Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. Τετάρτη, 05 Δεκεμβρίου 2018

goumenisa 25

(ἀπόπειρα ἀνατομίας τῆς Οὐκρανικῆς κρίσης)

«Αὐτός αὐτῇ γενόμενος περιβολή,
καί λαβών αὐτήν οὕτως ἀνάγει»
(ἱερός Χρυσόστομος)

Πολλοί εἰδήμονες περί τά ἱεροκανονικά (στήν ἐκκλησιολογική τους διαχείριση καί στήν ἱστορική τους ἐξειδίκευση προπαντός γιά τό πρόβλημα τῆς Οὐκρανίας) ἔχουν ἤδη δημοσιεύσει τόν προβληματισμό καί τίς γνωματεύσεις τους, συνεισφέροντες στή θέαση τοῦ ὅλου θέματος, ἐκ παραλλήλου πρός τήν ὑπεύθυνη διαγνώμη καί τίς προσδοκώμενες ἀποφασιστικές λύσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Πατριαρχεῖα καί Ἀρχιεπισκοπές, Ἱεράρχες, Καθηγητές Πανεπιστημίου (ὅπως ὁ ἡμέτερος κ. Βλάσιος Φειδᾶς, εἰδήμων καί ἐξαντλητικός), νομικοί, δημοσιογράφοι, πολιτικοί παράγοντες, διατυπώνουν λόγον, εἴτε εὐθέως ἀληθεύοντα εἴτε φαινομενικῶς παρ-αληθεύοντα.

Καταθέτουν τή δική τους ἱστορική μαρτυρία γιά τό “σήμερα” μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς πολυμερισμένης παρουσίας ἐκεῖ στήν κοντινή μας Οὐκρανία πού φαίνεται πώς αὐτός ἀκριβῶς ὁ κατακερματισμός, συμβατός μέ τή λογική τοῦ κόσμου, ἀλλά ἀσύμβατος κατά Χριστόν, δέν θεραπεύει τήν “ἐκκλησιαστική”(;) πολυδιχασμένη εἰκόνα, ὥστε νά μπορεῖ πράγματι νά “συγκακοπαθήσει” μέ τά δεινοπαθήματα τῆς Οὐκρανικῆς ἱστορίας, ἀλλά μᾶλλον τά ἐπιδοτεῖ, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀποδυναμώνεται ἡ ἐκκλησιαστική ἀξιοπιστία.

Ὅμως, ἡ τωρινή φαινομενικῶς “βιαία” ἑνοποιός- εἰρηνοποιός λύση, πού ἐπί δεκαετίες δέν ἐπιδιώχθηκε ἀπό τό γειτονικό ρωσικό μεγαλοϊδεατισμό (πλήν ἡμιμέτρων), αὐτή ἐπιτέλους ἐποφειλόταν καθ᾽ ὑπακοήν στό Χριστό νά προσφερθεῖ μέσα ἀπό τή γενναιότητα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας.

Δέν θά σταθῶ πολύ στίς προβαλλόμενες πολλαχόθεν θεολογικές, ἱεροκανονικές καί ἱστορικές παραμέτρους. Ἄλλες κατατέθηκαν μέ εὐτολμία καί πιστότητα ἀληθείας• ἄλλες παροπλίζονται μέσα στήν ἀδυσώπητη ἔνταση τῶν “διπλωματικῶν” τοποθετήσεων.

Ἄλλες ζητοῦνται στήν οὐσία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου (τῆς ἐκκλησιαστικῆς κλήσεως καί ἀποστολῆς παρά Θεοῦ στόν κόσμο)• ἄλλες ἀναζητοῦνται σέ ἐπικοινωνιακά παιχνίδια ἐντυπωσιασμοῦ καί καταστολῆς τῆς λαϊκῆς αἴσθησης. Ἄλλα κίνητρα ὁμολογοῦνται, ἄλλα παρενείρονται σέ σκόπιμες παραφωνίες, ἀσύμφωνες πρός τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα.

Ἡ αἰωνιότητα θά ἀποσκυβαλίσει ὅλων μας ὅλες τίς ἀμετροέπειες.

Ὅμως, ὡς ἐκκλησιαστικό σῶμα ἔχουμε ρητή ἀποστολή νά ἐγχρονίζουμε τήν αἰωνιότητα (ὅπου τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός) στή δική μας στενόχωρη χρονο-χωρικότητα: αὐτό εἶναι τό βασικό ἄθλημα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἐγχριστωμένη ταυτοποίησή μας, αὐτοδῶρο Χριστοῦ, χάρισμα τοῦ Πνεύματος, θέλημα τοῦ Πατρός, ἄθλημα δικό μας. (Ἴσως δίχως ἐπίγνωση ὧρες-ὧρες) τό διαλαλοῦμε σέ κάθε λεπτό, σέ κάθε βῆμα τοῦ ἐγκόσμιου χρονοχώρου μας: ἐκφωνώντας ἐκεῖνο τό φαινομενικά μονότονο, ἀλλ᾽ οὐσίᾳ ἐπίμονο καί σταθερό “νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων” τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀναφορᾶς μας ἀπό τό Χριστό πρός τόν Πατέρα…

***

Κληρονόμοι τῆς ἱστορικῆς θείας ἀποκαλύψεως, διάδοχοι καί τῶν προγενεστέρων θεοφόρων, οἱ θεοφόροι καί θεολόγοι τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς διακήρυξαν ἁγιοσυνοδικά τή διάσωση στό ἕνα πρόσωπο-ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Πατρός ἀκεραίας τῆς θείας φύσεως καί ἀκεραίας ἐπίσης τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀδιαίρετα, ἀσύγχυτα, ἀμέριστα, ἀχώριστα.

Καί πάνω σ᾽ αὐτό τό ἀποκαλυμμένο μυστήριο στήριξαν σαφέστατα ὡς δόγμα καί δίδαγμα καί πρόταγμα ποιμαντικῆς τήν ἀκεραιότητα καί πραγματικότητα τῆς σωτηρίας. Ὁ Χριστός μᾶς σώζει, τουτέστιν μᾶς ἑνώνει διά τοῦ ἑαυτοῦ Του μέ τό Θεό Πατέρα, κοινωνούμενος καί μετεχόμενος ἀπό τό Σῶμά Του (τήν Ἐκκλησία, τούς ἀνθρώπους συγκροτημένους σέ ἐκκλησιαστικό σῶμα διά τοῦ Πνεύματος).

Ὁ Χριστός μᾶς σώζει, τουτέστιν μᾶς ἀποκαθιστᾶ σ᾽ αὐτήν τή θεία ἑνότητα χάρη στή δική Του ὑποστατική ἑνότητα τῶν δύο φύσεων. Διότι ἔτσι συντελεῖται διαρκῶς μέσα στό ἄχραντο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας Του ὑπέρ ἡμῶν τῶν μελῶν της αὐτό πού ἐφάπαξ ὁ Χριστός ἔγινε ὑπέρ ἡμῶν, ἐνανθρωπισμένος ὁ Θεός, ἐνσαρκωμένος ὁ Μονογενής, φανερωμένος ἐπί τῆς γῆς ὁ Ἀθεώρητος. Διά τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του. Διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τῆς Ἐκκλησίας πού “ἐπικαιροποιεῖ” ὑπέρ ἡμῶν τοῦτο τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, τῆς ἀποκαταστάσεώς μας στήν τέλεια πληρότητα τοῦ κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν, στήν πληρότητα μεθέξεως “τοῦ προεγνωσμένου πρό καταβολῆς κόσμου Ἀμνοῦ”, στήν προοπτική τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς ἐσχατολογικά στόν Πατέρα.

Αὐτό τό μυστήριο ζεῖ καί ὑπηρετεῖ, βιώνει καί ἐξαγγέλλει, κοινωνεῖ καί διακηρύσσει ἡ Ἐκκλησία. Γι᾽ αὐτό τό μυστήριο ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία “μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος”. Σ᾽ αὐτό τό πανάχραντο μυστήριο μᾶς συγκαλεῖ ἡ Ἐκκλησία μέ τήν ἱστορική της παρουσία ἐν κόσμῳ, μέ ὀφειλόμενο πρόκριμα τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, μέ τό Χριστό τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι “ὁ μοναδικός τόπος λατρείας τοῦ Πατρός” (πρβλ. Πορίσματα 12ου διεθνοῦς ἐπιστημονικοῦ συνεδρίου τῆς ΕΕΒΣ, Ἱ.Μ.Σερρῶν, “Ὁ θεολόγος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης”, Σεπτ. 2010, εἰσήγηση π. Ἰω. Σκιαδαρέση).

Δέν ἔχει κάτι ἄλλο ἡ Ἐκκλησία οὔτε ὀλιγότερο οὔτε περισσότερο νά ἐπιτελέσει.

Δέν ἐποφείλει κάτι οὔτε ἐλαχιστότερο οὔτε μεῖζον νά παρουσιάσει στόν κόσμο, τόν δυνάμει Ἐκκλησία κατά τή βουλή τήν προαιώνια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἐγκοσμίκευση τῆς σωτηρίας ἀπό τοῦ ἐνανθρωπισμένου Θεοῦ στό ὅλον σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί στήν καθ᾽ ἕκαστα ἑνότητα μελῶν. «Μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ” (Ἐφ. 4,13• πρβλ. Κολ 1,28 ).

Ὅλη μας ἡ ποιμαντική, ὅλη μας ἡ φιλανθρωπία, ὅλη μας ἡ κατηχητική, ὅλη μας ἡ θυσία, ὅλη μας ἡ διδακτική, ὅλη μας ἡ ἀγωνιστικότητα στήν ἐκκλησιάζουσα ἀκεραιότητα πίστεως καί ἤθους, ὅλη μας ἡ συνοδική ἑνοποιός συγκρότηση καί ἔκφραση, ὅλη ἡ ἱστορική πολιτισμική συνεισφορά ἐν κόσμῳ γι᾽ αὐτήν τή διαρκή ἱστορική ἐπικαιροποίηση ὑφίσταται. Μέ τήν ἔννοια ὅτι “διά πάντων καί ἐπί πάντων καί ἐν πᾶσιν ἡμῖν” (πρέπει νά) ἐνεργεῖται τό μυστήριο τῆς σωτηρίας, ἡ διαρκής παρουσία τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ στό ἱστορικό ἐκκλησιαστικό Του σῶμα.

Καί αὐτήν τήν πιστότητα (χρεωστοῦμε νά) τήν διατηροῦμε ἐκκλησιαστικά, συνοδικά, συλλειτουργικά, “τήν αὐτήν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τό ἕν φρονοῦντες” (Φιλ. 2,2).

***

Ὅμως… Ὅμως, τοῦτο τό μοναδικό δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς ἀπαιτεῖ μιά διαρκή λεπτότητα πιστότητος. Κάθε ἀπορροή ἀλαζονείας καί ὑπερηφάνειας, ἀντί νά συνεργεῖ στό μυστήριο τοῦ Θεανθρώπου γιά τό δικό μας παρόν, ἐπικαιροποιεῖ τίς ὠσμώσεις τοῦ θανάτου.

Ἡ ἐκκλησιαστική θεσμικότητα ἔχει δικαιώματα ἰδιοκτησίας μόνο στήν ὑπακοή, στήν ταπείνωση, τ.ἔ. στήν ἐκκλησιαστική διάρκεια τοῦ μυστηρίου τῆς Ἄκρας Ταπείνωσης, στήν ἐνιστορική ἀποκάλυψη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Οὐσίᾳ αὐτό διακονεῖ ἡ ἁγιοκανονικότητα, ἡ ἐκκλησιολογία, ἡ ἴδια ἡ ἐκκλησιαστική διορθόδοξη παρουσία στή διάρκεια τῆς ἱστορίας. Κι ἄς φαίνονται τόσο περίπλοκες οἱ ἀνθρώπινες εἰσφορές, ἄλλοτε συνεισφέρουσες κι ἄλλοτε ἀντιφερόμενες.

Καί ἐμεῖς ἀτυχῶς, σέ πανορθόδοξο πεδίο, ἐφθάσαμε πάλι τό σημεῖο ὡριμότητος τοῦ πρώτου Ἀδάμ, ἐκεῖνο “τό ἐμόν καί τό σόν, τό κατηραμένον τοῦτο ρῆμα”.

Κι ἄς ἔχουμε ὄχι μόνο ἀγγέλους ἀπό Θεοῦ νοερούς, ἀλλά καί “ἀγγέλους θεατούς” κατά Χριστόν, τήν ἐκκλησιαστική πραγματικότητα, τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία, τήν ἐκκλησιαστική θεσμικότητα, ὅπου σύν τοῖς ἄλλοις εἶναι ἀπαραίτητη ἡ λειτουργία τοῦ “primus inter pares” (ἡ διακονία τῆς Μητρός Ἐκκλησίας), ποτέ ὅμως ἡ μονίμως ἀλαζονεύουσα, διεκδικητική καί διαλυτική ἔπαρση τῶν pares ἄνευ primus.

Πόσο θλιβερό εἶναι νά μεθοδεύονται διαρκῶς οἱ σκοπιμότητες τῆς ἀνηκοΐας (τ.ἔ. ἡ ἐπιβολή τῆς ἀφωνίας) στή θεανθρώπινη ἐκκλησιαστική λειτουργία καί μιά περίεργη πολυ-πολυφωνική χορωδία παγιωμένων ἀνθρώπινων θελημάτων; Γιά ἕνα παλαιό ἔργο στήν πανανθρώπινη “σκηνή” ὑποβιβάζουμε τήν ἐκκλησιαστικότητα σέ βαρύγδουπο θεσμικό κατά τῶν πνευματικῶν μας γεννητόρων ὅπλο!

Ἐπί προσχήμασι σβήνουμε ἀπό τή (δῆθεν) ἐκκλησιαστική μας συνειδητότητα καί ταυτότητα ἐκεῖνο τό “οὕτως οἱ πολλοί ἕν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δέ καθ᾽ εἷς ἀλλήλων μέλη” (Ρωμ. 12,5) καί ἐπιχειροῦμε νά ἀνατρέψουμε τήν ἐκκλησιαστική ἐνιστορικότητα τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας σέ πλαστογραφήσεις τῆς ἱστορικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκεραιότητας, σέ πλαστογραφήσεις τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Αὐτό ἀτυχέστατα ἀποτολμήθηκε ὡς ἀπόκριση τῆς Ρωσικῆς μονοφωνίας στήν φετινή ἀναγκαία ἐκχώρηση αὐτοκεφάλου ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διακονικά καί δικαιωματικά πρός τό κατακερματισμένο Οὐκρανικό “ἐκκλησιαστικό” πλήρωμα.

Δέν εἶναι ἡ πρώτη Ρωσική ἀπόπειρα (βλ. πρόσφατη διαδικτυακή δημοσίευση ἐκτενοῦς μελέτης τοῦ ὁμ. Καθηγητῆ Βλ. Φειδᾶ “Ἡ Συνοδική Πράξη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (1686) καί ἡ Αὐτοκεφαλία τῆς Ἐκκλησίας Οὐκρανίας”, 28.11.2018• καί τό βιβλίο τοῦ ἐπισκόπου Διοκλείας Καλλίστου Γουέαρ, “Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία”, ἐκδ. “Ἀκρίτας”, σσ. 188ἑξ.).

Προηγήθηκαν τόσες ἀπόπειρες, τόσες προσχεδιασμένες εὐθεῖες καί πλάγιες ὑπονομεύσεις ἀποβίωσης τῆς Πανορθόδοξης ἀκεραιότητος, τῆς Πανορθόδοξης ἑνότητος, τῆς Πανορθόδοξης ἐν Χριστῷ πληρότητος! Μέ κραυγαλέα δείγματα τούς προτεσταντισμούς ἀπό Πατριαρχείου σέ Συνοδική “ἐκκλησία” ἐπί ἡμερῶν τοῦ τσάρου Πέτρου, τίς μετέπειτα ἁρπακτικές διεργασίες στήν Ἀντιόχεια, στά Ἱεροσόλυμα, στό Ἁγιονόρος!

Μέ ἀδυσώπητα δείγματα τίς παρωθήσεις τοῦ Βουλγαρισμοῦ (ἐθνικιστικά καί ἐξαρχικά) σέ βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς ἑνιαίας ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας του ὡς ψυχῆς τῆς Ρωμιοσύνης! Μέ τίς ἀπορροές πρός μιάν προτεσταντίζουσα φιλοσοφική θεολογία (δέν ἦταν βεβαίως οἱ μόνοι μαθητές ἐκείνου τοῦ πειρασμοῦ).

Μέ τίς φιλόδοξες ἀντιγραφές μιᾶς παπίζουσας ἐξουσιομανίας, πού δέν ἔπαψε νά “καπηλεύεται” μέχρι σήμερα τήν ἄλλη, τήν ὄντως ἐκκλησιαστική καί πνευματική καί ἐμπειρική καί θεολογική αἴγλη ἁγίων Ἱεραρχῶν καί τόσων Ὁσίων καί Νεομαρτύρων καί Ἁγίων καί νεότερων οἰκουμενικῶν ὀρθοδόξων θεολόγων ρωσικῆς καταγωγῆς, ὅπως καί λογοτεχνῶν παγκοσμίου κύρους μέ ὁμολογιακό ἅγιο μεγαλεῖο ψυχῆς καί προσφορᾶς.

Αὐτοί οἱ τελευταῖοι, οἱ Ἅγιοι, ἐβίωσαν καί συνεισέφεραν μιάν ἁγιοπνευματική χαριτοδωρία καί καρποφορία, νεώτερη ὅμως ἱστορικά (μέ ὅ,τι μπορεῖ αὐτό νά σημαίνει), καί πάντως ἀπρόσφορη γιά μεγαλοϊδεατισμούς καί ἀρχομανίες.

Σέ ὅλα τά ἄλλα θλιβερότατα ἱστορικά δείγματα, τῆς δευτερογενοῦς ρωσικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τῆς στρατευμένης σέ μεγαλοϊδεατισμούς κάθετα ξένους πρός τό Πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ματαιοπονοῦμε ἄν διερευνήσουμε νά ἀνεύρουμε τουλάχιστον ἕνα ἱστορικό “ἄλλοθι” (ἄν μποροῦμε νά μιλήσουμε γιά κάτι τέτοιο).

Ναί! Δέν ὑπάρχει τουλάχιστον μιά ἱστορική “αὐτοδικαίωση”, τουλάχιστον μιάν “ἀρχαία Ἀποστολική καί Ἁγιοπατερική ἀφετηρία” στήν ἱστορία, στήν παρουσία, στή συνεισφορά τῆς τοπικῆς (καί τοπικιστικῆς) Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας πρός τήν πανορθόδοξη ταυτότητα καί πληρότητα καί ἑνότητα καί ὡριμότητα.

Θά ἀποτολμήσω κάτι, λυπούμενος καί ζητώντας προκαταβολικά συγχώρηση: σέ τόσα παραδείγματα ἀποτυχίας ἔναντι τῆς οὐσίας καί τῆς ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας, μᾶλλον διαγινώσκουμε μιάν ἐφηβική ἐπιθετική Ρωσική ἀνωριμότητα ἔναντι τῆς εὐλογημένης ἱστορικῆς “Εὐεργέτιδος”, τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, τῆς ἱστορικά Ἀποστολικῆς καί πολλαπλά Ἁγιοσυνοδικῆς!

Καί εἶναι θλιβερότατο νά διαλαλεῖται ἀκόμη καί σήμερα ἔργῳ καί λόγῳ μιά τόσο ἀνώριμη ἐφηβική ἐμμονή στήν ἕωλη αὐτάρκεια τῶν φαινομένων, τῶν ποσοστῶν καί τῶν ἀριθμῶν, πού θυμίζουν ἐκείνη τήν πρωτοχριστιανική ἀμφισβήτηση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀπό τίς αὐτάρεσκες Κορινθιακές ὁμαδοποιήσεις.

***

Παρά τίς ἀντίθετες νηφαλιότερες ἀπόψεις μερικῶν Ρώσων ἱεραρχῶν (ναί, ὑπάρχουν μετά λόγου γνώσεως καί σοβαρότατες ἀντιρρήσεις στήν πρόσφατη ἐκτροπή τῶν Ρώσων), ἡ πρόσφατη ἐπίσημη “ἀπάντηση” τῆς Ρωσικῆς “ἐξουσιαστικῆς” μονοφωνίας ἀπέναντι στήν ἱστορική εὐθύνη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τῆς ἀπαραίτητης Προεδρικῆς του διακονίας, ἐπιχειρήθηκε ἀτυχέστατα: μέ μιάν εὐθεία προσβολή κατά τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, μέ μιάν εὐθεία προσβολή κατά τῆς ἐκκλησιαστικῆς διάρκειας τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐνανθρωπήσεως, μέ μιάν εὐθεία προσβολή κατά τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνεργοῦ παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στό ἐκκλησιαστικό σῶμα καί μέ τόν ὑποβιβασμό του σέ ἐργαλεῖο “ἐκφοβισμοῦ”, σέ ἐργαλεῖο “πολιτικῆς”, σέ ἐργαλεῖο “ὀπαδοποίησης”, σέ ἐργαλεῖο “κοσμικοποίησης” τῆς Ἐκκλησίας!

Διέκοψαν ἐκβιαστικά τήν εὐχαριστιακή κοινωνία μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἀπαγόρευσαν στούς κληρικούς τους ἐπί ποινῇ καθαίρεσης νά συλλειτουργοῦν καί τούς πιστούς ἐπί ποινῇ μικροῦ ἀφορισμοῦ νά κοινωνοῦν σέ ἐκκλησίες ὅπου μνημονεύεται ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης (τ.ἔ. καταφρόνησαν τή λειτουργική συνοχή τῆς Οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, τή λειτουργική κι εὐχαριστιακή ἑνότητα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας καί προτίμησαν τά κλαδιά τοῦ κορμοῦ νά ἐπιβάλουν εἰς ἑαυτά τήν… διακοπή τῆς σχέσης).

Πολύ ὀρθά ἐπισήμανε τήν ἀρνητική ἀπήχηση μιᾶς τέτοιας “πολιτικῆς κίνησης” (στή μυστηριακή, τή διορθόδοξη καί τήν κοινωνική συνέπειά της) ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας κ.κ. Ἀναστάσιος, ἄκρως μέν εὐγενικά, πάντως ὅμως θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά, ἀποκρινόμενος μέ δυό λόγια στήν ἐκτροπή τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας περί τίς περίεργες αὐτές ἐπιλογές καί τόν παραλογισμό.

Καί ὁ ἀδελφός ἅγιος Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ἀνέλυσε τούτη τήν ἐκτροπή, ἑρμηνεύοντας τίς νεότερες (καί μοναδικές) ἱστορικές της ρίζες: τόν θεολογικό παραμερισμό τοῦ ἱεροκανονικοῦ ἁγιοσυνοδικοῦ συστήματος τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀποκλειστική πρόταξη τῆς λειτουργικῆς κοσμικῆς μεγαλοπρέπειας καί τῆς τοπικῆς λειτουργικῆς αἴσθησης ὡς “ὑπαρκτικῆς ἐξουσιαστικῆς αὐτάρκειας”, ὡς “ὀργάνου ἐξουσίας”.

Τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, καρπός πολλαπλῶν ἐκκλησιολογικῶν προσφορῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, θέλει δυναστικά καί διεκδικητικά νά συνεχίσει στήν Οὐκρανία γιά λόγους ἐξουσιαστικούς καί ἐπεκτατικούς καί κοσμικούς μιά ἀνοιχτή πληγή ἀπό αἰώνων καί προπαντός ἀπό τό 1917 καί τό 1930 (ἐκείνων τῶν δίσεκτων χρόνων γιά πολλούς ἀνομοιογενεῖς πληθυσμούς καί χῶρες).

Καί τό μέν τοπικό πολυδιχασμένο ἐκκλησιαστικό πλήρωμα τῆς Οὐκρανίας δικαιοῦται ἐπιτέλους κατά Χριστόν νά ξαναβρεῖ σήμερα τήν κατακερματισμένη του ἑνότητα, ὥστε νά προχωρήσει αὔριο σέ μιά νηφαλιότερη καρποφορία ἐκκλησιαστική, χριστιανική, πνευματική, ὀρθόδοξη. Γιατί ὄχι καί νά σταθεῖ τελικά ἑνοποιός ὑποδομή ἐκκλησιαστικῆς προσέγγισης μεταξύ Ρωσίας καί Οὐκρανίας, μιά κυριολεκτικά πνοή ζωῆς γιά μιάν εὐρεία περιοχή…

Ὅμως, ἡ Ρωσική Ἐκκλησία ἀδιαφορεῖ παντελῶς γιά τόν ποιμαντικό ἀντίκτυπο τῆς σταθερῆς ἄρνησης ἀπέναντι στά δεδομένα δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Ὑπολογίζει αὐτάρεσκα τήν ἀπροσδιόριστη ἐπιφάνεια τῶν ἀριθμητικῶν ποσοστῶν της καί κάποιας εὔλογης στήριξης μερικῶν, κυρίως τῶν Σλαβικῶν (!) Ἐκκλησιῶν (ἄν αὐτό τό ἐπίθεμα μπορεῖ νά σταθεῖ θεολογικά καί πραγματικά ἐμπρός ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ). Καί ἀνασταυρώνει τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ μέ μιά πολιτική κοσμικότροπη καθαρά. Ἀνασταυρώνει καί τήν διαιρεμένη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, μέ μοχλό κυρίως τά διαγενόμενα στόν 20ό αἰ., τά 70 χρόνια τῆς ΕΣΣΔ.

Στήν διενεργούμενη ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο διαδικασία αὐτοκεφαλίας πρός τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα τῶν ὀρθοδόξων τῆς Οὐκρανίας ἀντιδρᾶ:

―μέ “μαχαίρι” τόν διαδιδόμενο καί μή διαιρούμενο Χριστό τοῦ κοινοῦ ἁγίου Ποτηρίου! (ἄπαγε τῆς βεβηλώσεως)

―μέ “μαχαίρι” τό ἐπιφοιτοῦν ἕν Πνεῦμα τῆς μιᾶς κοινωνίας, πού προσφέρεται καί μετέχεται εὐχαριστιακά! (ἄπαγε τῆς βλασφημίας)

―μέ “μαχαίρι” τήν ἀλλοτριωτική ψευδαίσθηση μιᾶς ἀριθμητικῆς πληθυσμιακῆς ἀναλογικῆς, μιᾶς κοσμικῆς πληθυσμιακῆς ποσοτικότητος, μιᾶς κοντόφθαλμης ἀνθρωποπαθοῦς ἑρμηνείας τῆς ἱστορίας, πού τελικά ἀπομειώνει βλασφήμως τόν Κύριό μας τῆς ἐνανθρωπήσεως, τό Χριστό τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί πίστεως, τό Σωτήρα τῆς ἱστορικῆς βιβλικῆς ἀποκαλύψεως, τό Κύριο καί Θεό μας τῶν ἁγίων Συνόδων σέ ἀνθρωποποιημένη καί ἀνύπαρκτη ὀντότητα! (ἄπαγε τῆς ἀποσχίσεως ἀπό τό ἕν Σῶμα τῆς μιᾶς Κεφαλῆς καί τοῦ ἑνός Πνεύματος).

Διότι ἄν ὁ Κύριος μᾶς ἔσωσε εἴτε βάσει τῶν φαινομενικῶν ἀριθμητικῶν ποσοστιαίων αὐξήσεων τῆς πίστεως καί τῶν πιστῶν, εἴτε βάσει τῶν ἐθνοτικῶν μας προτεραιοτήτων, τότε αὐτόχρημα ἀπομειώνουμε τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως, τό χωρίζουμε ἀπό τόν ἱστορικό Λυτρωτή καί Σωτήρα, τό διαπραγματευόμεθα σύμφωνα μέ παγκόσμιες πληθυσμιακές καί ἐθνοτικές ἀναλογίες, τό φαντασιωνόμαστε σύμφωνα μέ τίς δικές μας ἱστορικές ἐκδοχές σέ ἄλλα χρόνια διαφορετικά ἀπό τήν ἐνιστορικότητά του, τό ἀποχωρίζουμε ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τό ἐμπορευόμεθα ἐξουσιαστικά σύμφωνα μέ ἀνθρωποπαθεῖς ψευδαισθήσεις καί ψυχαναγκασμούς ἐξουσιαστικούς.

Αὐτόχρημα χωριζόμεθα τοῦ Χριστοῦ καί γινόμαστε κάτι ἄλλο, κάτι διαφορετικό ἀπό ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, ἡ Ἐκκλησία τῆς θείας λειτουργίας καί τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας (ὅπως θέλησαν νά τήν προφυλάξουν ὁροθετικά ἱεροί κανόνες καί δογματικές διδαχές).

Ὅσο κι ἄν ἐπιμείνουμε στόν ἑκάστοτε μεταβαλλόμενο θεσμικό ἐνιστορισμό τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας, ὡς τό ρεαλιστικό κριτήριο τῶν ἱεροκανονικῶν λειτουργιῶν καί δικαιωμάτων, πάντως ἐπ᾽ οὐδενί δέν γίνεται νά ἀποδυθοῦμε τήν ἐκκλησιολογία τῆς ἑνότητος πρός τόν Χριστό καί πρός ἀλλήλους, ὡς θεολογική καί λειτουργική, δικαιϊκή καί κανονική, θεσμική καί ἱστορική διαχείριση, διακονία, μαρτυρία τοῦ μυστηρίου τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Β΄ Κορ. κεφ. 5).

Ἀναλογίζομαι ἄν θά ἀποτολμούσαμε κατενώπιον τοῦ Χριστοῦ τέτοιες “παραφράσεις” ἀνομολόγητων ποσοτικῶν κοσμικῶν ἀρχηγισμῶν. Σέ πεῖσμα τῆς (τουλάχιστον ρεαλιστικά αὐτονόητης) καθ᾽ ἕκαστα αὐτοκέφαλης ποιμαντορίας τῶν λαῶν. Σέ πεῖσμα καί τῆς σωτηρίας τους.

***

Ὅσο γιά μᾶς, ἐδῶ στά δύστηνα σύνορα τόσων ἐντεταλμένων ἀπορροῶν, τί ἄλλο μπορεῖ νά μᾶς παρακινήσει σ᾽ αὐτό τό ἀπευκταῖο τόλμημα τῶν ὀδυνηρῶν ἀναλύσεων; σ᾽ αὐτήν τήν ἔμπονη ἀποτίμηση καί συνάμα δεητική κραυγή πρός τόν μόνον δυνάμενον σῶσαι;

Τί ἄλλο, ἀπό τή μετεχόμενη ἐκκλησιαστική μας ταυτότητα καί δυνατότητα μαζί μέ ὅλους τούς ὀρθοδόξους (μέσα ἀπό τίς ἀρχαῖες καί τίς νεότερες θεσμικές δομικές ἑνότητες), δῶρο τοῦ Χριστοῦ μας ἐν Πνεύματι κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός!

Καί συνάμα ἐντολή καί ἄθλημα ἱεραποστολῆς σέ ἕνα κόσμο πολυδιεσπασμένο, ὅπου ὁ Θεός μᾶς θέλει ἁγιασμένους καί ἑνωμένους.

Δέν μᾶς θέλει κομματιασμένους, μοιρασμένους, μέ ἐμμονές στά ὁποιαδήποτε κοσμικά μας κριτήρια, πού δέν ἀντέχουν οὔτε στήν “κοσμική” οὔτε στήν “αἰώνια” χριστολογική κι ἐκκλησιολογική ἐσχατολογία.

† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος

Εμφανίσεις: 182111
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: