Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Συμεών στο Μετόχι της Μονής στα Ιωάννινα

Δρ. Μαρίας Παπαευσταθίου
Συμβούλου Εκπαίδευσης Φιλολόγων Ιωαννίνων
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθούς, κ. κ. Συμεών, επισκέφτηκε το εν Ιωαννίνοις Μετόχι Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Θεοβαδίστου Όρους
Σινά.
Την Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025 λειτούργησε στον Ιερό Ναό της Μονής Αγίας Αικατερίνης Ιωαννίνων, μαζί με τον ηγούμενο του Σιναϊτικού Μετοχίου Αρχιμ. π. Πάμφιλο Σιναΐτη, τον Αρχιμ. π. Πορφύριο και τους δύο εφημερίους του Ναού, πρωτοπρ. π. Αθανάσιο Ίσκο και π. Γεώργιο Έξαρχο.
Το εκκλησίασμα της Αγίας Αικατερίνης ένιωσε ιδιαίτερη χαρά και τιμή με την παρουσία τού Αρχιεπισκόπου στα Ιωάννινα, ο οποίος μας περιέβαλε με θερμότητα και αγάπη.
Στην προσφώνησή του, ο π. Πάμφιλος, καλωσόρισε τον νέο Αρχιεπίσκοπο στα Ιωάννινα εκφράζοντας το «ὡς εὖ παρέστητε» και το «άξιος», μαζί με τα «αισθήματα βαθιάς, υιικής εκτίμησης και αδελφικής αγάπης των κληρικών αλλά και του φιλοσιναϊτικού λαού των Ιωαννίνων», προς το πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου, ενώ εξήρε την άριστη σχέση της «ποιοτικής, πνευματικής συνεργασίας μεταξύ του Μετοχίου και της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων» και ιδιαιτέρως, την «αδελφική στήριξη, προστασία και αγάπη του Μητροπολίτη Ιωαννίνων κ. Μαξίμου».
Συγκεκριμένα, τόνισε: «Τα λόγια μας πηγάζουν από χαρά, ελπίδα και προσμονή για την αίσια εξέλιξη του θέματος του Σινά… αλλά και για το τιμιωτάτον, γλυκύ και ειρηνοποιόν πρόσωπόν σας… Η φωτιστική χάρη του Παναγίου Πνεύματος εμπνέει ενισχυτικά, ενώ κινεί νικηφόρα την αρχιερατική, πλέον και ηγουμενική συνείδησή σας».
Αναφέρθηκε στην πολυετή γνωριμία τους (επί τεσσαρακονταετία) και στην κοινή διακονία ως ιερομονάχων και «συνασκητών στη Μονή της Νύμφης του Χριστού Αγίας Αικατερίνης», με πολλά κοινά βιώματα και με το βλέμμα στον «Κοινόν Εδραστή των ψυχών, τον Ιησού Χριστό».
«Προσβλέπουμε προς το αρχιερατικό πρόσωπό σας», πρόσθεσε, «συγχαίροντες, συμπάσχοντες, ενωμένοι μαζί σας για τον συνετό, σοφό και γεμάτο υπομονές βηματισμό σας στην ακριτική έπαλξη του μοναδικού Σινά».
Ευχήθηκε πλούσια την «κατ’ άμφω υγεία, την εκ Θεού πανσθενουργό ενδυνάμωση της σταυρωμένης πορείας» του Αρχιεπισκόπου και τον πολλαπλασιασμό της «εγνωσμένη καλοσύνης και άκρας φιλοτιμίας –που διακρίνει τον Αρχιεπίσκοπογια την έντιμη και ορθοτομούσα, υπεύθυνη διακονία του στην παλαίφατη, δοκιμαζομένη αεί, ακατάλυτη, αυτόνομη, αδέσποτη, ανεξάρτητη, αδούλωτη, ασύδοτη οικουμενική, αυτοκρατορική Ιερά Μονή και Αρχιεπισκοπή του Θεοβαδίστου Όρους Σινά, αλλά και στον κόσμον όλον».
Τελειώνοντας το «υποδεκτικό προσλάλημά του», ο π. Πάμφιλος ανέπεμψε ευχαριστίες προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον εν τω όρει του Θαβώρ μεταμορφωθέντα και προς την Παναγία της Βάτου (της φλεγόμενης και μη κατακαιόμενης), προς την Πάνσοφη Νύμφη του Χριστού Αγία Αικατερίνα και προς όλους τους Αγίους του Σινά.
Ευχαρίστησε τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων κ. Μάξιμο, τους επισήμους και τον πιστό λαό, τα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, τους φιλοσιναΐτες αδελφούς και αδελφές που προσήλθαν για να υποδεχθούν με χαρά και εγκαρδιότητα τον Σεβασμιώτατο Σινά, κ. Συμεών.
Ως ταπεινή, «αναμνηστική έκφραση της λαμπρής ημέρας -για το μετόχι Ιωαννίνων- της πρώτης επισκέψεως του Αρχιεπισκόπου, αμέσως μετά την εκλογή, χειροτονία και ενθρόνισή του», προσέφερε, εκ μέρους όλων, επιστηρικτική ράβδο, η οποία αναγράφει και το όνομα του Αρχιεπισκόπου σε «αργυρό δακτυλίδιο», ως «ελάχιστον συμβολικό δώρον από την ξακουστή πόλη των φημισμένων ασημουργών, τα Γιάννινα, ενώ ευχήθηκε στον Σεβασμιώτατο, «καλή και ευλογημένη Αρχιερατία και Ηγουμενία».
Ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών στην αντιφώνησή του απευθύνθηκε στον π. Πάμφιλο ως “συμμοναστή” του, σε όλους τους πατέρες και στον λαό τού «ιερού, ιστορικού και φημισμένου Μετοχίου των Ιωαννίνων, της μεγάλης και αρχαίας και ιστορικής πόλεως των Ιωαννίνων», όπως είπε χαρακτηριστικά.
Εξέφρασε την ιδιαίτερη χαρά, τη βαθιά συγκίνηση και την επιθυμία που τον διακατείχε να βρεθεί όσο το δυνατόν συντομότερα στο περιώνυμο Μετόχι των Ιωαννίνων, το οποίο χαρακτήρισε «επιστήριγμα», συνδυάζοντας και τη συμβολική σημασία τής προσφερόμενης βακτηρίας.
Εστίασε αρκετές φορές στον «επιστηριγμό της προσευχής», που τη ζητά από όλους μας, για τις ιστορικές στιγμές που περνά το Θεοβάδιστο Όρος.
Η «παράξενη συστροφή των πραγμάτων», όπως τόνισε, τον έφερε στη θέση αυτή, στο τραχύ κλίμα της Αραβίας, «στην τραχεία αλλά γλυκεία έρημο», όπου αγίασαν πολλοί, με τη Χάρη του Θεού και τις πρεσβείες της Αγίας Αικατερίνης.
Στήριγμα και καύχημα χαρακτήρισε την κοινωνία τού εν Ιωαννίνοις Σιναϊτικού Μετοχίου και θαύμασε το «όλο νοικοκυριό» που παρατήρησε πως επικρατεί στο Μετόχιον των Ιωαννίνων, ένα από τα σπουδαιότερα Μετόχια.
Σημείωσε πως το επισκοπικό αξίωμα δεν είναι εξουσία αλλά «μεγάλη διακονία και Σταυρός».
Η αρχιερατική μήτρα «συμβολίζει τον ακάνθινο στέφανο» και το πολυτελές της εμφανίσεώς της, ίσως να είναι «η επικάλυψη του πόνου που περικλείεται σε αυτήν».
Επισήμανε πως, τελικά, «σοφά η Εκκλησία όρισε να την φέρει ο Αρχιερέας, ιδίως τα χρόνια της σκλαβιάς των Ελλήνων…».
Ευχήθηκε να μεγαλύνεται το Θεοβάδιστον Όρος και «η ακτινοβολία του να είναι πάντοτε διεθνής, οικουμενική, όχι οικουμενιστική, με μηνύματα για όλον τον
κόσμο, τους πάντας, χωρίς, όμως, την αποδοχή ή υιοθέτηση του αξιακού συστήματος των άλλων».
Και τόνισε, ακόμη, σε σχέση με τις τυχόν σκέψεις περί διακρίσεων ή ρατσιστικών συμπεριφορών πως «και μόνον τα κτήρια της Μονής διαλαλούν το αντίθετο».
Και συνέχισε: «Η Κυριακή αυτή είναι ημέρα μεθέορτος της Αγίας Αικατερίνης, αλλά κυριώνυμη εορτή του Πρωτοκλήτου Ανδρέα, πολιούχου των Πατρών και ιδρυτού της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως, του αδελφού του Αποστόλου Πέτρου.
Στο “ “Eὐρήκαμεν τόν Μεσσίαν” και στο “ Ἔρχου καὶ ἴδε ”, που ακούστηκε σήμερα, περικλείεται όλο το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας μας».
Το συνέδεσε με το έργο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, τα “400 κεφάλαια περί Αγάπης”, λέγοντας πως «ένδειξη της πραγματικής, μεγάλης αγάπης -κατά τον Άγιο Μάξιμο- είναι να γίνει κάποιος αιτία της σωτηρίας κάποιου άλλου ή να διακονήσει σωματικά κάποιον… Ιεραποστολή είναι, με οιονδήποτε τρόπο, να οδηγήσουμε τον άλλον στον Σωτήρα Χριστό.
Κι αυτό μπορεί να γίνει με απλά λόγια, με μόνη την παρουσία μας», ενώ επανέλαβε πως το “έλα να δεις”, είναι θέμα ζωής, βίωμα που μεταδίδεται, όταν το ζούμε.
Στη συνέχεια προχώρησε και σε ένα πολύ σημαντικό σημείο που αγγίζει όλες τις οικογένειες, σήμερα, αλλά και την Εκπαίδευση και την κοινωνία μας.
«Οι εκκινήσεις όλων των πιστών ήταν από τα σπίτια τους από τον τρόπο ζωής των γονιών και των παππούδων», είπε. «Μαζί με το αστείο, το παραμύθι, την ιστορία, οι πρόγονοί μας, μιλούσαν για τη ζωή τού Χριστού και των Αγίων πάντοτε… Έτσι προκύπτει φυσικά η πίστη, όχι εγκεφαλικά, αλλά ως κίνηση καρδιάς».
Και πρόσθεσε -προς δόξαν Θεούπως και ο ίδιος σε τέτοιο σπίτι, Μικρασιατικής ρίζας, μεγάλωσε.
Ευχαρίστησε τους πατέρες, «τους θαυμάσιους ιεροψάλτες, που εγλύκαναν τα ώτα και την καρδίαν», του πιστούς για τη ζεστή παρουσία και τους επισήμους τής τοπικής κοινωνίας που παρευρέθηκαν στην υποδοχή και τη Θεία Λειτουργία.
Κλείνοντας, ευχήθηκε «μαζί με την εργασία του ασημιού, να λαμπυρίζουν οι καρδιές σας όπως του ασημιού. Να είναι η καρδιά σας ασημένια και... χρυσή, καθώς το ένα φέρνει το άλλο».
Συνέδεσε δε, συνειρμικά, τον λόγο αυτόν και με την Παναγία τη Χρυσαφίτισσα και τη Χρυσολεόντισσα και τη μοναχή Χρυσαφένια, στην Αίγινα του Αγίου Νεκταρίου.
Έκλεισε τον λόγο του ευχόμενος όλοι οι προστάτες Άγιοι του Νομού και της Ηπείρου να προστατεύουν τον πιστό λαό των Ιωαννίνων και ιδίως ο Νεομάρτυς πολιούχος, Άγιος Γεώργιος.
Στο κέρασμα που ακολούθησε στο επίσημο Αρχονταρίκι του Μετοχίου, είχαμε την ευκαιρία και την ευλογία να συνομιλήσουμε με τον σεπτό, προσηνή και μειλίχιο Αρχιερέα για την αυθεντική πίστη αλλά και να εστιάσουμε στην ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής και στη συμβολή του Μετοχίου στους Αγώνες του Έθνους.
Ανακαλώντας μνήμες της ιστορικής μας πόλης μιλήσαμε για τη συμβολή του Μετοχίου στην Απελευθέρωση των Ιωαννίνων, το 1912-’13 αλλά και κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο και τη Γερμανική Κατοχή του 1940-’44.
Από επίτροπο - μελετητή της ιστορίας του Σινά- ακούστηκε πως οι δεσμοί της πόλεως των Ιωαννίνων και ολόκληρης της Ηπείρου με την Ι. Μονή Σινά έχουν διάρκεια περισσότερη από 4 αιώνες, από τον πρώτο ιερομόναχο του Σινά, ονόματι Ιεζεκιήλ, που ήλθε στη σκλαβωμένη Ήπειρο το 1618.
Η Μονή προστάτευσε, σε δυσχείμερους καιρούς, τους Ορθοδόξους Χριστιανούς χάρη στον «Αχτιναμέ» του Μωάμεθ. Ο ναός της Αγίας Αικατερίνης χτίστηκε για πρώτη φορά το 1771.
Ο σημερινός ναός της Αγίας οικοδομήθηκε το 1874, με ευγενή δωρεά του ζεύγους των ευεργετών Αλεξίου και Αγγελικής Παπάζογλου, από το Ζαγόρι.
Ο Αρχιεπίσκοπος εξέφρασε τις εγκάρδιες ευχαριστίες του για τη θερμή φιλοξενία η οποία του επεφυλάχθη, στον ηγούμενο π. Πάμφιλο και στη συνοδεία του, τον π. Πορφύριο, π. Ευστάθιο και π. Χριστόδουλο, ενώ δέχθηκε την πρόσκληση να ξανάρθει στα Γιάννινα.

























