Σκέψεις από μια συνάντηση με μοναχούς

Κατά τήν ἐντολή τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, “τά καλά ἔργα” τῆς εἰσαγωγικῆς πίστεως, οἱ ἀναβαθμοί τῆς ἀθλητικῆς ὑπακοῆς καί τό βραβεῖο τῆς τελειουμένης πιστότητος στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό συνιστοῦν ἕνα αὐτονόητο χρέος (δώρημα καί ἄθλημα) γιά κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ δέ τελειότητα ἑκάστου τελειουμένου μέλους, κατά τό θεῖο θέλημα, ἀποκαλύπτεται καί κατά τή διάρκεια τοῦ βίου μας, μέ ἕναν αὐτονόητο παράλληλο σκοπό, “ὅπως ἴδωσιν ἡμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ἡμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς” (πρβλ. Ματθ. ε΄,16).
Πρόκειται γιά μιά πάγια “πρακτική” καί ἱεραποστολική δεοντολογία τῆς Ἐκκλησίας ἐν κόσμῳ, πού διατρέχει ὅλη τήν Ἁγία Γραφή καί τήν Πατερική διδαχή καί τήν ἱεροκανονική δεοντολογία καί τήν Συναξαριακή παραδειγματικότητα (βλ. Α΄ Πέτρ. β΄,15-16: «οὕτως ἐστὶ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγαθοποιοῦντας φιμοῦν τὴν τῶν ἀφρόνων ἀνθρώπων ἀγνωσίαν· ὡς ἐλεύθεροι, καὶ μὴ ὡς ἐπικάλυμμα ἔχοντες τῆς κακίας τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλ᾿ ὡς δοῦλοι Θεοῦ»).
Οἱ χριστιανοί ἀνά τούς αἰῶνες, εἴτε ὡς μειοψηφία εἴτε ὡς πλειοψηφία, εἴτε διωκόμενοι εἴτε ἐλεύθεροι, ζοῦσαν καί ἐναθλοῦνταν “ὡς δοῦλοι Θεοῦ”, μέ μιάν ἀπολυτότητα ἐθελούσιας ὑπακοῆς καί ἀφοσιώσεως καί ἐργασίας τῶν ἐντολῶν (τῆς κοινωνίας) τοῦ Θεοῦ.
Ὁπότε, σ᾽ αὐτήν ἀκριβῶς τήν προοπτική, ἔχουμε ἐνεργούμενα καί φανερούμενα τά σημεῖα τῆς ἰσόβιας πιστότητος, τῆς ἰσόβιας ἐνάρετης ἐνάθλησης, τῆς προβίωσης τῆς ἐσχατολογικῆς ἐγχριστωμένης τελειότητος (τουτέστιν τῆς τέλειας μεθέξεως τοῦ Θεοῦ). Μέ ἀφετηρία τήν ἀγάπη διά τόν Χριστόν, ἐνεργούμενη ἐν Χριστῷ καί διαρκῶς τελειούμενη πρός τόν Χριστό. Χωρίς ὅρους πρός τόν Θεό τῆς ὑπέρ ἡμῶν ἐθελούσιας ἐναθρωπήσεως καί σταυρώσεως. Ἄλλωστε ἀγάπη ὑπό ὅρους δέν ὑπάρχει. Οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀγαπήσεως τοῦ Θεοῦ ἀνευρίσκονται στή δική Του δημιουργική καί προνοητική καί σωστική αὐταποκάλυψη, καί ἱστοροῦνται στήν Παλαιά Διαθήκη τῆς δικῆς Του δεσποτείας καί στήν Καινή Διαθήκη τῆς δικῆς Του βασιλείας.
Στήν οὐσία, ἡ βίωση τῆς σωτηρίας εἶναι ἡ ὑπέρβαση τοῦ “ἐγώ” στήν ἐθελούσια ἐπιπόθηση καί ἀγάπη τοῦ ζῶντος Θεοῦ, στήν ἀναζήτηση καί αὐτοθυσία, στήν ἐκκλησιαστική μέθεξη καί κοινωνία Του.
Ὁ Θεός φαίνεται μέν στήν ἀτελή εἰσαγωγική πνευματικότητα ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων ὡσάν κρυπτόμενος, ὥστε νά Τόν ἐπιποθοῦμε ὅλο καί πληρέστερα (δηλ. ὅλο καί καθαρότερα, ὅλο καί ἐναργέστερα, ἀπαλλασσόμενοι ἀπό τίς ἐνέργειες ἤ τίς ἐπιθέσεις τῶν παθῶν τῆς πτωτικῆς ζωῆς).
Καί ὅλη αὐτή ἡ ἰσόβια ἀγωνιστική διαδικασία εὐλογεῖται καί διεξάγεται καί τελειώνεται μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή στό γεγονός/μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας (μέ τήν ἐθελούσια, εὐήκοο καί ὑπήκοο ἔνταξή μας στό σωτηριῶδες γεγονός/μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας).
(α) Ὄντας μέλη τῆς Ἐκκλησίας στήν κάθε ἐπιμέρους τοπική/χρονική της ἔκφραση· (β) ὅσο μετανοοῦμε καί ξεπερνοῦμε τό ἴδιον θέλημα, τήν παντοειδή ἡδυπάθεια, ἐγωπάθεια καί φιλαυτία, τήν αὐταρέσκεια καί ἀνθρωπαρέσκεια· (γ) ὅσο παραιτούμεθα ἀπό τόν ἀτομισμό τῶν δικαιωμάτων καί τῆς αὐτοδικαιώσεως· (γ) ὅσο βιώνουμε τήν ἐθελούσια ἄθληση τῆς θεαρέστου ταπεινοφροσύνης· (δ) ὅσο καταρτιζόμεθα μέ μιά σταθερότητα στήν εἰλικρινή ἐπιπόθηση τοῦ Θεοῦ κατά τίς διαδρομές τοῦ ἀνθρωπίνου μας βίου…· ἄλλο τόσο ἐμβιώνουμε τήν πρός ἐμᾶς ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἄλλο τόσο καθαιρόμεθα ἐπιποθώντας καί γευόμενοι τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἄλλο τόσο δεχόμεθα τό γλυκασμό τῆς θείας χάριτος πού φωτίζει τά σκότη τῆς ψυχῆς μας, ἄλλο τόσο ἁγιαζόμεθα ἀπό τήν ἐκκλησιάζουσα παρουσία τοῦ Θεοῦ.
***
Πρίν λίγο καιρό ζήσαμε καί συμμετείχαμε στή θλίψη πολλῶν καρδιῶν γιά τήν ἀποβίωση ἑνός ἐκλεκτοῦ ἄλλοτε στελέχους τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, Κιλκισιώτικου γόνου καί ἱδρυτικοῦ μέλους τοῦ ἱ. Κοινοβίου Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Καζαντζίδη, ἀποχωρήσαντος καί γενομένου Ἡγουμένου (ἀνακαινιστοῦ τῆς ζωῆς) τῆς Ἱ. Μονῆς Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου καί Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀγιᾶς.
Μέ τήν ἄδεια τοῦ ἐκεῖ Ποιμενάρχη συμμετείχαμε μαζί του στήν ἐξόδιο Ἀκολουθία καί ἀπευθύναμε λόγους παραμυθίας στήν συμπενθοῦσα ὁμήγυρι πολλῶν ἡγουμένων, μοναχῶν, ἱερέων καί λαϊκῶν (βλ. Μητροπολίτου Γουμενίσσης “Μεταβίωση στα αιώνια Χριστούγεννα (ΦΩΤΟ)” μέ παράλληλες δημοσιεύσεις στίς τοπικές ἠλεκτρονικές σελίδες τοῦ Κιλκίς).
Μόλις πρόσφατα ἐλάβαμε ἕνα καλοτυπωμένο τεῦχος τῆς Μονῆς ἀφιερωμένο στή μνήμη τοῦ Ἡγουμένου Αἰμιλιανοῦ Καζαντζίδη μέ δύο ὁμιλίες τοῦ μακαριστοῦ, τό 2005 στό Βόλο (προεόρτια τῶν Χριστουγέννων) καί τό 2015 στή Λάρισα (ἐνόψει τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς).
Φωτογραφίες μέ μιά λιτή σοβαρότητα συναγωνίζονταν τόν σοφό καί μετρημένο του λόγο στις δύο μεγάλες Θεσσαλικές πόλεις (καί Μητροπόλεις).
Φυλλομέτρησα καί μελέτησα τά κείμενα μέ πολύ ἐνδιαφέρον. Κατενόησα τούς λόγους πού προσείλκυσαν καί ἄλλους νέους ἀνθρώπους νά προσέλθουν καί νά ἐνταχθοῦν στήν Ἀδελφότητα. Μιά ἁπλότητα καρδιᾶς καί πληρότητα φιλοχρίστου ἤθους καί μεστός ἐμπειρικός ἤ μᾶλλον ἐξομολογητικός λόγος προσέφεραν στό ἀκροατήριο (καί τώρα στούς ἀναγνῶστες) τήν δυνατότητα ἐκκλησιαστικῆς βιώσεως τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.
Σέ μιάν ἐποχή περισσῆς ταλαιπωρίας καί παντοειδοῦς παραζάλης, πόσο πολύτιμη εἶναι μιά τέτοια σοφή, στιβαρή καί συνάμα σεμνή διδαχή, πού συναρπάζει, κατηχεῖ, ἀφυπνίζει καί μυσταγωγεῖ. Διότι στίς μέρες μας ὁ πολύς κόσμος πάσχει ἀπό ἄ(γ)νοια καί ἀμνησία περί τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπολυτρωτική Του καί σωτήρια μέθεξη.
Σημείωσα σέ δυό-τρεῖς γραμμές ἕνα ἐγκάρδιο εὐχαριστήριο καί τό ἀπέστειλα στόν ἐκλεγμένο νέο Ἡγούμενο, τόν λίαν εἰς ἐμέ ἀγαπητό ἱερουργό τοῦ Εὐαγγελίου καί λειτουργό τῆς θείας χάριτος ἀρχιμ. Νικόδημο Ἀγαθονίκου, κόσμημα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας – ὅπως τόν εἶχε χαρακτηρίσει ὁ οἰκεῖος Ποιμενάρχης του – πού συνυπηρετοῦσε ἐπί σειρά ἐτῶν μαζί μέ τόν μακαριστό π. Αἰμιλιανό στή Μητρόπολή μας καί ἀποχώρησαν ἐγκαταβιώνοντες στό Μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Ἀγιᾶς, τό ὁποῖο ἀνασύστησαν καί τό λειτουργοῦν μέ εὐοίωνες προοπτικές.
Ἦταν γιά μένα πολύ σημαντικό ὅτι, πρίν ἀποχωρήσουν μέ εὐλογία ἀπό τήν ἀρχική τους μετάνοια καί ἀπό τή Μητρόπολή μου, εἶχαν προσέλθει καί σέ μένα, ἔβαλαν μετάνοια, συζητήσαμε ἐπαρκῶς τά πρός ὠφέλειαν καί ἔλαβαν τήν εὐλογία μου γιά καταξίωση τῆς διακονίας τους στόν Ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου. Κατά τή λειτουργία τοῦ πνευματικοῦ νόμου, καί αὐτό συνέτεινε στήν μαρτυρημένη προκοπή τους και στήν ἀπήχηση τῆς μοναστηριακῆς τους παρουσίας στήν Ἀγιά καί στήν εὐρύτερη καί πολύ εὐρύτερη περιοχή.
Κατά τήν κηδεία (πού τελέστηκε στόν ἐνοριακό Ναό τῆς Ἀγιᾶς, λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν ἡγουμένων, μοναχῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν πού συμμετεῖχαν καί συνεύχονταν), ὁ π. Νικόδημος ἔσπευσε ὁλόψυχα νά μέ εὐχαριστήσει γιά τήν συμμετοχή μου. Ἄλλη εὐχάριστη ἔκπληξη ἔζησα ἀντικρίζοντας τόν ἄλλοτε συμμοναστή τους στό ὡς ἄνω κοινόβιο τόν σεμνό καί πολυτάλαντο π. Φιλόθεο, πού εἶχα χειροτονήσει εἰς πρεσβύτερον, καταγόμενον ἀπό τή Γουμένισσα, πού μοῦ ἐξέφρασε τήν εὐγνωμοσύνη του καί τίς θερμές εὐχαριστίες του γιά τήν συμμετοχή μου στήν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ γέροντος Αἰμιλιανοῦ.
Ὅμως, ἀπετέλεσε εὐλογημένη ἔκπληξη γιά μένα ὅτι ὁ καθηγούμενος Γέροντας π. Νικόδημος προσῆλθε μέ τήν περί αὐτόν Ἀδελφότητα, μοναχῶν καί δοκίμων στό Ἐπισκοπεῖο τῆς Γουμένισσας, ἐξαιτούμενος καί τίς δικές μου εὐχές, συναρωγή στήν πατρική εὐλογία τοῦ Σεβ. Ποιμενάρχη τους Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ἰγνατίου.
Μιλήσαμε ἐπί μακρόν, τούς ἐπέδειξα τά ἀνερμήνευτα σημεῖα τῆς θείας Χάριτος πρός ἐπιστηριγμόν τῆς ἀσκητικῆς τους πορείας, ἀνταλλάξαμε λόγους περί τήν μοναστική τους ἐνάθληση καί προσφορά καί προέπεμψα τόν Ἡγουμένο π. Νικόδημο καί τούς περί αὐτόν Ἀδελφούς ἐπ᾽ εὐλογίαις, ἐκζητώντας καί τίς δικές τους εὐχετικές μνημονεύσεις.
†Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου Δημήτριος








