Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 25/01 09:54

Agios Grigorios Theologos

Αφιέρωμα Romfea.gr


Ο 4ος μ.Χ. αιώνας χαρακτηρίστηκε «χρυσοῦς αἰῶνας» του χριστιανισμού, χάρη στους μεγάλους Καππαδόκες Ιεράρχες και τον Ιερό Χρυσόστομο συνάμα, οι οποίοι με όλες τίς δυνάμεις τους, τίς γνώσεις τους και ασφαλώς την ενάρετη βιοτή τους, φανέρωσαν στους ανθρώπους τα θεία και άρρητα μυστήρια του Θεού.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε στην Καρβάλη, περί το 328 μ.Χ., από τους γονείς του, Γρηγόριο και Νόννα (περισσότερες πληροφορίες ια τους γονείς του, Γρηγόριο και Νόννα, καθώς και για τα αδέλφια του Καισάριο και Γοργονία, πλουσιότατες πληροφορίες αντλούμε από τον ίδιο τον Άγιο Γρηγόριο μέσα από τα έργα του και κυρίως από το αυτοβιογραφικό του ποίημα: Περί τὸν ἑαυτοῦ βίον, που θεωρείτε «ὣς ἡ ἀρχαιότερη χριστιανική αυτοβιογραφία» βλ. Α. Φυτράκη, Τὸ ποιητικόν ἔργον Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, Ἀθήνα 1968, σελ. 15), οι οποίοι προέρχονταν από ευλογημένη ρίζα. Γονείς της Νόννας ο Φιλτάτιος και η Γοργονία (Περισσότερες πληροφορίες ια τους γονείς του, Γρηγόριο και Νόννα, καθώς και για τα αδέλφια του Καισάριο και Γοργονία, πλουσιότατες πληροφορίες αντλούμε από τον ίδιο τον Άγιο Γρηγόριο μέσα από τα έργα του και κυρίως από το αυτοβιογραφικό του ποίημα: Περί τὸν ἑαυτοῦ βίον, που θεωρείτε «ὣς ἡ ἀρχαιότερη χριστιανική αυτοβιογραφία» βλ. Α. Φυτράκη, Τὸ ποιητικόν ἔργον Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ, Ἀθήνα 1968, σελ. 15), η οποία και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο για την πορεία του Αγίου Γρηγορίου.  Να αναφερθεί ότι ο Άγιος αφιέρωσε στους γονείς του Επιτάφια συγγράμματα, μέσα στα οποία εξαίρεται η ευσέβεια και η αρετή τους. Στον πατέρα του αφιέρωσε 11 Επιτάφια, στην δε μητέρα του 37.

Ο πατέρας του Γρηγόριος, ο οποίος αρχικά ανήκε στην αίρεση των Υψιστάριων. Μερικά από τα χαρακτηριστικά της αιρέσεως αυτής ήταν: δεν περιετέμνοντο, απείχαν από ορισμένες τροφές, τηρούσαν το Σάββατο, «τά εἴδωλα καί τάς θυσίας ἀποπεμπόμενοι, τιμῶσι τό πῦρ καί τά λύχνα… τό Σάββατον αἰδούμενοι καί τήν περί τά βρώματά ἐστιν ἃ μικρολογίαν», σέβονταν τον Θεό του Ισραήλ, χωρίς να είναι αυστηροί τηρητές του Μωσαϊκού Νόμου. Στις εβραϊκές Συναγωγές των μικρότερων επαρχιών της Μικράς Ασίας υπήρχαν πολλοί Υψιστάριοι.

Για την αίρεση αυτή μαθαίνουμε και από τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, τον Άγιο Επιφάνιο Κύπρου στο «Κατά Αιρέσεων», τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας.

Με την επιμονή της συζύγου του, Νόννης, και την πίστη και προσευχή της στο Θεό, εγκατέλειψε την αίρεση και βαπτίστηκε χριστιανός. Ήταν συγγενής με τον Κληδόνιο και τον Καρτέριο (Κ. Μπόνη, ὅ.π., σελ. 148-149). Τα πρόσωπα αυτά διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στην πορεία του Αγίου Γρηγορίου.

Το 342 μ.Χ., στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, γνώρισε τον Μέγα Βασίλειο, άξιο και ικανό  συνοδοιπόρο στη ζωή του.

Μετά τα 4 χρόνια εγκυκλίου παιδείας, συνέχισε τις σπουδές του στην Καισάρεια της Παλαιστίνης Κατά τη διάρκεια των σπουδών του επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια και συνάντησε για πρώτη φορά το Μέγα Αθανάσιο και το Μέγα Αντώνιο.

. Παράλληλα, παρακολούθησε και μαθήματα ρητορικής από τον γνωστό διδάσκαλο της ρητορικής Θεσπέσιο. Ακολούθως, μεταβαίνει στην Αθήνα, όπου σε δύο χρόνια έφθασε και ο Μέγας Βασίλειος εκεί.

Στενοί οι δεσμοί της φιλίας τους, οι οποίοι περιγράφονται στον Επιτάφιο του Μεγάλου Βασιλείου από τον Άγιο Γρηγόριο (Γρηγορίου Θεολόγου , Λόγος ΜΓ΄, Εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον Ἐπίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας, Ἐπιτάφιος, PG 36, 493C-605A).

Μὲσα και απὸ τις καταθέσεις του Αγίου Γρηγορίου στα έργα του, γίνεται άμεσα αντιληπτό, ότι οι δὺο συνοδοιπόροι της ζωής και του Πνεύματος, Γρηγόριος και Βασίλειος, είχαν απὸλυτα προσανατολιστεί στην Χριστιανική ζωὴ που συνειδητά επέλεγαν.

Δεν άφησαν σύννεφο να σκιάσει τη φιλία τους και να την διαλύσει, ακόμα και όταν οι Άγιοι Γρηγόριοι, Θεολόγος και Νύσσης, προέβησαν στη χειροτονία του Επισκόπου Δοαρών Ευλαλίου, χωρίς την έγκριση του Μεγάλου Βασιλείου. 

Στις αρχές του 360 μ.Χ., ο Βασίλειος επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη, σταμάτησε στη Ναζιανζό. Εκεί συναντήθηκε με τον πολυαγαπημένο του φίλο, Γρηγόριο.

Σε αυτή τη συνάντησή τους, ο Βασίλειος, παρακάλεσε το Γρηγόριο, να τον ακολουθήσει στο ασκητήριο του Πόντου.

Μετά από ένα πλήθος επιστολών, που αντάλλαξαν οι δύο άνδρες, το φθινόπωρο του 360 μ.Χ., ο Γρηγόριος ταξίδεψε στο ασκητήριο του Πόντου, στο οποίο παρέμεινε για ένα έτος, λόγω των αναγκαστικών εκκλήσεων του πατέρα του για επιστροφή. 

Παρά τη θέλησή του, τον Δεκέμβριο του 361, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο πατέρα του πρεσβύτερος της Ναζιανζού.

Αμέσως μετά από την χειροτονία του ο Γρηγόριος συναισθανόμενος το βάρος των ευθυνών του κατέφυγε στο γνώριμο ασκητήριο του Πόντου, κοντά στον Μέγα Βασίλειο.

Συναισθανόταν το βάρος της διαποιμάνσεως του λειτουργήματος, της διαποιμάνσεως των ανθρωπίνων ψυχών. Όμως, η αγάπη του προς το ποίμνιό του, υπερέβη το βάρος της ευθύνης και επέστρεψε στο αγαπημένο του ποίμνιο (Γρηγορίου Θεολόγου, Ἀπολογητικός τῆς εἰς τόν Πόντον φυγῆς ἕνεκεν καὶ αὗθις έπανόδου ἐκεῖθεν, μετά τὴν τοῦ πρεσβυτέρου χειροτονίαν, ἐν ὦ τι τὸ τῆς ἱερωσύνης ἐπάγγελμα, Λόγος Β’, PG 35, 408Α-513Β).

Την εποχή εκείνη, αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης εστέφθη ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο οποίος ήταν φανερά εναντίων του Χριστιανισμού.

Δεν δίστασε ο Γρηγόριος να τον ελέγξει, γράφοντάς του δύο στηλιτευτικούς λόγους (Γρηγορίου Θεολόγου, Κατά Ἰουλιανοῦ βασιλέως στιλητευτικός Λόγος Δ’, PG 35, 532Α-664 Α και Λόγος Ε’, PG 35, 664Α-720C). 

Αποτέλεσμα ήταν η εκδίωξή του Γρηγορίου. Αυτό είναι διαχρόνικο. Όποιος μιλάει, όποιος ελέγχει, τον καρατομούν, ενοχλεί, κάνει θόρυβο. 

Ὁ Γρηγόριος ουδέποτε αναγνωρίσθηκε επίσημα Επίσκοπος Ναζιανζού. Απλὰ διακονούσε ποιμαντικά αυτήν την θέση πριν και μετά τον θάνατο του πατέρα του

Το 374 πεθαίνει πρώτα ο πατέρας τους Γρηγόριος και λίγο αργότερα η μητέρα του Νόννα. H μητέρα του αποτελεί ισχυρό παράδειγμα επίμονης προσευχής, η οποία εκοιμήθη καθώς προσευχόταν «εδώ κάποτε καθώς προσευχόταν είπε ο Θεός από ψηλά στην Νόννα, ‘έλα’. Κι αυτή ελευθερώθηκε χαρούμενα από το σώμα» (Γρηγορίου Θεολόγου, Επίγραμμα ΠΘ’, ΕΠΕ 11,232).

 Επιθυμία  του πατρός του προς τον υιό λίγο πριν την αναχώρησή του ήταν  να μην σταματήσει ποτέ να φροντίζει την εκκλησία της Ναζιανζού, που για σαράντα πέντε συναπτά έτη διακόνησε, ως άξιος διάκονος του λόγου του Κυρίου.

Ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε Επίσκοπος στην κωμόπολη των Σασίμων.

Όπως και σε κάθε εποχή, έτσι και στην εποχή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, εκκλησιαστικές σκοπιμότητες και πάθη ανθρώπινα, θα τον πληγώσουν και θα τον αναγκάσουν να απομακρυνθεί.  Για παράδειγμα, η περίπτωση του Μαξίμου κυνικού φιλοσόφου, ο οποίος έτυχε της εγκάρδιας φιλοξενίας του Αγίου Γρηγορίου (η προσωπικότητα του Μαξίμου αγαπήθηκε από τον Γρηγόριο.

Ο Γρηγόριος, άνθρωπος ολιγαρκής, εκτίμησε τον Μάξιμο για την λιτότητα του βίου του και τον υπέρμετρο ζήλο του για την αληθινή και γνήσια πίστη στον Χριστό.

Ο Μάξιμος  αγωνιζόταν σθεναρά κατά των κακοδοξιών του Αρείου. Η συμπάθεια του Γρηγορίου στον Μάξιμο φαίνεται και από το γεγονός ό,τι ο Γρηγόριος αφιέρωσε τιμητικό λόγο σε αυτόν, που εκφωνήθηκε πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη. Την άνοιξη του 380 μ.Χ., ο Μάξιμος εγκαταλείπει την Βασιλεύουσα, με σκοπό να πάει στην Αίγυπτο και στην αγαπημένη του γενέτειρα πόλη, την Αλεξάνδρεια.

Στην Αλεξάνδρεια είχε σκοπό να συναντήσει τον αρχιεπίσκοπο Πέτρο τον Β’, για να του ζητήσει να τον βοηθήσει στα δόλια σχέδιά του, για ανάρρηση στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.

Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, ο Μάξιμος, επέστρεψε στη Πόλη. Με τη βοήθεια αιγυπτίων επισκόπων, εξαγορασμένων εντοπίων συνεργατών και ναυτών αιγυπτιακών πλοίων, μία νύχτα, όπου ο Γρηγόριος ήταν ασθενής, εισήλθε με δόλο στο ναό της Αναστασίας, με σκοπό να χειροτονηθεί αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως.

Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε ο ορθόδοξος κλήρος και ο λαός και λίγο πριν ολοκληρωθεί η αντικανονική χειροτονία του Μαξίμου, εισέβαλαν οργισμένοι στο ναό, σταματώντας το μυστήριο. Παρόλα αυτά το μυστήριο ολοκληρώθηκε στη θλιβερή, σύμφωνα με τον Γρηγόριο94, καλύβα ενός οργανοπαίχτη.

Έπειτα από αυτή την εκκλησιαστικά αντικανονική πράξη, ο Μάξιμος κατευθύνθηκε προς τη Θεσσαλονίκη, με σκοπό να λάβει την αναγνώριση του αυτοκράτορα. Ο Θεοδόσιος, γνωρίζοντας πολύ καλά τα εκκλησιαστικά τεκταινόμενα στην Κωνσταντινούπολη, δεν προσέφερε αναγνώριση στον σχισματικό Μάξιμο. Αφού δεν κατάφερε να πετύχει την αναγνώρισή του στην Θεσσαλονίκη, κατευθύνθηκε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί, πίεσε πάρα πολύ τον γηραιό Πέτρο να τον αναγνωρίσει ως αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Αλεξανδρείας Πέτρος, αναγνωρίζοντας το τραγικό του λάθος, να βοηθήσει τον Μάξιμο, ζημιώνοντας τον Γρηγόριο, αρνήθηκε σθεναρά την όποια αναγνώριση. Σε αυτή τη στάση του Πέτρου, ο Μάξιμος, τον απείλησε με εκθρόνιση. Τότε, παρενέβη ο ύπαρχος Αλεξανδρείας και εκτόπισε το Μάξιμο, ο οποίος κατέφυγε στη δύση.

Το ζήτημά του λύθηκε οριστικά με τον 4ο κανόνα της Β’  Οικουμενικής, ο οποίος αναφέρει ρητά την καθαίρεση του Μαξίμου και την ακύρωση της χειροτονίας του. – (βλ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς Ἥρωνα τόν φιλόσοφον Λόγος ΚΕ’, PG 35, 1197Α-1225Α   και π. Σίλα (Χαραλάμπους) Καραβελίδη, Τριαδολογία και Οικονομία κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο με βάση τους Λόγους του εις τα Θεοφάνεια, εις το Πάσχα και περί Δόγματος και καταστάσεων Επισκόπων, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 54 – 57) , η 

Το 378 μ.Χ., ο αρειανόφρονας αυτοκράτορας του ανατολικού κράτους, Ουάλης, βρίσκει τραγικό θάνατο από τους Γότθους. Η Βασιλεύουσα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου για σαράντα και πλέον χρόνια ήταν αρειανοκρα τούμενη. Ήταν πολύ δύσκολο για αυτήν και τους κατοίκους της να εκδιώξει την συνήθεια της αίρεσης, που για τόσα χρόνια έφερε στο εσωτερικό της.

Οι εναπομείναντες ορθόδοξοι, μετά την κατάληψη του θρόνου από φιλορθόδοξο αυτοκράτορα, επιθυμούσαν να μετατρέψουν την πρωτεύουσα της Ανατολής, σε πόλη, που να μυρίζει άρωμα ορθοδοξίας, να μυρίζει  αληθινή πίστη.

Είχαν μάθει για την προσωπικότητα και το θεολογικό υπόβαθρό του Αγίου Γρηγορίου, με αποτέλεσμα να αποφασίσουν ότι ο Γρηγόριος ήταν το πλέον κατάλληλο πρόσωπο που μπορούσε να μεταστρέψει το αιρετικό θρησκευτικό κλίμα της Πόλεως. Έτσι, τον κάλεσαν, όπως τον κάλεσαν και αρκετοί ποιμένες (Γρηγορίου του Θεολόγου, Ἔπη ἴστορικά περί ἐαυτοῦ, Περί τῶν καθ’ἐαυτόν, 1, στ. 586-591, PG 37, 1069Α-1070Α).

Ο Γρηγόριος αποδέχτηκε την πρόσκληση των ορθοδόξων της Κωνσταντινουπόλεως και το 379 μ.Χ., κατέφθασε στην Πόλη. Κύριο μέλημα του Γρηγορίου μόλις αφίχθη στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης ήταν να βρει κάποιο ναό να μπορέσει να ασκήσει τα ιερατικά του καθήκοντα. Προς μεγάλη του θλίψη δεν βρήκε, όμως, ούτε ένα παρεκκλήσιο να έχει μείνει στα χέρια των ορθοδόξων.

Όλοι οι ναοί και τα παρεκκλήσια βρίσκονταν στα χέρια των αιρετικών. Άρχισε να λειτουργεί και να κηρύττει σε έναν ιδιωτικό χώρο, που ο ίδιος διαμόρφωσε σε ναό και το ονόμασε αγία Αναστασία.

Να αναφέρουμε πως οι αιρετικοί δεν έπαψαν ούτε στιγμή να τον καταδιώκουν και μαζί με αυτόν και την αληθινή πίστη.

Τον Μάϊο του 381 μ.Χ. , ο Αυτοκράτορας συγκάλεσε την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (Θεοδωρήτου Κύρου, Ἐκκλησιαστικής Ἰστορίας, Λόγοι Πέντε, PG 82, 1217A), με σκοπό την επικύρωση της εκλογής του Αγίου Γρηγορίου ως Αρχιεπίσκοπου Κωνσταντινουπόλεως, την καταδίκη των αιρετικών ομάδων, όπως τα λείψανα των αρειανών (Ευνόμιος, Μακεδόνιος-Πνευματομάχοι) και του Απολλιναρισμού, καθώς και την ομολογία στην «πίστη τῆς Νίκαιας» (Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἰστορία, PG 67, 57C).

Όμως, τον ίδιο μήνα απεβίωσε ο πρόεδρος της Συνόδου, Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας και μετά από επιθυμία του αυτοκράτορος Θεοδόσιου, την προεδρία ανέλαβε ο Άγιος Γρηγόριος.

Οι εργασίες της Συνόδου ολοκληρώθηκαν, με την επίδραση του Αγίου να είναι ουσιαστική στην διαμόρφωση των κανόνων και της αποσαφήνισης και ομολογίας της θεότητας του Αγίου Πνεύματος.

Το πλούσιο έργο του Γρηγορίου προκάλεσε την κακία και τον φθόνο μιας μερίδας εκκλησιαστικών ανδρών οι οποίοι αναίσχυντα αντέδρασαν στην εκλογή του. Αυτό συμβαίνει μέχρι και τις ημέρες μας.

Όταν οι μεγαλύτεροι βλέπουν τους νεώτερους να προοδεύουν στην γνώση ή και στην σοφία, να προσπαθούν να πολλαπλασιάζουν τα τάλαντα, με τα οποία τους προίκισε ο Θεός, τότε αρχίζουν οι ζήλιες, ο φθόνος, οι υποψίες, οι υποσκάψεις και εφαρμόζεται η ρήση «ο θάνατός σου, ζωή μου», κυρίως δε στους εκκλησιαστικούς κύκλους.

Ο Άγιος τότε, λοιπόν, με την χαρακτηριστική του απλότητα και ταπείνωση προτίμησε να παραιτηθεί από  τον αρχιεπισκοπικό θρόνο για να εξασφαλίσει την ειρήνη της Εκκλησίας για την οποία τόσο είχε αγωνιστεί σε όλη του τη ζωή.

Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 25 Ιανουαρίου 391.

Κορυφαίοι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, βασίστηκαν στα συγγράμματα τους στην υψηλή θεολογία του Αγίου Γρηγορίου (π. Σταύρου Χ. Ιντζέ, διπλωματική εργασία: «Η Χριστολογία του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως στις προς Κληδόνιο επιστολές κατά Απολιναρίου», Θεσσαλονίκη 2020).  Για την οικουμενική του δράση, το πανορθόδοξο του κύρος και το πολυσχιδές του έργο του απονεμήθηκε ο τίτλος του «Θεολόγου».

Η Γ’  Οικουμενική Σύνοδος, το 431 μ.Χ., του απένειμε τιμητικά τον τίτλο «ο Μέγας», αναγνωρίζοντας την θεολογική του προσφορά, η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος, το 451 μ.Χ., του απένειμε τον τίτλο «Θεολόγος», για την οικουμενική του αναγνώριση, και η Ζ’  Οικουμενική, το 787 μ.Χ., τον επαίνεσε με τον τίτλο «ὁ τῆς Θεολογίας ἐπώνυμος». Έτσι, παρέμεινε στην ιστορία με την επωνυμία Θεολόγος μετά τον Απόστολο και Ευαγγελιστή Ιωάννη. Aναδείχθηκε διαχρονικό πρότυπο ποιμένος και ιεράρχου. 

Με άριστον τρόπον συνδύασε «θεωρία» και «πράξη», δόγμα και ήθος, σοφία και ενάρετο βίο. «Πεπροικισμένος ἐκ φύσεως δι’ ἐκτάκτων πνευματικῶν χαρισμάτων» κατέστη πηγή θεολογίας και ενδιαίτημα υψηλής θεωρίας, στηλιτεύοντας τήν πλάνη τῶν δυσσεβῶν και «κηρύττοντας Ἰησοῦν Χριστόν».

Ως κληρονομιά, πέραν από τη θεολογία του, μας άφησε 45 λόγους, μέσα από τους οποίους κάλυπτε τη θεολογική προβληματική, μέσα από διάφορες προκλήσεις. Από τους 45 λόγους, οι οποίοι βρίσκονται στην Patrologia Migne στους τόμους 35 και 36, οι 8 προέρχονται από την δράση του ως Πρεσβύτερος στη Ναζιανζό, οι 12 λόγοι προέρχονται από τη δράση του ως Επίσκοπος, τοποτηρητής, στην ίδια πόλη, 23 λόγοι εκφωνήθηκαν κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη για δύο χρόνια, και οι άλλοι 2 λόγοι εκφωνήθηκαν στην τελευταία αναχώρησή του (Παναγιώτη Χρήστου,  Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὁ Μύστης τῆς Θείας Ἐλλάμψεως, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 120-121).

Στην όλη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, παραμένουν μοναδικοί οι εμπνευσμένοι πέντε θεολογικοί λόγοι του, ήτοι οι: Κατὰ Εὐνομιανῶν, περὶ θεολογίας, περὶ Υἱοῦ, δύο λόγοι καὶ περὶ Ἁγ. Πνεύματος. Οι λόγοι αυτοί εκφωνήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και στο μικρό Ναό της Αναστάσεως (ή Αγίας Αναστασίας), με τους οποίους στήριξε πνευματικά, κατήχησε και δίδαξε τους ορθοδόξους πιστούς σε μία πολύ δύσκολη χρονική περίοδο για την ζωή της Εκκλησίας (Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ΄, κείμενο με τίτλο  «Θεία λύρα»: Γρηγόριος ο Θεολόγος).

Η περί του Τριαδικού Θεού διδασκαλία του

Ο Άγιος Γρηγόριος έζησε περιόδους δύσκολες για την Εκκλησία, ταραγμένες υπό τα κύματα των αιρετικών. Έτσι, συνέγραψε τους λόγους: Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος ΛΗ’167’ (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος ΛΗ’, PG 36, 312Α-334Α), Εἰς τό Ἄγιον Πάσχα, Λόγος ΜΕ’168 (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς τό Ἄγιον Πάσχα, Λόγος ΜΕ’, PG 36, 623Α-664Α), Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων, Λόγος Κ’169 (Γρηγορίου του Θεολόγου, Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων, Λόγος Κ’, PG 35, 1065Α-1080C), στους οποίους εσωκλείεται η χριστιανική διδασκαλία και αποκρυσταλλώνεται το ορθόδοξο δόγμα.

Οι λόγοι αυτοί, αποτελούν μια απάντηση, γνήσιων θεολογικών και δογματικών δοξασιών, με βάση την αγιογραφική, αποστολική και πατερική παράδοση, σε όλες τις αιρετικές δοξασίες της εποχής εκείνης.

Σκοπός του ήταν να μην αλλοιωθεί η ορθόδοξη διδασκαλία και να μην επηρεαστούν οι ορθόδοξοι από τους αιρετικούς, που προσπαθούσαν να διαστρεβλώσουν το ορθόδοξο δόγμα.

Στον λόγο του, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, ο Γρηγόριος αναπτύσσει μια εκτενής διδασκαλία περί του άναρχου και άχρονου Θεού. Για τον Θεολόγο Γρηγόριο, ο Θεός, υπήρχε από πάντοτε, υπάρχει πάντοτε και θα υπάρχει πάντοτε, «Θεὸς ἦν μὲν ἀεὶ, καὶ ἔστι, καὶ ἔσται» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος ΛΗ’, Ζ’, PG 36, 317Β. Εἰς τό Ἄγιον Πάσχα, Λόγος ΜΕ’, Γ’, PG 36, 625C), όπως αναφερεί στο 1ο κεεφάλαιο της Αποκαλύψεως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. 

Για το άχρονο της Θεότητας αναφέρει ότι ο Θεός είναι ο «υπάρχων» και αυτό γιατί το «υπήρχε», που εκφράζει παρελθόν και το «θα υπάρχει», που εκφράζει το μέλλον είναι τμήματα του χρόνου και αφορούν, αποκλειστικά και μόνο, την φθαρτή και τρεπτή φύση των ανθρώπων. 

Περί της αϊδιότητας και αιωνιότητας του Θεού, αναφέρει ότι ο Θεός έχει συγκεντρώσει και διατηρεί πλήρως όλη την «ύπαρξη», η οποία ούτε άρχισε ούτε ποτέ θα λήξει (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος ΛΗ’, Ζ’, PG 36, 317Β).

Περί του ακαταλήπτου του Θεού (Περί του ακαταλήπτου του Θεού βλέπε και Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, Περί ῥητῶν καί ἀῤῥήτων καί γνωστῶν καί ἀγνώστων, Β’, PG 94, 792C), ο οποίος χρησιμοποιεί τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα για τον Θεό, όπως και ο Άγιος Γρηγόριος. ο Άγιος Γρηγόριος αναφέρει ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο ο ανθρώπινος νους να καταλάβει το ακατάληπτο και να κατανοήσει το ακατανόητο του Θεού, και, αυτό γιατί ο Θεός είναι άπειρος και δυσκολονόητος. Το μόνο που μπορεί να είναι καταληπτό στο ακατάληπτο του Θεού είναι η απειρία και η ακαταληψία των ανθρώπων. Ο Θεός δεν μπορεί να περιγραφεί. Ο Θεός, κατά την ουσία Του, παραμένει άγνωστος στους ανθρώπους. Μόνο, μέσα από τις αποκαλύψεις και τις θεοφάνειες στη κτιστή πραγματικότητα, ο άνθρωπος δύναται να γνωρίσει τον τριαδικό Θεό μέσα από τις ενέργειές Του. Ο άνθρωπος δύναται να γνωρίσει τον Θεό στο πλαίσιο της κτιστής φύσεως, ενός κτίσματος. Ο Θεός όμως είναι άκτιστος. Σε αυτό το σημείο έγκειται και η δυσκολία να γνωριστεί ο Θεός και ο άνθρωπος. Το άκτιστο του Θεού δεν μπορεί να κατανοηθεί από το κτιστό του ανθρώπου, διότι τα δύο αυτά γνωρίσματα είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστα (π. Σίλα (Χαραλάμπους) Καραβελίδη, ό. π., σελ. 89 – 93).

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αγίας Τριάδος είναι το άπειρο. Ο Άγιος Γρηγόριος εμβαθύνοντας την σκέψη του περί του άπειρου και άχρονου Θεού αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όταν η λογική του ανθρώπου στραφεί στο ουράνιο βάθος του Θεού, εξαιτίας της αδυναμίας της να αντιληφθεί τον Θεό, οδηγείται σε αδιέξοδο. Από αυτό το αδιέξοδο, που συναντά η λογική του ανθρώπου, κατά την διάρκεια της ενασχόλησή της με τον Θεό, προκύπτει σύμφωνα με τον Γρηγόριο το άναρχο, δηλαδή η χωρίς αρχή του Υψίστου. Αν το μυαλό του ανθρώπου στραφεί προς τα επίγεια και τα μέλλοντα από το άπειρο του Θεού, προκύπτει το αθάνατο και το άφθαρτο ««ὅταν δὲ εἰς τὰ κάτω καὶ τὰ ἑξῆς, ἀθάνατον καὶ ἀνώλεθρον». Ο Θεός είναι άφθαρτος και αναλλοίωτος. Η κτίση ολόκληρη φθείρεται μέχρι να καταλήξει στο θάνατο. Ο Θεός, όμως, παραμένει αναλλοίωτος. Ο χρόνος δεν έχει καμία επίδραση πάνω Του, είναι άχρονος και αμετάβλητος. ο Θεός είναι «ἄπειρος», «ἄναρχος», «ἀθάνατος», «ἄφθαρτος», και φυσικά, «αἰώνιος». Η αιωνιότητα του Θεού δεν είναι μετρήσιμη, όπως ο ανθρώπινος αιώνας εκατό χρόνια. «Άλλη η αιωνιότητα του Θεού, ως απόλυτη και άλλη η αιωνιότητα της κτίσης και του ανθρώπου ως εξαρτώμενη και σχετική. Χρονική είναι η αιωνιότητα ολάκερης της κτίσης, αισθητής και νοητής, σε μια άπαυστη πορεία, εξ ου η ριζική διαφορά από τη δυαδικότητα της φιλοσοφίας, ενώ η αιωνιότητα του Θεού είναι ριζικά διαφορετική από την αιωνιότητα τη χρονική, την αιωνιότητα της δημιουργίας», όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο αείμνηστος καθηγητής Νίκος Ματσούκας (Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Ανακεφαλαίωση και Αγαθοτοπία. Έκθεση του οικουμενικού χαρακτήρα της χριστιανικής διδασκαλίας, τομ. Γ, Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 343). 

Διάκριση του Θεού σε ουσία και ενέργεια. Ο Θεολόγος Γρηγόριος αναφέρει για το Θεό: «νῷ μόνῳ σκιαγραφούμενος, καὶ τοῦτο λίαν ἀμυδρῶς καὶ μετρίως, οὐκ ἐκ τῶν κατ᾿ αὐτὸν, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν, ἄλλης ἐξ ἄλλου φαντασίας συλλεγομένης, εἰς ἕν τι τῆς ἀληθείας ἴνδαλμα» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος ΛΗ’, Η’, PG 36, 317BC). Όταν ο Άγιος κάνει αναφορά στην φράση «ἐκ τῶν κατ᾿ αὐτὸν» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς τό Ἄγιον Πάσχα, Λόγος ΜΕ’, Δ’, PG 36, 623C), εννοεί την ουσία του Θεού, στην οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετέχει. Όταν, όμως, κάνει αναφορά στα «ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν», εννοεί τις θείες ενέργειες, στις οποίες μπορεί να μετέχει ο άνθρωπος και μέσω των οποίων γνωρίζει το Θεό, όπως για παράδειγμα η αγαπητική ενέργεια του Θεού. Όλοι γευόμαστε την αγάπη του Θεού.

Όταν στη διδασκαλία του ο Άγιος Γρηγόριος κάνει αναφορά στο πρόσωπο του Θεού εννοεί τρία πρόσωπα, αυτά του Πατέρα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (Γρηγορίου του Θεολόγου, Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος ΛΗ’, Η’, PG 36, 320B. Εἰς τό Ἄγιον Πάσχα, Λόγος ΜΕ’, Δ’, PG 36, 628C). Στο λόγο του «Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων» διδάσκει  ότι σε αυτά τα τρία Πρόσωπα ανήκει η προσκύνηση των πιστών.

Δηλαδή, όταν προσκυνούν οι ορθόδοξοι Χριστιανοί τον Θεό, προσκυνούν τον Πατέρα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, διότι παρόλο που οι ιδιότητες των προσώπων είναι διαφορετικές, η Θεότητα είναι μια και αυτή: «Προσκυνοῦμεν οὖν Πατέρα, καὶ Υἱὸν, καὶ ἅγιον Πνεῦμα, τὰς μὲν ἰδιότητας χωρίζοντες, ἑνοῦντες δὲ τὴν Θεότητα» (Γρηγορίου Θεολόγου, Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων, Λόγος Κ’, Ε, PG 35, 1072 Α και π. Σίλα (Χαραλάμπους) Καραβελίδη, ό. π., σελ. 102).  Τα τρία πρόσωπα ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα συγκεντρώνονται σε μια αρχή και σε μια Θεότητα.

Στους λόγους του κάνει ανάλυση των υποστατικών ιδιωμάτων των προσώπων της Αγίας Τριάδος, δηλαδή το αγέννητο, το γεννητό και το εκπορευτό. Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος παρόλο που έχουν κοινή ουσία έχουν διαφορετικά υποστατικά ιδιώματα «ἕνα Θεὸν τηρεῖν, καὶ τὰς τρεῖς ὑποστάσεις ὁμολογεῖν, εἴτ᾿ οὖν τρία πρόσωπα, καὶ ἑκάστην μετὰ τῆς ἰδιότητος (Γρηγορίου  Θεολόγου, Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων, Λόγος Κ’, Στ’, PG 35, 1072B)». Τρεις υποστάσεις, αλλά όχι τρεις ουσίες. Τρία πρόσωπα, μία ουσία, γι’ αυτό και ο Θεός αναφέρεται ως τρισυπόστατη μονάδα. Οι τρεις διαφορετικές υποστάσεις δεν πρέπει να θεωρούνται ως τρεις διαφορετικοί θεοί. 

Ο Θεός – Πατέρας κατέχει το αξίωμα να είναι Πατέρας και γεννήτορας. Το πρόσωπο του Πατέρα αποτελεί την μοναδική αρχή ύπαρξης του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Με την φράση, «εἷς μέν Θεός, εἰς ἕν αἴτιον», τονίζεται η μοναρχία στην αγία Τριάδα, για να διασαφηνιστεί ότι ο Υιός και το Πνεύμα προέρχονται φυσικώς και κατ’ ουσίαν, εκ του Πατρός, ως της μόνου «ἀνάρχου ἀρχῆς» (Γρηγορίου  Θεολόγου, Περί δόγματος καί καταστάσεως ἐπισκόπων, Λόγος Κ’, Ζ’, PG 35, 1073Α.) :«ἄναρχος οὖν ὁ Πατήρ οὐ γὰρ ἑτέρωθεν αὐτῷ, οὐδὲ παρ᾿ ἑαυτοῦ τὸ εἶναι» (Γρηγορίου Θεολόγου, ό.π., Ζ’, PG 36, 1073B).

Εάν κάποιος προσπαθήσει να μειώσει την απόλυτη αρχή του Πατέρα, αμέσως μειώνει και την αρχή και την αξία των προσώπων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διότι τα πρόσωπα του Υιού και του Πνεύματος προέρχονται από την υπόσταση του Πατέρα, χωρίς να δίδεται η εντύπωση ότι η υπόσταση του Θεού Πατέρα προηγήθηκε από τις άλλες δύο υποστάσεις. Στις σχέσεις των προσώπων εντός της Αγίας Τριάδος δεν υφίσταται ο χρόνος και η τάξη.

Ο Υιός του Θεού, πριν την γέννησή Του από την Θεοτόκο ήταν «αμήτωρ» (Γρηγορίου του Θεολόγου Εἰς τά Θεοφάνεια εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, Λόγος ΛΗ’, Β’, PG 36, 313Α), σύμφωνα με τον Άγιο Γρηγόριο,  αφού ήταν Υιός του Πατέρα, ενώ μετά την γέννησή Του από την παρθένο Μαρία είναι «απάτωρ», αφού συλλήφθηκε εκ πνεύματος αγίου και Μαρίας της παρθένου, όπως αναφέρει και το Σύμβολο της Νίκαιας (το Πιστεύω).

Η ύπαρξη του Θεού Λόγου υπάρχει από πάντοτε. Δεν δύναται κανείς να μιλάει περί ανυπαρξίας του Λόγου, πριν την γέννηση Του από την Θεοτόκο. Δεν υπήρξε ατελής, ο Λόγος, κατά τη σύλληψή Του και με την γέννησή Του, έγινε τέλειος, όπως συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο. Ο Λόγος παρά του ότι έλαβε πλήρως την ανθρώπινη φύση, υπήρχε και πριν από αυτήν. Όταν γίνεται αναφορά στον Λόγο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τον δικό μας λόγο. (Επεξηγεί το διαχωρισμό ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, 6, Περί τοῦ Λόγου καί Υιοῦ τοῦ Θεοῦ, συλλογική ἀπόδειξις, PG 94, 803A).

Στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού (του Υιού και Λόγου του Θεού) ενώνονται αρμονικά και τέλεια, οι δύο φύσεις «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως», κατά τον Χριστολογικό Όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Η γέννηση του Ιησού από την Μαρία σήμαινε την αρχή του άναρχου και άχρονου Θεού, στον κόσμο. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, παρόλο που γίνεται Υιός του ανθρώπου, διαμέσου της γέννησής Του από την Κυρία Θεοτόκο, υπήρχε και πριν, υπάρχει τώρα και θα υπάρχει πάντοτε.

Μέσα από τους λόγους του, ο ιερός Γρηγόριος φανερώνει θριαμβευτικά την θεότητα του Αγίου Πνεύματος, η οποία επιτυγχάνεται από την ομοουσιότητα Του, με τις υποστάσεις του Πατέρα και του Υιού. Ας μη ξεχνάμε ότι αμφισβήτηση για τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος έγινε από τον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μακεδόνιο τον Α’  και τους συν αυτόν, οι οποίοι αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος και τόνιζαν τη κτιστότητά του, λέγοντας πως το Άγιο Πνεύμα δεν μετέχει στην ίδια ουσία με τον Πατέρα και τον Υιό. Έμειναν γνωστοί ως Πνευματομάχοι, οι οποίοι ασφαλώς καταδικάστηκαν από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (Στυλιανού Παπαδόπουλου, Γρηγόριος ο Θεολόγος και οι προϋποθέσεις πνευματολογίας αυτού, τεύχ. Β’, Αθήνα 1989).

Ο Πατέρας είναι αναίτιος και αγέννητος. Είναι η αρχή και αιτία του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα με την γέννησή Του. Το Πνεύμα το Άγιο προέρχεται και αυτό, από τον Πατέρα, όχι όμως με γέννηση, αλλά με εκπόρευση (Ιωάννη Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, 8, Περί τῆς ἀγίας Τριάδος, PG 94, 829BC).

Μερικοί Λόγοι του Αγ. Γρηγορίου

α) Η Ιερωσύνη είναι «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν»

β) «…καὶ μετά κινδύνων καὶ ακινδύνως ἡ πίστις ἡμῶν κεκήρυκται…» (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΡΑ’, PG 37, 176Β).

γ) «ἐρωτᾷς πῶς τά ἡμέτερα. καί λίαν πικρῶς. Βασίλειον οὐκ ἔχω, Καισάριον οὐκ ἔχω, τόν πνευματικόν ἀδελφόν καί τόν σωματικόν. Ὁ πατήρ μου καί ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, μετά τοῦ Δαβίδ φθέγγομαι. Τά τοῦ σώματος πονηρῶς ἔχει, τό γῆρας ὑπέρ κεφαλῆς, φροντίδων ἐπιπλοκαί, πραγμάτων ἐπιδρομαί, τά τῶν φίλων ἄπιστα, τά τῆς Ἐκκλησίας ἀποίμαντα. Ἔρρει τά καλά, γυμνά τά κακά, ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσός οὐδαμοῦ, Χριστός καθεύδει…»

δ) Όλοι οι άνθρωποι είμεθα ως «ὄναρ οὐχ ἱστάμενον, φάσμα τι (=φάντασμα) μή κρατούμενον, πτῆσις ὀρνίου παρερχομένου, ναῦς ἐπὶ θαλάσσης ἴχνος οὐκ ἔχουσα, κόνις, ἀτμίς, ἑωθινὴ δρόσος, ἄνθος καιρῷ φυόμενον, καὶ καιρῷ λυόμενον».

Θα ολοκληρώσουμε το παρόν κείμενο  με ένα απόσπασμα μίας επιστολής του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στον Άγιο Ευσέβιο Επίσκοπο Σαμοσάτων :

«Αν με αξιώσεις να μνημονεύεις και εμένα στις ευπρόσδεκτες προσευχές σου, αυτό θα μου είναι εφόδιο όλης μου της ευλογίας από το Θεό και σε αυτή μου τη ζωή και στο μελλοντικό αιώνα. Το να ζητούμε δηλαδή ένας τόσο σπουδαίος άνδρας... να γίνει προστάτης μου με τις προσευχές του, είμαι βέβαιος ότι έχει τόση δύναμι, όσην θα έπαιρνα από κάποιον από τους αγίους μάρτυρες» (Γρηγορίου Θεολόγου, «Επιστολή ΞΔ’, Ευσεβίω επισκόπω Σαμοσατέων», ΕΠΕ 7,124).

Ας έχουμε τη προσευχή στη ζωή μας συνεχώς, και η ζωή μας θα βαίνει στα βήματα των Πατέρων με στόχο την κατάκτηση της Βασιλείας των Ουρανών.

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: