Τί «ομιλούν τα κείμενα» στην πραγματικότητα;

Γράφει ο Ιερομόναχος Ευγένιος
Το Σεπτέμβριο του 2018 ο Οικουμενικός Θρόνος έκανε μερικές ενέργειες και δηλώσεις σχετικά με την εκκλησιαστική κατάσταση στην Ουκρανία, οι οποίες εκ πρώτης όψεως φαίνονται ως αποκατάσταση του δικαίου.
Συγκεκριμένα, ο Οικουμενικός Θρόνος έκανε μνεία των εγγράφων του 1686, σύμφωνα με τα οποία ο μητροπολίτης Κιέβου υπαγόταν πλέον στη δικαιοδοσία του Πατριάρχου Μόσχας.
Αυτά τα έγγραφα περιέχουν την παράκληση να μνημονεύει ο μητροπολίτης Κιέβου «εν πρώτοις» τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως με τον Πατριάρχη Μόσχας. Βασιζόμενη σ´αυτήν την παράκληση, ορισμένοι σήμερα συμπεραίνουν, ότι παρά την μεταβίβαση της Μητροπόλεως Κιέβου στο Θρόνο Μόσχας, αυτή παρέμεινε υπό το ωμοφόριο του Οικουμενικού Πατριάρχου· το γεγονός, που δίνει στον τελευταίο το δικαίωμα να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Την άνω θέση μπορεί κανείς να σχολιάζει διαφορετικά, αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη δύο ουσιαστικά πράγματα·
1) Για το Θρόνο της Μόσχας το Κίεβο δεν είναι μια απλή μητρόπολη. Ιστορικά το Πατριαρχείο Μόσχας είναι ο άμεσος διάδοχος της Μητροπόλεως «πάσης Ρωσίας» που δημιουργήθηκε στους βυζαντινούς χρόνους. Η καθέδρα της Μητροπόλεως πάσης Ρωσίας κάποτε βρισκόταν στο Κίεβο, ύστερα στη Μόσχα (περί του θέματος· πώς και γιατί βλ. ΣΧΟΛΙΟ Α´). Ως εκ τούτου, οποιεσδήποτε έξωθεν επεμβάσεις στις εκκλησιαστικές υποθέσεις του Κιέβου, για το Θρόνο της Μόσχας είναι σαν να αμφισβητεί κανείς τα δικαιώματα της ίδιας, της καθέδρας της Μόσχας. Σαν να λέμε σ´ένα μεσήλικο, ότι τα παιδικά του χρόνια δεν του ανήκουν και για αυτό στερείται και τα δικαιώματα κληρονομιάς της πατρικής περιουσίας. Όπως φαίνεται εκ των πραγμάτων, για τον Οικουμενικό Θρόνο δεν αποτελεί αυτό πρόβλημα, αλλά οι λοιπές κατά τόπους Εκκλησίες πώς θα μπορέσουν να λένε στο εξής στους Πατριάρχες Μόσχας, ότι αρνούνται την ιστορική κληρονομιά τους; (Τότε από πού εμφανίστηκε η μητρόπολη Κιέβου, περί της οποίας ομιλούν τα έγγραφα του 1686; Για αυτό το «έκθετο» της Ρώμης, το οποίο η Κωνσταντινούπολη δέχτηκε σε κοινωνία μόνο το 1467, βλ. ΣΧΟΛΙΟ Β´).
2) Στις τελευταίες δηλώσεις του Οικουμενικού Θρόνου άδικα δίνεται τόσο υπερβολική σημασία στα έγγραφα του 1686. Για την πραγματική θέση των εγγράφων σαφώς ομιλεί το γεγονός, ότι το πρωτότυπο του κύριου Γράμματος, του Πατριάρχου και της Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως προς τον Πατριάρχη Μόσχας, προ πολλού έχει απολεσθεί και το ελληνικό κείμενο βρέθηκε σ´ένα αντίτυπο, δημοσιεύτηκε δε μόνο το 2017. Άρα μ´αυτό το «υπερσημαντικό» έγγραφο κανένας δεν ενδιαφέρθηκε μέχρι και το περασμένο έτος! Στην πραγματικότητα, το Πατριαρχείο Μόσχας ως κληρονόμος της παλαιάς βυζαντινής Μητροπόλεως «πάσης Ρωσίας» καθόλου δεν χρειαζόταν κάποια άλλα έγγραφα από την Κωνσταντινούπολη. Τα δικαιώματά του είχαν αναγνωριστεί επανειλημμένως από πολλά έγγραφα, π.χ. Πατριαρχικό και Συνοδικό Γράμμα του Πατριάρχη Παϊσίου Α´ του 1654, όπου ο προκαθήμενος Μόσχας ονομάζεται Πατριάρχης όχι μόνο Μεγάλης, αλλά και Μικράς Ρωσίας (δηλ. της Ουκρανίας).
Περί το 1685 η εκκλησιαστική ζωή της στην Αριστερή Όχθη της Ουκρανίας ήδη εξαρτιόταν μόνο από τη Μόσχα.
Ζητώντας Γράμμα από την Κωνσταντινούπολη σχετικά με τον Μητροπολίτη Κιέβου, η ρωσική κυβέρνηση δεν ζητούσε «άδεια από το αφεντικό», αλλά ήθελε να εξασφαλίσει δικαιώματα και θρησκευτική ελευθερία του ορθόδοξου πληθυσμού της Δεξιάς Όχθης της Ουκρανίας, ο οποίος ήταν υπό την εξουσία της Πολωνίας.
Έναν μητροπολίτη εκλεγμένο στην Μόσχα η πολωνική κυβέρνηση μπορούσε να μην αναγνωρίσει, ενώ η άμεση εκκλησιαστική κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη από το 1676 απαγορευόταν με απειλή θανατικής ποινής (!).
Αλλά να αρνηθεί μητροπολίτη εγκεκριμένο από την Κωνσταντινούπολη η πολωνική εξουσία δεν μπορούσε, με την ισχύ των προηγουμένως υπογεγραμμένων συμφωνιών.
Για αυτό και η μόνη λύση ήταν να θέτει η Μόσχα και να εγκρίνει η Κωνσταντινούπολη τον εκάστοτε μητροπολίτη Κιέβου· αυτή υπήρχε η μοναδική δυνατότητα για την Ορθοδοξία να υφίσταται όχι μόνο στην Αριστερή, αλλά και στην Δεξιά όχθη της Ουκρανίας, που βρισκόταν υπό την πολωνική εξουσία. Τέτοια έγκριση τελικά επετεύχθη - ακριβώς στα Γράμματα του 1686.
Στα Γράμματα, τα οποία έστειλε ο Κωνσταντινουπόλεως Διονύσιος Δ΄ προς τον Μόσχας, τους Βασιλείς της Μόσχας και τον Ουκρανό Χατμάνο, περικλείονται τα περί μεταβιβάσεως στον Πατριάρχη Μόσχας («ὅ τε ἤδη καὶ οἱ μετὰ τοῦτον») της ιεραρχικής και δικαστικής εξουσίας επί του Μητροπολίτου Κυέβου, όπως επίσης και η παράκληση να δεσμευθεί ο Μητροπολίτης Κυέβου και να μνημονεύει «ἐν πρώτοις» τον Κωνσταντινουπόλεως και τον Μόσχας.
Αξιοσημείωτο, ότι πρώτος που παρερμήνευσε αυτή την παράκληση ήταν ο Β. Μ. Λουριέ, μελετητής από την Αγία Πετρούπολη και ταυτόχρονα «επίσκοπος» της λεγόμενης «προσωρινής εκκλησιαστικής διοικήσεως», μιας των σχισματικών παραφυάδων.
Ότι δήθεν η μη εκπλήρωση αυτής της παρακλήσεως δίδει στην Κωνσταντινούπολη δικαίωμα να ανακτήσει τον έλεγχό της του Κιέβου.
Αργότερα μερικοί άλλοι μελετητές άρπαξαν αυτήν την ιδέα και τέλος αυτή έλκυσε την προσοχή των Ιεραρχών του Οικουμενικού Θρόνου. Και να, βλέπουμε πώς μια αλλόκοτη ιδέα, που ρίχνει ένας, μπορεί να επιφέρει τεράστιες ιστορικές συνέπειες.
Στην πραγματικότητα, η παράκληση περί μνημονεύσεως του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως από τον μητροπολίτη Κιέβου δεν αποτελεί αφορμή για επέμβαση (εισπήδηση) – πράγμα που παρακολουθούμε σήμερα (γιατί; Βλ. ΣΧΟΛΙΟ Γ´).
Ίσως όλα αυτά δεν θεωρούνται προβλήματα από τον Οικουμενικό Θρόνο, ο οποίος ήδη επέμβει στις ουκρανικές υποθέσεις και, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να επεμβαίνει.
Το ζήτημα είναι αν οι λοιπές Ορθόδοξες Τοπικές Εκκλησίες είναι έτοιμες για το μεγάλο σχίσμα που ωριμάζει (διότι το Πατριαρχείο Μόσχας a priori δεν θα υποχωρήσει στις ενέργειες του Οικουμενικού Θρόνου· γιατί, βλ. άρθρο 1).
Αυτού του σχίσματος ο κύριος ιδεολόγος έγινε ο εκ Πετρουπόλεως «αληθινός ορθόδοξος», απατεώνας που για πολλά χρόνια περιέπαιζε την «World Orthodoxy», όπως αυτός καταφρονητικά ονομάζει την κοινωνία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.
Επίλογος. Εν κατακλείδι πρέπει να σημειώσουμε και το εξής· οι απόψεις μπορεί να διίστανται· τα παράπονα μπορούν να εκφραστούν με διάφορους τρόπους· ο τρόπος όμως τον οποίο διάλεξε ο Οικουμενικός Θρόνος -προκλητική εισπήδηση βάσει υπόπτων ιστορικών πληροφοριών και μάλιστα την ώρα του εμφυλίου πολέμου- είναι εξ αρχής καταδικασμένος για αποτυχία ως προς την εξάλειψη των αλληλοπαραπόνων.
Πολύ πιθανόν όμως, ο Οικουμενικός Θρόνος να επιδιώκει κάποιο άλλο σκοπό. Άγνωστο μένει για μας μόνο εκείνο, αν οι άλλες Τοπικές Εκκλησίες έχουν τον ίδιο σκοπό ή όχι.
ΣΧΟΛΙΑ
ΣΧΟΛΙΟ Α´. Περί της μεταθέσεως της καθέδρας του Κιέβου στη Μόσχα.
Στη Σύναξη της Ιεραρχίας του Οικουμενικού Θρόνου η Α. Θ. Π. στο λόγο του ανέφερε, ότι η μετάθεση της καθέδρας των μητροπολιτών Κιέβου στη Μόσχα ήταν «αντικανονική».
Φαίνεται ο Παναγιώτατος σ´αυτό εμπιστεύτηκε υπερβολικά στο σύμβουλό του, τον επίσκοπο Χριστουπόλεως Μακάριο.
Ο εν λόγω ιεράρχης βρήκε έγγραφα σχετικά με την μετάθεση της καθέδρας στο Βλαδίμηρο, αλλά δεν βρήκε τίποτα όσο αφορά την μετάθεση στη Μόσχα, και ΠΡΟΧΕΙΡΑ συμπέρανε, ότι το κέντρο της Ρωσικής Εκκλησίας μετατέθηκε στη Μόσχα «αντικανονικά».
Πράγματι, διασώζεται και είναι γνωστή στους επιστήμονες η Πατριαρχική Πράξη μεταθέσεως της έδρας των Μητροπολιτών Κιέβου στο Βλαδίμηρο.
Εξεδόθη το 1354 όταν ως Μητροπολίτης πάσης Ρωσίας ενεκρίθη ο Άγιος Αλέξιος.
Η Πράξη αναφέρει ότι ο κατ 'εξοχήν τόπος διαμονής του Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ρωσίας είναι «…ἐν τῷ Βλαντιμοίρῳ… ἀναφαιρέτως καὶ ἀναποσπάστως εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα».
Αλήθεια, θα διερωτάτο κανείς: και τί σχέση έχει μ΄ όλα αυτά η Μόσχα; Πρέπει όμως να ληφθούν υπόψη τα εξής·
• Ο πρώτος που μετέφερε την έδρα του στη Μόσχα μερικούς μήνες πριν το θάνατό του το 1325 ήταν ο Μητροπολίτης Κιέβου Άγιος Πέτρος.
• Ο διάδοχός του, Άγιος Θεόγνωστος, Έλληνας που ουδεμία σχέση είχε αρχικά με την Ρωσία (δηλαδή ένας Ιεράρχης που ασκούσε την άμεση βούληση Κωνσταντινουπόλεως!), κατόπιν ελεύσεώς του στη Ρωσία το 1326, μόλις για λίγο επισκέφτηκε το Κίεβο και το Βλαδίμηρο και στη συνέχεια αμέσως εγκαταστάθηκε στη Μόσχα το ίδιο έτος, το 1326!
• Ο διάδοχος του Αγίου Θεογνώσου Άγιος Αλέξιος, ο οποίος γεννήθηκε και έζησε στη Μόσχα, ήταν εκείνος, ο οποίος παρέλαβε το Γράμμα του 1354.
Το Γράμμα μεταθέσεως της έδρας των Μητροπολιτών Κιέβου στο Βλαδίμηρο του 1354 εξεδόθη όχι από κάποιο άλλο, άλλα από τον ίδιο τον Άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο, ένα σοφότατο Ιεράρχη της εποχής του.
Μα, είναι δυνατόν να υποθέσουμε, ότι ο Άγιος Φιλόθεος ήταν τόσο ελλιπώς ενημερωμένος για τις ρωσικές υποθέσεις; Άραγε δεν γνώριζε, ότι οι Μητροπολίτες Κιέβου εδώ και 30 (!!!) χρόνια διέμειναν στη Μόσχα και ότι ο Άγιος Αλέξιος, στον οποίο έστελνε το Γράμμα, καταγόταν από τη Μόσχα και το Γράμμα θα αποστελλόταν πάλι στη Μόσχα;
Σε κάθε μελετητή της ιστορίας εκείνης της εποχής είναι γνωστό, ότι ο τίτλος «τοῦ Βλαδιμήρου» χρησιμοποιείται στο Γράμμα ως τιμητικό συνώνυμο του τίτλου «της Μόσχας», διότι εκείνο το διάστημα η Μόσχα τυπικά ήταν μια απλή ηγεμονία, ενώ το Βλαδίμηρο από συνήθεια θεωρείτο «μεγάλη ηγεμονία», και μάλιστα «μεγάλοι ηγεμόνες του Βλαδιμήρου» τον 14 αιώνα ανεδείκνυντο κατ’εξοχήν ακριβώς οι ηγεμόνες της Μόσχας.
Από το 1389 η μεγάλη ηγεμονία Βλαδιμήρου κατέληξε σε κληρονομική ηγεμονία των ηγεμόνων της Μόσχας, ενώ ο προσδιορισμός «μεγάλος ηγεμόνας του Βλαδιμήρου» εντάχθηκε τελικά στον τίτλο των κυβερνητών της Μόσχας.
Στη Ρωσική Εκκλησία κατά τη διάρκεια των επερχομένων αιώνων ο εκκλησιαστικός τίτλος «του Βλαδιμήρου» δεν απονέμετο σε Επισκόπους «της σειράς», αλλά τον κράτησε ο Μητροπολίτης και μετέπειτα ο Πατριάρχης πάσης Ρωσίας (ενώ ο Επίσκοπος που στην πραγματικότητα διέμεινε στο Βλαδίμηρο, είχε τίτλο ο «Σουζδαλίου»).
Μ’ αυτόν τον τρόπο, η ευλογία μεταφοράς της έδρας στο Βλαντιμήρ ταυτιζόταν με την ευλογία μεταφοράς αυτής στη Μόσχα.
Εδώ να επισημάνουμε ότι το 1589 στη Μόσχα διεξήχθησαν αξιοσημείωτες συνομιλίες μεταξύ του Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Β’ και της Ρωσικής Κυβερνήσεως: ο Ιερεμίας έλαβε πρόταση μεταφοράς της έδρας των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Ρωσία. Απροσδόκητα ο Πατριάρχης δέχθηκε την πρόταση, όμως μόλις έμαθε ότι ο τόπος της φιλοξενίας της θα ήταν Βλαδίμηρο, αμέσως παλινώδησε, δηλώνοντας ότι δέχεται μόνο να μετακομίσει στη Μόσχα, εφόσον εκεί είναι, όπου διαμένει ο τσάρος.
Δεν είναι επίσης λιγότερης σημασίας το γεγονός ότι μετά από 100 χρόνια η μετάθεση της καθέδρας Κιέβου όχι οπουδήποτε, αλλά συγκεκριμένα στην Μοσχοβία, έλαβε έγκριση από τον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, τον πρώτο Οικουμενικό Πατριάρχη μετά την Άλωση.
Στις ερωταποκρίσεις του κανονικού χαρακτήρα προς τον Δεσπότη Σερβίας Γεώργιο γράφει, ότι η καθέδρα «Κιέβου και πάσης Ρωσίας» βρίσκεται στην «Μοσχοβία», διότι το Κίεβο βρέθηκε στα χέρια «των λατίνων».
Αυτός ο λόγος του επιβεβαιώνει ότι η Κωνσταντινούπολη αναγνώριζε όσο την εκλογή του Αγίου Ιωνά ως μητροπολίτη Μόσχας το 1448, τόσο και τα δικαιώματά του σε «πάση Ρωσία», μη εξαιρουμένου και του Κιέβου...
ΣΧΟΛΙΟ Β. Περί δημιουργίας της Μητροπόλεως Κιέβου ως μέρους του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως κατά την Τουρκοκρατία.
Στις τελευταίες δεκαετίες του Βυζαντίου η Ρωσική Εκκλησία ήταν ενιαία, δεν ήταν μερισμένη.
Παρόλο που υπήρχαν προσπάθειες να μεριστεί τον XΙV αι., περί το 1410-1420 όλη η Ρωσική Εκκλησία, παρά τα κρατικά σύνορα εκείνης της εποχής που τους χώριζαν, ήταν πλήρως ενωμένη υπό την εξουσία ενός Μητροπολίτη πάσης Ρωσίας, ο οποίος ευρισκόταν κυρίως στη Μόσχα. Αυτός ήταν ο Άγιος Φώτιος, Ρωμαίος Έλληνας.
Ο τελευταίος μητροπολίτης στη Ρωσία από το Βυζάντιο ήταν ο Έλληνας Ισίδωρος, ένας από τους πρωτεργάτες της ουνίας Φερράρα-Φλωρεντίας.
Ο διάδοχός του, άγιος Ιωνάς, εξελέγη το 1448 χωρίς τη συμμετοχή της Κωνσταντινουπόλεως, διότι τότε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ήταν στα χέρια των ουνιτών.
Η εξουσία του αγίου Ιωνά, όπως και του αγίου Φωτίου αναγνωρίστηκε και στις περιοχές υπό τον Πολωνό-Λιθουανό βασιλιά. Αλλά ο πρώην μητροπολίτης και νυν καρδινάλιος Ισίδωρος δεν ησύχαζε και κατόπιν προτροπής του στη Ρώμη το 1458 χειροτονήθηκε ουνίτης μητροπολίτης πάσης Ρωσίας, μαθητής του Ισιδώρου Γρηγόριος.
Το 1459 αυτός πήγε στον Πολωνό βασιλιά Καζίμηρο Δ´, ο οποίος υπέταξε σ´αυτόν τον ουνίτη μητροπολίτη όλες τις ορθόδοξες επαρχίες στην χώρα του. Η Μοσχοβίτικη Ρωσία δεν αναγνώρισε την εκλογή του Γρηγορίου.
Το ίδιο έκανε στην αρχή και το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, το οποίο είχε καθαριστεί τότε από την Ουνία.
Μόνο το 1467 η Κωνσταντινούπολη δέχτηκε Γρηγόριο τον Βούλγαρο σε κοινωνία, μάλιστα χωρίς καν τη μετάνοια.
Έτσι δημιουργήθηκε η «εναλλακτική» Μητρόπολη Κιέβου, η οποία εκδικήθηκε τα δικαιώματα της ιστορικής Μητροπόλεως με κέντρο στη Μόσχα.
Κατά το 1686 απ´αυτήν την μητρόπολη έμειναν μόνο δύο (!) ορθόδοξοι επίσκοποι· οι δε υπόλοιποι ή είχαν ασπαστεί την Ουνία ή είχαν δώσει γραπτή υπόσχεση στις πολωνικές αρχές να το κάνουν.
Και οι δύο επίσκοποι είχαν φανερά προμοσχοβίτικη θέση. Ο δε ένας από αυτούς, Λάζαρος, για πολλά χρόνια ήταν de facto τοποτηρητής της καθέδρας του Κιέβου, ενώ ο άλλος, Γεδεών (αυτός αναγκάστηκε να φύγει από τη Δεξιά Όχθη της Ουκρανίας λόγω της πίεσης των πολωνικών αρχών), το 1685 στη Μόσχα εξελέγη μητροπολίτης Κιέβου.
ΣΧΟΛΙΟ Γ´. Περί της παρακλήσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου να τον μνημονεύει ο μητροπολίτης Κιέβου «εν πρώτοις».
Αναλύοντας όμως αυτή την παράκληση στη αληθινή συνάφεια των πραγματικών ιστορικών δεδομένων, πρέπει να σημειώσουμε τα εξής.
Πρώτον, αυτή δεν αποτελούσε προϋπόθεση της μεταβιβάσεως του Κιέβου στη Μόσχα.
Η Μόσχα, όπως είδαμε, δεν θεωρούσε υποχρέωσή της να ζητάει μια τέτοια μεταβίβαση, αφού η έδρα του Κιέβου έτσι ή αλλιώς ανήκε σ΄ αυτήν με ιστορικό δικαίωμα.
Και αυτό αποδείχθηκε εμπράκτως όταν η Μόσχα εγκατέστησε τον Γεδεών προτού απευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη και όχι μετά.
Γι’ αυτό λέμε ότι ήταν παράκληση, και όχι απαίτηση. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε η Κωνσταντινούπολη να ζητήσει, παραδείγματος χάριν, χρήματα (παρεμπιπτόντως τα ζήτησε στις επιστολές που συνόδευαν τα Γράμματα και η παράκλησή του είχε πλουσιοπάροχη ανταπόκριση).
Δεύτερον, η μη εκπλήρωση της παρακλήσεως αδυνατεί να θεωρείται «παραβίαση των συμπεφωνημένων», όπως λέγεται σήμερα από μερικούς, εφόσον δεν υπήρχε καμία συμφωνία. Μια συμφωνία προϋποθέτει συναίνεση αμφοτέρων, ενώ η Μόσχα ουδεμία απάντηση έστειλε στα Γράμματα του Κωνσταντινουπόλεως.
Τρίτον, το οποίο είναι και το πιο γελοίο (ας μας επιτραπεί η έκφραση, παρά το λυπηρό των πραγμάτων), η παράκληση της Κωνσταντινούπολης εκπληρώθηκε!
Ο Πατριάρχης Μόσχας Νίκων, «φανατικός» θα λέγαμε φιλέλληνας, ενέταξε στο τυποποιημένο Ιερατικό την ονομαστική μνημόνευση του Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών Πατριαρχών της Ανατολής.
Ως εκ τούτου, όταν ο κλήρος της Μητρόπολης Κιέβου άρχισε να χρησιμοποιεί τα Ιερατικά Μοσχοβίτικης εκδόσεως, η μνημόνευση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως όντως γινόταν πανταχού (προηγουμένως αυτό λάμβανε χώρα μόνο στις σταυροπηγιακές Ιερές Μονές).
Και το τελευταίο. Το ότι ο Πατριάρχης Διονύσιος, με το να ζητά να μνημονεύεται «εν πρώτοις», εννοούσε κάτι άλλο, φαίνεται και από το γεγονός, ότι παρακάτω ο ίδιος προτρέπει να μνημονεύουν και τον πατριάρχη Μόσχας (μετά απ´αυτόν).
Η δε μνημόνευση των δύο ονομάτων στο «εν πρώτοις» είναι αντικανονικό, όπως πειστικά αποδεικνύει ο Σεβ. Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμονος (το σχετικό του άρθρο βλ. ανηρτημένο στην ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου).
Άρα το να λέμε ότι οι Μητροπολίτες του Κιέβου που δεν μνημονεύουν τον Οικουμενικό Πατριάρχη είναι παραβάτες της συμφωνίας, στερείται νοήματος…




