός πλαισίου λειτουργίας της Εκκλησίας της Ελλάδος μια συνήθη μέχρι τότε πρακτική, την πρακτική του ορισμού Βοηθών Επισκόπων, Τιτουλαρίων Επισκόπων και Τιτουλαρίων Μητροπολιτών.

Και το σημαντικότερο όλων είναι, ότι ως αιτιολογία για την διακήρυξη αυτή χρησιμοποιείται - και ορθώς - ο αντικανονικός χαρακτήρας του θεσμού αυτού. Συνεπώς, με την διακήρυξη αυτή, η οποία εκφράζει την βούληση και την πεποίθηση του νομοθέτη ότι με τον νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος τερματίζεται μια αντικανονική πρακτική, και τυγχάνει και την εγκρίσεως και σύμφωνης γνώμης βεβαίως της Εκκλησίας της Ελλάδος, η προαναφερθείσα πρακτική πρέπει να θεωρηθεί, ότι έχει άπαξ δια παντός λήξει και ότι δεν θα επαναληφθεί στο μέλλον.

Όμως, κατά τον χρόνο της συντάξεως του νέου Καταστατικού Χάρτη, υπήρχαν αρχιερείς, οι οποίοι κατ’ εφαρμογήν της καταργουμένης πρακτικής, είχαν αποκτήσει και συνέχιζαν να φέρουν την ιδιότητα του Τιτουλαρίου Επισκόπου και του Τιτουλαρίου Μητροπολίτου, συνιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην πραγματικότητα την συνέχεια μιας πρακτικής, η οποία όμως πλέον τερματιζόταν.

Λαμβάνοντας λοιπόν ο νομοθέτης υπόψιν το γεγονός αυτό, θέσπισε συμπληρωματικώς αλλά και ως επιβεβαίωση του γεγονότος, ότι η πρακτική αυτή θα αποτελούσε πλέον παρελθόν για την Εκκλησία της Ελλάδος, την διάταξη του άρθρου 25 πργφ. 2 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Κατά την διάταξη αυτή, οι μέχρι την έναρξη της ισχύος του νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος Τιτουλάριοι Επίσκοποι και Τιτουλάριοι Μητροπολίτες αποκτούσαν κατ’ εξαίρεσιν, άνευ δηλαδή εγγραφής αυτών στον κατάλογο των προς αρχιερατεία εκλογίμων, το δικαίωμα εκλογής σε κάποια από τις Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ούτως η σχετική διάταξη όρισε: «Ἐκλόγιμοι ἐπίσης εἶναι ἄνευ ἐγγραφῆς εἰς κατάλογον οἱ καθ᾿ οἱονδήποτε τρόπον σχολάζοντες Μητροπολῖται τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ οἱ Βοηθοὶ Ἐπίσκοποι, ὡς καὶ οἱ κατὰ τὴν ἔναρξιν ἰσχύος τοῦ παρόντος Τιτουλάριοι Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι».

Παρά την ρύθμιση αυτή, η Εκκλησία της Ελλάδος αγνόησε την διακήρυξη αυτή και επανέφερε την πρακτική του ορισμού Τιτουλαρίων Επισκόπων και Τιτουλαρίων Μητροπολιτών.

Οπότε τίθεται το ερώτημα: Οι υπό την ισχύ του νέου Καταστατικού Χάρτη Τιτουλάριοι Επίσκοποι και Μητροπολίτες έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε Ιερά Μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδος;

Αν κανείς βασισθεί στο «γράμμα» της διατάξεως του άρθρου 25 πργφ. 2 του Καταστατικού Χάρτη, η απάντηση θα είναι αρνητική.

Ο λόγος που η απάντηση θα είναι αρνητική, είναι ότι η διάταξη του άρθρου 25 πργφ. 2 αναφέρεται στους Τιτουλαρίους Επισκόπους και Μητροπολίτες, που υπήρχαν κατά την έναρξη ισχύος του (τότε) νέου Καταστατικού Χάρτη, δηλαδή στις 31 Μαΐου 1977 (ημέρα δημοσιεύσεως στο Φ.Ε.Κ.), και όχι στους μεταγενεστέρους της ημερομηνίας αυτής.

Συνεπώς, και πάντα συμφώνως προς την γραμματική ερμηνεία της ως άνω διατάξεως, όσοι Τιτουλάριοι Επίσκοποι και Τιτουλάριοι Μητροπολίτες προέκυψαν μετά την έναρξη ισχύος του Καταστατικού Χάρτη, δηλαδή από την 1η Ιουνίου και εφεξής, δεν δύνανται να είναι εκλόγιμοι κατ’ εξαίρεσιν σε Ιερά Μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδος κατ’ εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 πργφ. 2.

Όμως δεν νομίζω ότι πρέπει να προσεγγίσουμε ερμηνευτικώς την διάταξη αυτή με την γραμματική αλλά με την τελολογική ερμηνεία.

Η ως άνω διάταξη, όπως ανέφερα και παραπάνω, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την διακήρυξη του εδαφίου στ΄ της Εισηγητικής Εκθέσεως.

Συνεπώς, αυτό που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, είναι ο σκοπός, για τον οποίον θεσπίσθηκε αυτή η διάταξη.

Και ο σκοπός στην περίπτωση αυτή, ήταν ακριβώς η έμπρακτη επιβεβαίωση της λήξεως της αντικανονικής πρακτικής ορισμού Τιτουλαρίων Επισκόπων και Τιτουλαρίων Μητροπολιτών, όπως αυτή προκύπτει από την διακήρυξη της Εισηγητικής Εκθέσεως.

Από την στιγμή όμως, που η Εκκλησία της Ελλάδος επανέφερε σε λειτουργία και ισχύ τον θεσμό των Τιτουλαρίων Επισκόπων και Μητροπολιτών, κατήργησε στην πράξη την διακήρυξη αυτή και εμμέσως πλην σαφώς «ανέστειλε» το ουσιαστικό περιεχόμενό της, επαναφέροντας σε ισχύ – νομική και πραγματική – την κατάσταση, που προϋπήρχε της ψηφίσεως του νέου Καταστατικού Χάρτη. Με αυτόν τον τρόπο όμως, μετέτρεψε την θεωρητικώς λήξασα πρακτική σε εκ νέου εξακολουθούσα και εφαρμοζόμενη.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτοντας στο απώτερο μέλλον την (πιθανή;) νέα λήξη της επανεισαχθείσης πρακτικής, μετέθεσε στο απώτερο μέλλον και τον χρονικό ορίζοντα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 πργφ. 2.

Η απόφαση δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα την άρση του περιορισμού εφαρμογής διατάξεως του άρθρου 25 πργφ. 2 μόνο για Τιτουλαρίους Επισκόπους και Μητροπολίτες, που υπήρχαν κατά την έναρξη ισχύος του νέου Καταστατικού Χάρτη.

Υπό αυτά τα δεδομένα, και συμφώνως προς την τελολογική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 25 πργφ. 2, αφού ο νομοθέτης - μέσω της αναγνωρίσεως του δικαιώματος του εκλέγεσθαι μόνο στους Τιτουλαρίους Επισκόπους και Μητροπολίτες, οι οποίοι απέκτησαν την ιδιότητα αυτή κατά την διάρκεια της ασκήσεως της πρακτικής αυτής - αποσκοπούσε με το άρθρο 25 πργφ. 2 να επιβεβαιώσει την λήξη της πρακτικής αυτής, τότε, από τη στιγμή που η πρακτική αυτή επανήλθε στο προσκήνιο «δημιουργώντας» εκ νέου Τιτουλαρίους Επισκόπους και Μητροπολίτες, αυτομάτως και η εφαρμογή του άρθρου 25 πργφ. 2 επεκτείνεται πλέον και επί των μετά την ισχύ του νέου Καταστατικού Χάρτη Τιτουλαρίων Επισκόπων και Μητροπολιτών, ώστε το άρθρο αυτό να συνεχίσει να υπηρετεί τον σκοπό, για τον οποίο θεσπίσθηκε.

Και αυτός ο σκοπός δεν είναι άλλος από τη ρύθμιση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι των Τιτουλαρίων Επισκόπων και Μητροπολιτών, για όσον καιρό η Εκκλησία της Ελλάδος θα εφαρμόζει την καταργηθείσα από τον νέο Καταστατικό Χάρτη πρακτική.

Περαιτέρω, η προτεινόμενη αυτή ερμηνευτική προσέγγιση επιβάλλεται και για την ταυτότητα του νομικού λόγου. Αφού η διάταξη του άρθρου 25 πργφ. 2 αναγνωρίζει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι σε κληρικούς, που έχουν την ιδιότητα του Τιτουλαρίου Επισκόπου και Μητροπολίτη, δεν είναι δυνατόν να αρνούμαστε την εφαρμογή αυτής της διατάξεως σε κληρικούς που απέκτησαν την ίδια ιδιότητα (του Τιτουλαρίου Επισκόπου ή του Τιτουλαρίου Μητροπολίτη) συμφώνως προς την ίδια πρακτική, αλλά μετά την ισχύ του νέου Καταστατικού Χάρτη.

Με άλλες λέξεις, η κατά χρόνο διαφοροποίηση ιδίων περιπτώσεων, δεν μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα για διαφορετική νομική αντιμετώπιση τους.

Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι Αρχιερέας που φέρει τον τίτλο του Τιτουλαρίου Επισκόπου - αλλά και του Τιτουλαρίου Μητροπολίτη - δύναται, συμφώνως προς την τελολογική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 25 πργφ. 2, να είναι υποψήφιος, χωρίς να απαιτείται η εγγραφή του στον κατάλογο των προς αρχιερετείαν εκλογίμων, παρά το γεγονός ότι απέκτησε την ιδιότητα αυτή μετά την ισχύ του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Εν κατακλείδι, ο Επίσκοπος Σαλώνων μπορεί να είναι υποψήφιος για μια εκ των χηρευουσών Ιερών Μητροπόλεων και η πιθανή εκλογή του θα είναι νόμιμη.

Εμφανίσεις: 300292
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: