Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 21/10 17:52

porfyrios

Ευχαριστίες πολλές θα ήθελα να εκφράσω προς τον σεπτό Ποιμενάρχη μας, που μάς δίνει την ευλογία Του, ύστερα από πρόσκληση του εφετεινού Υπευθύνου πατρός Ιερεμία, να βρισκόμαστε απόψε μαζί Σας, στην Δεύτερη, κατά σειράν, γιά το παριππεύσαν ήδη έτος 2019, Ομιλία, στους Ακαδημαϊκούς Διαλόγους της Μητροπόλεώς μας.

Την περασμένη Κυριακή, ακούσαμε την Εισήγηση του Σεβασμιωτάτου, με θέμα: Το Ποτήριον του Χριστού, του πάθους δηλαδή του Κυρίου, που καλούμαστε και εμείς να γίνουμε κοινωνοί μαζί του και να δεχόμαστε όσα η αγάπη του Κυρίου μάς δίνει.

Απόψε, θα Σάς απασχολήσουμε με ένα θέμα διαφορετικό. Τότε ακούσαμε γιά την στάση μας σε ό,τι μάς έρχεται. Απόψε θα μιλήσουμε γιά το τί κάνουμε εμείς.

Βλέπετε, αδελφοί και αδελφές, ότι η πνευματική, η εν Χριστώ ζωή μας έχει πολλές απόψεις. Σήμερα θα δούμε μία άλλη άποψη, μία δηλαδή στάση ζωής, στην καθημερινότητά μας.

Εσείς, αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, είστε ευλαβείς, παρακολουθείτε τα κηρύγματα και τις Ομιλίες, που γίνονται στην Μητρόπολή μας, και σίγουρα γνωρίζετε πολλά πράγματα γιά την πνευματική ζωή.

Γι αυτό και σκεφθήκαμε να μιλήσουμε απόψε στην αγάπη Σας, γιά ένα κάπως πιό ειδικό θέμα, και να αναπτύξουμε την εισήγησή μας ξεκινώντας με μία πολύ γνωστή φράση, έναν στίχο που ακούμε περισσότερο στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρaκoστής. Ο στίχος όμως αυτός ακούγεται και κάθε ημέρα όταν οι ψάλτες μας απαγγέλλουν και την Στιχολογία, ψάλλοντας τούς Κανόνες των Αγίων, στην καθημερινή εκκλησιαστική μας Ακολουθία.

Κατά την διάρκεια των καθημερινών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, διαβάζονται χύμα οι Ωδές του Ψαλτηρίου και στιχολογούνται οι τελευταίοι δώδεκα στίχοι, ως γνωστόν. Αλλά στις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου, στιχολογούνται μόνον οι δώδεκα στίχοι, όταν ψάλλονται όλες οι ωδές. Τουλάχιστο στα Μοναστήρια μας, προσπαθούμε να κρατούμε το Τυπικό της καθημερινής Εκκλησιαστικής μας Ακολουθίας.

Ο στίχος μας βρίσκεται στην Ε΄ (Πέμπτη) Ωδή του προφήτη Ησαΐα (κεφ. ΚΣΤ΄, στίχοι 1-21).

ῼΔΗ ΠΕΜΠΤΗ, ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΗΣΑΪΟΥ τοῦ ΠΡΟΦΗΤΟΥ

(Κεφ. κς', 9) Ἡσαΐου πρόρρησις, εὐχὴ τὸ πλέον.

Ἀρχὴ: Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν.

Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς.

Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς.

Πέπαυται γὰρ ὁ ἀσεβής, πᾶς ὃς οὐ μὴ μάθῃ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλήθειαν οὐ μὴ ποιήσῃ, ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου.

Κύριε, ὑψηλός σου ὁ βραχίων, καὶ οὐκ ᾔδεισαν, γνόντες δέ, αἰσχυνθήτωσαν.

Ζῆλος λήψεται λαὸν ἀπαίδευτον, καὶ νῦν πῦρ τοὺς ὑπεναντίους ἔδεται.
Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν· πάντα γὰρ ἀπέδωκας ἡμῖν.
Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, κτῆσαι ἡμᾶς, Κύριε, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομα σου ὀνομάζομεν.

Οἱ δὲ νεκροὶ ζωὴν οὐ μὴ ἴδωσιν, οὐδὲ ἰατροὶ οὐ μὴ ἀναστήσουσι, διὰ τοῦτο ἐπήγαγες καὶ ἀπώλεσας, καὶ ἤρας πᾶν ἄρσεν αὐτῶν.

Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες αὐτοῖς κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς.

Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου· ἐν θλίψει μικρᾷ ἡ παιδεία σου ἡμῖν.

Καὶ ὡς ἡ ὠδίνουσα ἐγγίζει τοῦ τεκεῖν, καὶ ἐπὶ τῇ ὠδῖνι αὐτῆς ἐκέκραγεν, οὕτως ἐγενήθημεν τῷ ἀγαπητῷ σου.

Διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε, ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν, καὶ ὠδινήσαμεν, καὶ

ἐτέκομεν πνεῦμα σωτηρίας, ὃ ἐποιήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς.

Τέλος: Οὐ πεσούμεθα, ἀλλὰ πεσοῦνται οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς.

Ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ

εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ.

Ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοῖς ἐστιν, ἡ δὲ γῆ τῶν ἀσεβῶν πεσεῖται.

Βάδιζε λαός μου, εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρὸν ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου.

Δόξα... Καὶ νῦν...


Εκ νυκτός, λοιπόν, ορθρίζει το πνεύμα μου.

Θα μιλήσουμε γιά την νύχτα. Θα μάς απασχολήσει, αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, η χρήση της νύχτας. Θα ήθελα να πώ «η νυχτερινή» μας ζωή. Πώς, δηλαδή, εμείς οι πιστοί, που θέλουμε να ζούμε εν Χριστώ, θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε τις νυχτερινές ώρες, γιά την πνευματική μας τελείωση, γιά την εν Χριστώ ζωή μας.

Πώς, ύστερα από μία ημέρα βιοπάλης και καθημερινότητος, θα συνεχίσουμε και κατά την διάρκεια της νύχτας την ζωή μας.

Από την ώρα του Εσπερινού, οι ευχές του ιερέως προετοιμάζουν την νύχτα μας. Έτσι στην ε΄ Ευχή, ο ιερέας προσεύχεται και λέει: «ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῇ σῇ ἀγαθότητι καί δός ἡμῖν διαφυγεῖν καί τό λοιπόν τῆς παρούσης ἡμέρας ἐκ τῶν τοῦ πονηροῦ ποικίλων μηχανημάτων καί ἀνεπιβούλευτον τήν ζωήν ἡμῶν διαφύλαξον, τῇ χάριτι τοῦ παναγίου σου Πνεύματος». Βλέπετε, οι ευχές που διαβάζονται κατά την διάρκεια των εκκλησιαστικών μας ακολουθιών είναι αυτές που δίνουν το νόημα στην ζωή μας.

Και στην Ζ΄ Ευχή, θα πει ο λειτουργός, θα ευχηθεί και θα ζητήσει από τον Κύριο : Ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ ὕψιστος, ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὁ πᾶσαν τὴν κτίσιν ἐν σοφίᾳ δημιουργήσας. Ὁ διαχωρήσας ἀνὰ μέσον τοῦ φωτός, καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους, καὶ τὸν μὲν ἥλιον θέμενος εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας, σελήνην δὲ καὶ ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός· ὁ καταξιώσας ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης ὥρας προφθάσαι τὸ πρόσωπόν σου ἐν ἐξομολογήσει, καὶ τὴν ἑσπερινήν σοι δοξολογίαν προσαγαγεῖν· αὐτός, φιλάνθρωπε Κύριε, κατεύθυνον τήν προσευχὴν ἡμῶν ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εἰς ὀσμὴν εὐωδίας. Παράσχου δὲ ἡμῖν τὴν παροῦσαν ἑσπέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα εἰρηνικήν· ἔνδυσον ἡμᾶς ὅπλα φωτός· ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ καὶ ἀπὸ παντὸς πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου· καὶ δὸς ἡμῖν τὸν ὕπνον, ὃν εἰς ἀνάπαυσιν τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν ἐδωρήσω, πάσης διαβολικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον. Ναί, Δέσποτα τῶν ἁπάντων, τῶν ἀγαθῶν χορηγέ· ἵνα, καὶ ἐπὶ ταῖς κοίταις ἡμῶν κατανυγόμενοι, μνημονεύωμεν ἐν νυκτὶ τοῦ ὀνόματός σου, καὶ τῇ μελέτῃ τῶν σῶν ἐντολῶν καταυγαζόμενοι, ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς διανιστῶμεν πρὸς δοξολογίαν τῆς σῆς ἀγαθότητος, δεήσεις καὶ ἱκεσίας τῇ σῇ εὐσπλαγχνίᾳ προσάγοντες ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ σου, ὃν ταῖς πρεσβείαις τῆς ἁγίας Θεοτόκου ἐν ἐλέει ἐπίσκεψαι.

Ήδη, βέβαια, και ενώ ο ιερέας διαβάζει τις Ευχές, ο Προεστώς απαγγέλλει τον Προοιμιακό Ψαλμό, όπου θα ακούσουμε προοιμιακώς, εκ προοιμίου, δηλαδή από πριν, πολλά γιά την εσπερινή και νυχτερινή μας ζωή.

Θα μείνουμε γιά λίγο στην εξής φράση του Εκατοστού τρίτου Ψαλμού: «Ο ήλιος έγνω τήν δύσιν αυτού. Έθου σκότος, και εγένετο νύξ. Εν αυτή διελεύσονται πάντα τα θηρία τού δρυμού. Σκύμνοι ωρυόμενοι τού αρπάσαι, και ζητήσαι παρά τω Θεώ βρώσιν αυτοίς».

«Εν αυτή διελεύσονται πάντα τα θηρία του δρυμού». Δρυμός είναι το δάσος της δρυός, της βελανιδιάς, και συνεκδοχικά κάθε δάσος, όπου ζουν τα θηρία. Ως θηρία οι πατέρες και ερμηνευτές της πνευματικής μας ζωής θεωρούν τα πάθη, γιά τα οποία η νύκτα είναι πολύ κατάλληλη ώρα γιά την καλλιέργειά τους. Είναι δηλαδή η νύχτα πολύ επικίνδυνη ώρα και χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή και εγρήγορση.

Στην σημερινή, ειδικά, εποχή μας, η ζωή πολλών ανθρώπων και, δυστυχώς, της νεολαίας μας σε μεγάλο βαθμό, αρχίζει ακριβώς μετά την δύση του ηλίου.

Είναι ακριβώς αυτό που λέει το Άγιο Ευαγγέλιο, στην Παραβολή των Ζιζανίων: Μετά την σπορά του καλού σπόρου, από τον ουράνιο Γεωργό, κακός και εχθρός άνθρωπος πήγε την νύχτα και έσπειρε τα ζιζάνια. Και αυτά τα ζιζάνια φύτρωσαν και πολλές φορές μάς πνίγουν. Γίνονται θηρία και με αυτά τα θηρία πρέπει να προσέξουμε πώς θα συμπεριφερθούμε, γιά να μήν μάς κατασπαράξουν.

Ύστερα από λίγη ώρα, μετά τον Εσπερινό, και αφού δειπνήσουμε, θα απαγγείλουμε δημόσια ή ιδιωτικά, στον Ναό ή στο Κελλί μας, το Απόδειπνο, και προς το τέλος του θα παρακαλέσουμε τον Κύριο να ευλογήσει την νύχτα μας, την νυχτερινή μας ζωή, και θα ζητήσουμε να μάς ευλογήσει:

«Παννύχιον ἡμῖν τήν σήν δοξολογία χάρισαι» θα πούμε. «Καὶ δὸς ἡμῖν, Δέσποτα, πρὸς ὕπνον ἀπιοῦσιν, ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς, καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ἀπό τοῦ ζοφεροῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ πάσης σκοτεινῆς καὶ νυκτερινῆς ἡδυπαθείας. Παῦσον τὰς ὁρμὰς τῶν παθῶν, σβέσον τὰ πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ καθ' ἡμῶν δολίως κινούμενα. Τάς τῆς σαρκὸς ἡμῶν ἐπαναστάσεις κατάστειλον καὶ πᾶν γεῶδες καὶ ὑλικὸν ἡμῶν φρόνημα κοίμισον. Καὶ δώρησαι ἡμῖν, ὁ Θεός, γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ὕπνον ἐλαφρόν καὶ πάσης σατανικῆς φαντασίας ἀπηλλαγμένον. Διανάστησον δὲ ἡμᾶς ἐν τῷ καιρῷ τῆς προσευχῆς ἐστηριγμένους ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου καὶ τὴν μνήμην τῶν σῶν κριμάτων ἐν ἑαυτοῖς ἀπαράθραυστον ἔχοντας. Παννύχιον ἡμῖν τὴν σὴν δοξολογίαν χάρισαι εἰς τὸ ὑμνεῖν καὶ εὐλογεῖν καὶ δοξάζειν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομα σου, τοῦ Πατρὸς καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»

Παννύχιον, λοιπόν, δοξολογία ζητούμε. Παννύχιον, δηλαδή ολονύκτια.

Τί γίνεται όμως;

Σύμφωνα με τους ιατρούς, ο ύπνος είναι απολύτως απαραίτητος όχι μόνο γιά την σωματική ξεκούραση, αλλά και γιά την ανάπαυση σώματος και ψυχής, όπως αναφέρεται στην Ευχή.

Όμως είμαστε κουρασμένοι από τους πόνους της ημέρας και τον κάματο.

Πόσος ύπνος μάς είναι απαραίτητος και αναγκαίος, ακόμα και υποχρεωτικός, θα έλεγα;

Σύμφωνα με τους ειδικούς, κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από διαφορετική «ποσότητα» ύπνου, ανάλογα με την φύση, την κράση και την ηλικία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, από τις σχεδόν 6 με 14 ώρες της νύχτας, οι έξι ώρες θεωρούνται το σωστό μέρος γιά όλους.

Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται περισσότερες κ άλλοι που αρκούνται σε λιγότερες.

Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος αναφέρει ότι ο τέλειος μοναχός αρκείται σε μία ώρα ύπνου. Το μυστικό είναι να μην βλαβεί ο νους από την αϋπνία.

Γνωρίσαμε ανθρώπους που κοιμούνταν ανά δύο ή και τρεις ημέρες.

Ο παπαΕφραίμ ο Κατουνακιώτης, όπως αναφέρει ο μαθητής και διάδοχός του πατήρ Ιωσήφ, κοιμόταν τρεισήμισυ ώρες στο εικοσιτετράωρο. «Μετά το Απόδειπνο, αμέσως κοιμόταν και ξυπνούσε σε τρεισήμισυ ώρες χωρίς ξυπνητήρι» (σ. 116).

Είναι γνωστό βέβαια το ότι πολλοί αδελφοί μας ταλαιπωρούνται πολύ στο θέμα του ύπνου και βασανίζονται από αϋπνίες. Και αυτό συνέβαινε πάντοτε.

Γι αυτό και στο Ευχολόγιο της Εκκλησίας μας υπάρχουν οι ειδικές Ευχές, τέσσερεις τον αριθμό, με λεπτές διαφορές μεταξύ τους: «Ευχή εις ασθενή και μη υπνούντα των αγίων επτά παίδων», «Ευχή εις ασθενούντας και μη υπνούντας», «Ευχή εις άϋπνον», «Ευχή ετέρα εις άϋπνον». Ας σημειωθεί ότι οι ευχές αυτές ακολουθούν την Ευχήν εις Βασκανίαν, γιά να φανεί πόσο επηρεάζει ο βάσκανος οφθαλμός ακόμα και τον ύπνο μας.

Στην επιτάφια πλάκα ενός συγχρόνου μας αγίου πατρός, είναι γραμμένο: Ἐπιτέλους ἐκοιμήθην, διότι ο μακαριστός Γέροντας είχε μεγάλη δυσκολία με τον ύπνο.

Κοιμηθήκαμε, λοιπόν, απολαύσαμε το θεϊκό δώρο του ύπνου και ξυπνήσαμε.

Οι Αγιορείτες πατέρες κοιμούνται συνήθως αμέσως μετά το Δείπνο και το Απόδειπνο, κάπου στις 10.30 μ.μ. Και αφού ξυπνήσουν, ετοιμάζονται, απαγγέλουν τις μικρές ευχές, τα λεγόμενα «Εξεγερθέντες», και αρχίζουν την προσωπική τους Αγρυπνία, αυτό που συνήθως λέμε «τον Κανόνα» τους.

Ας διαβάσουμε το πώς διηγείται ο παπαΙωσήφ του παπαΕφραίμ, τον Κανόνα του Οσίου Γέροντός του. Ξύπνησε ο παπούς, ετοιμάστηκε, και αρχίζει την προσευχή του. «Τότε μιά μικρή λάμψη φακού φαινόταν στο παράθυρο. Είχε δει το ρολόϊ τσέπης που κρεμόταν στον τοίχο. Σε λίγο η αχνή του φιγούρα περιφερόταν στους διαδρόμους και τις αυλές του σκοτεινού σπιτιού. Στο ένα χέρι τον φακό και το τριακοσάρικο κομποσχοίνι με τα μαρτυρικά ( μικρές χάνδρες γιά το μέτρημα των κομποσχοινιών) να κρέμονται από τον σταυρό, και στο άλλο το ναυτικό του σκαμνάκι. Πήγαινε και καθόταν σε μία συγκεκριμένη άκρη της αυλής. Έστρωνε μπρός του και ένα τσουβαλάκι γιά τις μετάνοιες. Ένα άστρο από τα πολλά του ξάστερου ουρανού ανέτειλε απ’ τα βράχια. Όταν αργότερα μεσουρανούσε, θα σήμαινε το τέλος της προσευχής του.».

Ο παπαΕφραίμ εκοιμήθη στα ογδονταπέντε του χρόνια (6-12-1912 έως 14/27-2-1998), και μέχρι σχεδόν στα ογδόντα του, καθημερινά, εφάρμοζε αυτήν την προσωπική προσευχή, αυτόν τον Κανόνα, αυτήν την αγρυπνία. Ύστερα έχασε όλο σχεδόν το φως του και οι μετακινήσεις του απαιτούσαν άνθρωπο και έγιναν πολύ δύσκολες.

Η προσευχή της νύχτας αναφέρεται και ως αγρυπνία, αλλά δεν εννοούμε την λειτουργική Αγρυπνία στην Εκκλησία. Αυτές οι λειτουργικές Αγρυπνίες είναι ιδιαίτερη ευλογία που συνηθίζονται και στις ενορίες μας. Αλλά αυτές είναι κάτι άλλο. Μάλιστα ο μακαριστός ΓεροΠαΐσιος, ο Όσιός μας, έλεγε να μην περιορίζονται οι Αγρυπνίες στα «Δούλοι Κύριον», τα κατζία και το κούνημα των πολυελέων, αλλά να συνεχίζονται και με την προσωπική μας προσευχή.

Έχουμε δηλαδή ως ορθόδοξοι χριστιανοί, τις Ακολουθίες μας στον Ναό, την Θεία Λειτουργία, αλλά έχουμε και την προσωπική προσευχή, την «νυχτερινή» μας ζωή.

Λέει ο παπαΙωσήφ: Η φύση, την νύχτα, πλούσια στις νυχτερινές χάρες της, θυμίζοντας κάποιον άλλον κόσμο, τον του Πνεύματος. Και ο προσευχόμενος άγιος Γέροντας «άφηνε τα δακρυσμένα του μάτια να εγκαταλείψουν τον γλυκασμό της νύχτας και να στραφούν στο χώμα μπρός του ή μάλλον «ένδον» ή μάλλον «άνω». Άρχιζε με τον κανόνα του κάνοντας σταυρωτά κομποσχοίνια και προσθέτοντας ικανό αριθμό γιά τους ελεούντες και γιά όσους είχαν ανάγκη. Συνέχιζε κάνοντας με κομποσχοίνι την ακολουθία και τελείωνε κάνοντας τις μετάνοιές του. Μερικές φορές κρατούσε κοντά του κάποιον αδελφό που τον πολεμούσε ο ύπνος. Το θρόϊσμα της προσευχομένης ψυχής του, το κατά καιρούς ψιθύρισμα της ευχής «Κύριε, Ιησού Χριστέ ...», η άκρα ησυχία της βαθιάς συγκεντρώσεως, ο τελικός κάθε λίγο αναστεναγμός του και η νέα προσπάθεια συνελίξεως του νου, δημιουργούσαν την εντύπωση του απόλυτα απλού και άμεσου, και συγχρόνως του υπερκόσμιου.».

Η νύχτα λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, είναι ο τόπος και ο χρόνος της προσωπικής μας προσευχής, ο τόπος και ο τρόπος της παραδόσεως της ψυχής στον Κύριό της. Η νύχτα, μέσα στην σιωπή των χειλέων και του νοός, γίνεται η κλίμακα, η σκάλα, γιά να ανεβεί η ψυχή και να ξεδιψάσει με το ύδωρ το ζων.

Λέει ο μακαριστός και οσιόαθλος Γέροντάς μας πατήρ Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης: «Γλυκύς ο ύπνος. Τί γλυκύτερο όμως υπάρχει από την προσευχή και την συνάντησι με τον Θεόν;». Φράση που βρίσκεται συνέχεια στα κείμενά του, καθώς και στα κείμενα των άλλων Οσίων Πατέρων, και μάλιστα του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.

Ερμηνεύοντας τον Εξηκοστό δεύτερο Ψαλμό ο μακαριστός Γέροντάς μας, εκχέει ακριβώς και μάς παραδίδει την αγάπη του γιά την νυκτερινή προσευχή. Ο Εξηκοστός δεύτερος Ψαλμός είναι βασιλικός ψαλμός, είναι προσευχή του Βασιλέα και προφήτη Δαβίδ, αλλά είναι ένας ύμνος ακριβώς στην νύχτα και στην νυχτερινή προσευχή, όπως την βίωνε ο προφήτης, όπως την απολάμβανε ο σεπτός Γέροντάς μας, όπως μάς δίδαξε να αγωνιζόμαστε, πορευόμενοι προς την αιωνιότητα και εμείς, τα ταπεινά, πνευματικά του τέκνα.

Αν αγρυπνούσες, αν πάλευες δηλαδή την νύχτα, ο Γέροντας σε αγαπούσε ιδιαίτερα και το φανέρωνε με κάθε πατρικό τρόπο. Απολαύσαμε κοντά του ακριβώς την αγάπη, τον έρωτα γιά την νύχτα, την νύχτα της ασκήσεως δηλαδή και της προσωπικής προσευχής.

Ήδη, ακούγοντας το κείμενο από τον Βίο του παπαΕφραίμ, είδαμε και το τί κάνει ο προσευχόμενος την νύχτα: έχει το σκαμνάκι του. Σκίμπους αναφέρεται από του πατέρες της Φιλοκαλίας, σπιθαμιαίος σκίμπους, ένα σκαμνάκι δηλαδή μίας πιθαμής ύψους. Έχει το τσουβαλάκι του, ένα χαλάκι, γιά να κάνει τις μετάνοιές του.

Σήμερα, σε εμένα τουλάχιστο, η κοιλιά μου δεν με επιτρέπει να κάνω εδαφιαίες τις μετάνοιες, και όταν μπορώ, τις κάνω γονατιστές. Πόσες μετάνοιες κάνει ο προσευχόμενος, καλό είναι να το κανονίζει με τον πνευματικό του.

Είναι γνωστές οι ιστορίες γιά τους θεληματάρηδες υποτακτικούς, που έκαμναν τρεις χιλιάδες μετάνοιες, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τις τρεις μετάνοιες, που τους όριζε ο Γέροντάς τους.

Αφού μιλάμε γιά μετάνοιες, ας αναφέρουμε ότι οι μουσουλμάνοι, που σε λίγο θα κατακτήσουν την χώρα μας, έχουν το δικό τους ο καθένας χαλάκι, και όπου βρεθούν κι όπου σταθούν, την ώρα της προσευχής, γονατίζουν και κάνουν τις μετάνοιές τους, με διαφορετικό βέβαια τρόπο από εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς.

Αλλά οι μετάνοιες δεν είναι μόνο γιά τους καλογήρους.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης έκαμνε από τρεις μέχρι οχτώ χιλιάδες μετάνοιες κάθε νύχτα. Η μακαρίτισσα η μανιά μας, γερόντισσα σχεδόν εκατό ετών, έκαμνε άπειρες μετάνοιες καθημερινά.

Γνωρίσαμε αγίους ανθρώπους, που έκαμναν και κάνουν και αυτοί χιλιάδες μετάνοιες, και οι ρόζοι και οι κάλοι στα ροζιασμένα χέρια τους λάμπουν περισσότερο από διαμάντια και πολύτιμα πετράδια.

Λέει ο Γέροντάς μας, γιά έναν δικό μας άγιο, της Σκήτης μας και της Βέροιας και της Θεσσαλονίκης και ολόκληρης της Εκκλησίας μας, γιά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο οποίος έπεισε όλη του την οικογένεια και έλαβαν το μοναχικό σχήμα: «Λίγο νερό έπινε και λίγο ψωμί έτρωγε καθημερινώς. Πόσον εκοιμάτο; Δεν μπορούσε και δεν ήθελε να κοιμηθή, διότι ο ύπνος τού έκλεβε ώρες, οι οποίες ήταν ώρες επικοινωνίας με Εκείνον. Επί τρεις μήνας εκοιμάτο μόνον ολίγον κατά την μεσημβρία, μετά από το ελάχιστο ψωμί που έτρωγε.»

Ας πούμε τώρα και κάτι άλλο. Και η ανάγνωση είναι αγώνισμα της νύχτας. Είναι μέρος του κανόνα μας. Όχι ανάγνωση γιά να αποκτήσουμε γνώσεις, να διαβάσουμε πολλά βιβλία, να γίνουμε σοφοί. Αλλά ανάγνωση του λόγου του Θεού, δηλαδή των ιερών μας Βιβλίων, της παλαιάς Διαθήκης, του ιερού Ψαλτηρίου, των Πράξεων των Αγίων Αποστόλων.

Και κυρίως, και πρωτίστως, του Αγίου Ευαγγελίου, που δεν χορταίνεται, γιατί είναι ο λόγος του Λόγου και Θεού μας, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Και αφού τελειώσει η προσωπική μας προσευχή, μέσα στην σιγαλιά της αξημέρωτης νύχτας, ο αγωνιστής μπορεί να αναπαυτεί και πάλι γιά λίγο, μέχρι να ᾿ρθει η ώρα της εργασίας του, του διακονήματός του.

Ο πνευματικός άνθρωπος κάθε εργασία την βλέπει σαν διακόνημα, προς τον Κύριο αλλά και προς τον αδερφό. Δεν θεωρεί καμία εργασία ταπεινωτική και εξευτελιστική. Δεν περιμένει την αμοιβή, τον μισθό από την εργασία. Δίνει τον κόπο, δίνει τον ιδρώτα πρωτίστως γιά να εφαρμόσει την παραδείσια εντολή, που δόθηκε σαν κατάρα, αλλά γίνεται ευλογία, όταν γίνεται σαν προσφορά και σαν θυσία προς τον Κύριο. «Εν τω ιδρώτι του προσώπου σου φαγῇ τον άρτον σου».

Γράφει ο παπαΙωσήφ: Τις πρωϊνές ώρες, αφού είχε ξεκουραστεί λίγο από την νυκτερινή αγρυπνία, επιτελούσε την Θεία Λειτουργία. Και στην συνέχεια, μετά την Θεία Λειτουργία και την πρωϊνή τράπεζα, επιδιδόταν με πολλή χαρά στις διάφορες εργασίες, στο εργόχειρο, στον κήπο, στα οικοδομικά, στα κτισίματα πεζουλιών, ακόμα και στο σπάσιμο βράχων, είτε γιά να ανοίξει λίγο μέρος γιά κήπο είτε γιά να ανοίξει ένα καινούργιο μονοπάτι.

Όταν λοιπόν εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μας, όταν μέσα στην νύχτα ετοιμαστήκαμε με την προσευχή μας, όταν η καρδιά έλαβε την τροφή της προσευχής, και αφού μετέλαβε στην Θεία Λειτουργία, ο Όρθρος γίνεται πανηγύρι, ο Όρθρος γίνεται χαρά. Κάθε εργασία φέρνει και δίνει χαρά, γιατί η καρδιά είναι γεμάτη και δεν απαιτεί τίποτα και από κανέναν. Αγωνιστήκαμε μέσα στη νύχτα, κάναμε τον κανόνα μας, γεμίσαμε τις πνευματικές μας μπαταρίες, και είμαστε έτοιμοι γιά τον αγώνα μίας ακόμα ημέρας, γιά την αγάπη και την δόξα του Κυρίου μας.

Είδατε; Ο παπαΕφραίμ έκαμνε κομποσχοίνι γιά όποιο είχε ανάγκη και του το ζητούσε.

Αν κάνουμε και εμείς το κομποσχοίνι μας γιά όποιον έχει ανάγκη, γιά το παιδί, γιά τον ή την σύζυγο, γιά τον γείτονα, για τον φτωχό, γιά τον άρρωστο αδερφό, γιά τα γεροντάκια, γιά τους μαθητές, γιά τους στρατιώτες μας, πόσο χαρούμενοι θα είμαστε όταν θα τους βλέπουμε. Ενωθήκαμε μαζί τους μέσα στην προσευχή της νύχτας, και τώρα απολαμβάνουμε την συναναστροφή και την κοινωνία τους την ημέρα. Και οπωσδήποτε, γιά τους κεκοιμημένους μας.

Να τί λέει η ογδόη Ευχή του Όρθρου: ΕΥΧΗ Η΄. Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὴν τοῦ ὕπνου ῥᾳθυμίαν ἀποσκεδάσας ἀφ᾽ ἡμῶν, καὶ συγκαλέσας ἡμᾶς κλήσει ἁγία, τοῦ καὶ ἐν νυκτὶ ἐπάραι τὰς χεῖρας ἡμῶν καὶ ἐξομολογεῖσθαι σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις ἡμῶν, τὰς ἐντεύξεις, τὰς ἐξομολογήσεις, τὰς νυκτερινὰς λατρείας· Καὶ χάρισαι ἡμῖν, ὁ Θεὸς, πίστιν ἀκαταίσχυντον, ἐλπίδα βεβαίαν, ἀγάπην ἀνυπόκριτον· εὐλόγησον ἡμῶν εἰσόδους καὶ ἐξόδους, πράξεις, ἔργα, λόγους, ἐνθυμήσεις· καὶ δὸς ἡμῖν καταντῆσαι εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἡμέρας, αἰνοῦντας, ὑμνοῦντας, εὐλογοῦντας τῆς σῆς ἀφράστου χρηστότητος τὴν ἀγαθότητα. Ὅτι ηὐλόγηταί τὸ πανάγιον σου ὄνομα, καὶ δεδόξασταί σου ἡ βασιλεία, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν

Όταν, αδελφοί μου, εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μας, είμαστε δυναμικοί και χαρούμενοι όταν έρχεται ο όρθρος. Γιατί τότε πλέον Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν. Μάς μνημονεύει ο ιερέας και λέει: «Μνήσθητι, Κύριε, καὶ τῶν ἐν νυκτὶ πρὸς σὲ βοώντων· ἐπάκουσον αὐτῶν καὶ ἐλέησον καὶ σύντριψον ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῶν τοὺς ἀοράτους καὶ πολεμίους ἐχθρούς».

Και στον λειτουργικό μας Όρθρο, ο ιερέας εύχεται και λέει, γιά όσους αγρυπνούν την νύχτα:

ΕΥΧΗ Β΄. Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα ἡμῶν πρὸς σέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπι τῆς γῆς· δικαιοσύνην καὶ ἁγιασμὸν ἐπιτελεῖν ἐν τῷ φόβῳ σου, συνέτισον ἡμᾶς· σὲ γὰρ δοξάζομεν τὸν ὄντως ὄντα Θεὸν ἡμῶν. Κλῖνον τὸ οὗς σου καὶ ἐπάκουσον ἡμῶν· καὶ μνήσθητι, Κύριε, τῶν συμπαρόντων καὶ συνευχομένων ἡμῖν πάντων κατ᾽ ὄνομα καὶ σῶσον αὐτοὺς τῇ δυνάμει σου· ἐυλόγησον τὸν λαόν σου καὶ ἁγίασον τὴν κληρονομίαν σου· εἰρήνην τῷ κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς ἐκκλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς βασιλεῦσιν, ἡμῶν καὶ παντὶ τῷ λαῷ σου. Ὅτι ηὐλόγηται καὶ δεδόξασται τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Και πάλι: ΕΥΧΗ Γ΄. Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα ἡμῶν πρὸς σέ ὁ Θεὸς, διότι φῶς τὰ προστάγματα σου. Δίδαξον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, τὴν δικαιοσύνην σου, τὰς ἐντολάς σου καὶ τὰ δικαιώματά σου· φώτισον τοὺς ὀφθαμοὺς τῶν διανοιῶν ἡμῶν, μήποτε ὑπνώσωμεν ἐν ἁμαρτίαις εις θάνατον· ἀπέλασον πάντα ζόφον ἀπὸ τῶν καρδιῶν ἡμῶν· χάρισαι ἡμῖν τὸν τῆς δικαιοσύνης ἥλιον καὶ ἀνεπηρέαστον τὴν ζωὴν ἡμῶν διαφύλαξον ἐν τῇ σφραγῖδι τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος· κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης· δὸς ἡμῖν ἰδεῖν τὸν ὄρθρον καὶ τὴν ἡμέραν ἐν ἀγαλλιάσει, ἵνα σοι τὰς ἑωθινὰς ἀναπέμπωμεν εὐχάς. Ὅτι σὸν τὸ κράτος καὶ σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καί τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Χορὸς Ἀμήν.

ΕΥΧΗ Ε΄. Ἀγαθῶν θησαυρέ, πηγὴ ἀέναος, Πάτερ ἅγιε, θαυμαστοποιέ, παντοδύναμε καὶ παντοκράτορ, πάντες σὲ προσκυνοῦμεν καὶ σοῦ δεόμεθα, τὰ σὰ ἐλέη καὶ τοὺς σοὺς οἰκτιρμοὺς ἐπικαλούμενοι εἰς βοήθειαν καὶ ἀντίληψιν τῆς ἡμετέρας ταπεινώσεως. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν σῶν ἱκετῶν· πρόσδεξαι πάντων ἡμῶν τὰς ἑωθινας δεήσεις, ὡς θυμίαμα ἐνώπιον σου, καὶ μηδένα ἡμῶν ἀδόκιμον ποιήσης, ἀλλά πάντας ἡμᾶς περιποίησαι διὰ τῶν οἰκτιρμῶν σου. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἀγρυπνούντων καὶ ψαλλόντων εἰς δόξαν σὴν καὶ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν καὶ τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος. Γενοῦ αὐτῶν βοηθὸς καὶ ἀντιλήπτωρ· πρόσδεξαι αὐτῶν τὰς ἱκεσίας εἰς τὸ ὑπερουράνιον καὶ νοερόν σου θυσιαστήριον. Ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Την νύχτα είναι ανοιχτοί οι Ουρανοί. Πολλές φορές, τώρα τελευταία, βλέπω στο Διαδίκτυο αναρτήσεις σχετικές, όπου ακριβώς αναφέρεται ότι την νύχτα είναι ανοιχτοί οι ουρανοί. Πάντοτε, αδερφοί μου, είναι ανοιχτοί οι ουρανοί, και ακούν τον μικρόν μας στεναγμό και κάθε σταλαγμό δακρύων, «ού λανθάνει σε, Θεέ μου, ουδέ σταλαγμός δακρύων ούτε στεναγμού τι μέρος», λέμε στην Ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως. Κάθε στιγμή ο Κύριος είναι δίπλα μας. Αλλά τις νύχτες, όταν ησυχάζει ο κονιορτός της καθημερινότητος και καταλαγιάζει ο θόρυβος της ημέρας στην πολύβοη ζωή μας, οι ουρανοί περιμένουν την αγωνιστική μας διάθεση και την προσευχή μας.

Μέσα στην νύχτα γεννήθηκε ο Χριστός. Μέσα στην νύχτα αναστήθηκε ο Χριστός. Μέσα στην νύχτα τον έψαχναν οι Μυροφόρες, οι άγιοι Απόστολοι, οι κρυφοί μαθητές του. Και αυτός μέσα στην νύχτα παρουσιαζόταν ως φως και ως ζωή και ως Όρθρος.

Κλείνω, αγαπητοί μου.

Γιατί όμως επέλεξα αυτήν την θεματική να Σάς ομιλήσω σήμερα;

Γιατί πιστεύω πως οι πονηρές ημέρες μας έχουν μεγάλη ανάγκη από πολύ προσοχή αλλά και από μεγάλη προσωπική αγωνιστικότητα και προσευχή.

Μπορεί η καθημερινή μας περιπέτεια να μάς φέρνει μπροστά σε αντιξοότητες και δυσκολίες, συχνά αξεπέραστες. Αλλά έχουμε την νύχτα μας, έχουμε εκείνες τις ώρες που μπορούμε να μιλήσουμε ελεύθερα και δίχως περισπασμό στον Κύριο, όχι τόσο γιά τις δυσκολίες, όσο γιά τον πόθο και την μυστική μας προς Εκείνον αγάπη.

Και τώρα, που αρχίζει ο Χειμώνας και μεγαλώνει η νύχτα, έχουμε όλοι μας αρκετόν μέχρι και πολύν χρόνο και να ξεκουραστούμε, και να απολαύσουμε τον ύπνο αλλά και να προσευχόμαστε. Και εκ νυκτός να ετοιμαζόμαστε, ώστε το πνεύμα μας να ορθρίζει και να καθίσταται έτοιμο γιά τον αγώνα της ημέρας.

Και αν Σάς μένει λίγος χρόνος, να εύχεσθε Εσείς γιά εμάς, τους μοναχούς, που το έχουμε ανάγκη, και εμείς γιά Εσάς, τους αδελφούς μας, προς τον Κύριο. Αμήν.

Βιβλία:

Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης. «ὡ πῦρ καί λίβανος ἐπί πυρίου». Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας 2019.

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης. Ἔκδοση Ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Ἅγιος Ἐφραίμ». Κατουνάκια Ἁγίου Ὄρους 2000.

Εμφανίσεις: 210467
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: