Στον Κορίνθου Διονύσιο μνημόσυνο ευγνώμονος αδελφικής τιμής και στοργής

«Λυχνάρι μπρός στά βήματά μου εἶν᾽ ὁ λόγος σου
καί φῶς στά μονοπάτια τῆς ζωῆς μου…
Ταλαιπωρήθηκα πολύ·
Κύριε, δῶσ᾽ μου ζωή, καθώς μοῦ τό ᾽χες τάξει…
Πόθησα νά μέ σώσεις, Κύριε,
κι εἶναι ὁ νόμος σου χαρά μου.
Ἄς ζεῖ ἡ ψυχή μου,
γιά νά σέ ὑμνεῖ,
κι οἱ ἀποφάσεις σου βοήθειά μου
ἄς γενοῦνε».
(ψαλμός 118:105, 107, 175-5, μτφρ Β.Ε.)
Ἀναπολῶντας πάλιν καί πολλάκις τήν μακαρία μορφή τοῦ ἀγαπητοῦ μας ἀδελφοῦ Μητροπολίτου Κορίνθου κυροῦ Διονυσίου, μέ μιάν εὐγνώμονα στοργή καί τιμή καί ξέχειλη συγκίνηση, ἀναπολοῦσα σάν σέ πίνακα μέ ἀμέτρητες σκηνές καί στιγμιότυπα μιά κληροδοσία τῆς ζωῆς καί τῆς τελευτῆς του, δίδαγμα τῆς Ἀρχιερατικῆς του ἐκφραστικότητας, τό σύνθημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς του συμπόρευσης μεθ᾽ ἡμῶν τῶν συνεπισκόπων του, πού τώρα πλέον ἔγινε πρωτοπορία μεταβίωσης.
Καί στάθηκα στόν πενθιμοχαρμόσυνο 118 (119) ψαλμό, σ᾽ αὐτόν τόν ἀμεσότατο διάλογο κάθε χριστιανικῆς ὕπαρξης, μόνης πρός μόνον “τόν πρῶτο καὶ τόν ἔσχατο καί τόν ζῶντα, πού ἐγένετο νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν ἐστι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων ” (βλ. Ἀποκ. 1:17-18).
Ὅλος ὁ ψαλμός (ὅπως καί ὅλο τό ψαλτήρι) εἶναι διάλογος, κραυγή, δέηση, καταφυγή, δοξολογία, ἔπαινος, ἐξομολόγηση.
Στό Θεό γιά τόν νόμο καί τά δικαιώματά του (ὅπως ὅλες οἱ Εὐχές τῆς Ἐκκλησίας).
Μιά ἀμεσότητα, μιά ἀνθομολόγηση, μιά βεβαία ἐλπίδα, μιά ὑπενθύμιση τοῦ μικροῦ ἀνθρώπου στόν καρδιογνώστη Θεό καί Σωτήρα του.
Ἔ, λοιπόν!
Κι ὁ μακαριστός Ἀδελφός μας ―μέ πιό μεγάλη τώρα τήν συστολή τῆς ἀρχοντικῆς του ψυχῆς― δέεται τοῦ Κυρίου μας.
«Λυχνάρι μπρός στά βήματά μου ἦταν πάντοτε ὁ λόγος σου
καί φῶς στά μονοπάτια τῆς ζωῆς μου…
Ταλαιπωρήθηκα πολύ·
Κύριε, δῶσ᾽ μου τήν ζωή σου, καθώς μοῦ τό ᾽χες τάξει».
Αὐτό μᾶς λέει καί μᾶς ξαναλέει ὁ ἀοίδιμος Διονύσιος τῆς Κορίνθου ὡς δίδαγμα ζωῆς, ἱερατείας, ἀρχιερατείας, ποιμαντικῆς, τελευτῆς.
Δέν πορεύθηκε στά τυφλά· εἶχε γιά λυχνάρι καί γιά φῶς στούς βηματισμούς καί σέ ὅλες τίς διαδρομές τοῦ βίου τήν ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Ταλαιπωρήθηκε μέ ἀσθένειες γιά χρόνια, ὥσπου τόν ἔλιωσε ὁ καρκίνος, ἀφήνοντας ὅμως ἀνέγγιχτη τήν γαλήνη στό σκήνωμά του, ὁλοζώντανο κήρυγμα στό πλήρωμα καί σέ μᾶς.
«Πόθησα νά μέ σώσεις, Κύριε,
κι [ἦταν] ὁ νόμος σου χαρά μου.
Ἄς ζεῖ ἡ ψυχή μου, γιά νά σέ ὑμνεῖ,
κι οἱ ἀποφάσεις σου βοήθειά μου ἄς γενοῦνε».
Ἡ αἰωνιότητα τῶν δικαίων καί τῶν ἁγίων εἶναι μιά πορεία, μιά ἀχόρταστη γεύση τοῦ Θεοῦ, μιά ἀτέλειωτη κοινωνία τῆς πανευσπλάγχνου παρουσίας Του.
Κι ὁ ἀδελφός μας καί συνεπίσκοπος Διονύσιος τώρα πλέον πορεύεται, χαίρεται τήν σωτηρία, ἀπογεύεται ὁλοζώντανο τόν Θεό πού εὐαγγελίστηκε ἐπί γῆς (ἔργῳ καί λόγῳ καί προαιρέσει) σέ τόσους συνανθρώπους, κληρικούς καί λαϊκούς.
Καί δέν θά σταματᾶ νά ἐμφαίνει νοερῶς καί νά ἐκφράζει αἰωνίως αὐτό πού ἐπιποθοῦσε ἰσοβίως: ἡ ψυχή του ὁλοζώντανη ἐν χάριτι Θεοῦ ζῶντος νά συνδοξολογεῖ, νά συνυμνεῖ τόν Κύριο.
Ὅμως, δέν χάνει τήν ἐπαφή του μέ μᾶς, μέ τούς συνεπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί μέ τό πλήρωμα τῆς Ἀποστολικῆς Μητροπόλεώς του καί τῆς Χαλκίδος καί κάθε τόπου πού διερχόμενος ὑπηρέτησε καί εὐεργέτησε.
Ὑπέρ ἐκείνου κι ἐμεῖς ψάλλαμε καί δέν θά παύσουμε νά ψάλουμε «ζήσεται ἡ ψυχή μου καί αἰνέσει σε…» («Ἄς ζεῖ ἡ ψυχή μου, γιά νά σέ ὑμνεῖ, κι οἱ ἀποφάσεις σου βοήθειά μου ἄς γενοῦνε»).
Αὐτό πιά δέν τό λέει ἐκεῖνος ἐν οὐρανοῖς, τό λέμε καί τό ξαναλέμε ἐμεῖς γιά κεῖνον, ἀντί ἐκείνου, μέ τήν χριστοδώρητη θεία χάρη τῆς ἐκκλησιαστικῆς καί λειτουργικῆς ἑνότητος ζώντων καί κεκοιμημένων πού μᾶς κρατᾶ ἑνοποιημένους.
Χάρη στήν σωτηριώδη συγκατάβαση τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ μας, κι ἐμεῖς ὡς τοπική Ἐκκλησία καί συνεκκλησία ἱκετεύσαμε λειτουργικά καί μνημονευτικά, ὥστε φιλανθρωπευόμενες οἱ κρίσεις τοῦ πανευσπλάγχνου Θεοῦ μας νά εἶναι ἐσαεί αἰωνία χαρά καί παραμυθία τοῦ Ἀδελφοῦ μας.
Ὅπως μᾶς ἐκόμισε φιλοτίμως τήν χαρά τῆς ἱερᾶς Θεομητορικῆς εἰκόνος στό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά βιώνει κι ἐκεῖνος ἀμεσότερα καί τελειότερα ἀλήκτως τήν ἀμερίστως μεριζόμενη εὐφροσύνη τῶν ἀθανάτων δωρεῶν τῆς Ἁγίας Τριάδος, μεσιτευούσης τῆς Παναγίας μας.
Εἶναι τό δικό μας χρέος στοργῆς, ἀγάπης, εὐγνωμοσύνης, ἐκκλησιαστικῆς ἀντιδόσεως, ὑπέρ τοῦ ἀδελφοῦ μας Μητροπολίτου Διονυσίου στόν “σωτήρα μας Θεό”, τόν Πατέρα τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτό τό ἁπλό καί λιτό, μά τόσο μεγάλο καί σπουδαῖο ἐν ἐκκλησίαις θελήσαμε νά ἀντιπροσφέρουμε ἄλλη μιά φορά κι ἐμεῖς ὑπέρ τοῦ Ἀδελφοῦ μας στό Πολύκαστρο, στό Ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐνώπιον καί τῆς εἰκόνος τῆς βρεφοκρατούσης καί μεσιτευούσης Παναγίας τῆς Γιάτρισσας.
† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος




