Αdolf von Harnack: Ένας περιφρονητής της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Βασιλείου Α. Γεωργόπουλου στην Romfea.gr
Αναπληρωτή Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ
Ο Adolf von Harnack (1851–1930) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεότερης προτεσταντικής θεολογίας.
Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και σημαντικός εκπρόσωπος της γερμανικής φιλελεύθερης προτεσταντικής θεολογίας, ενώ παραλλήλως η θεολογία και η δημόσια δράση του συνδέονται στενά με τον Kulturprotestantismus, ιδιαίτερα με την προσπάθεια να παρουσιαστεί ο προτεσταντικός χριστιανισμός ως συμβατός με τον νεότερο πολιτισμό, την επιστήμη και την ηθική του σύγχρονου κόσμου.[ E. Fascher, Adolf von Harnack. Größe und Grenze, 1962. B.Μακρίδης, Adolf von Harnack (1851- 1930), 1982]
1.Η θεωρία του περί «εξελληνισμού» του Χριστιανισμού
Για τον Harnack το χριστιανικό δόγμα δεν υπήρξε εξαρχής ένα ολοκληρωμένο και αμετάβλητο σύστημα, αλλά διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα από μια μακρά ιστορική εξέλιξη. Το χαρακτήρισε ως «έργο του ελληνικού πνεύματος πάνω στο έδαφος του Ευαγγελίου». Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η γνωστή θέση του για τον λεγόμενο «εξελληνισμό» του Χριστιανισμού, όρος που στη σκέψη του έχει σαφώς αρνητικό περιεχόμενο. [J. Rohls, Protestantische Theologie der Neuzeit, Band 1, 1997 ].
Ο Harnack διέκρινε το αρχικό ευαγγελικό και αποστολικό μήνυμα από τη μεταγενέστερη διαμόρφωση της χριστιανικής θεολογίας. Ο λεγόμενος «εξελληνισμός» δεν αποτελούσε για τον Harnack μια ουδέτερη ιστορική διαδικασία πολιτισμικής αλληλεπίδρασης, αλλά μια εξέλιξη κατά την οποία το αρχικό μήνυμα του Ευαγγελίου μεταβλήθηκε με την εισαγωγή ελληνικών φιλοσοφικών όρων στο χριστιανική δογματική διδασκαλία και, κατά την κρίση του, απομακρύνθηκε από την αρχική του μορφή και το ουσιαστικό περιεχόμενο του αποστολικού κηρύγματος. Αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης αποτελεί και μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες θέσεις του,σε ολόκληρο το έργο του , ότι: « Όχι ο Υιός, αλλά μόνον ο Πατήρ ανήκει στο Ευαγγέλιο, έτσι όπως το κήρυξε ο Ιησούς» [ Das Wesen des Christentums, 1964].
2. Η αυτοσυνειδησία του Χριστού κατά τον Harnack
Κατά τον Harnack, η αυτοσυνειδησία του Χριστού ως Υιού του Θεού συνδέεται όχι με μια διδασκαλία περί της θεϊκής Του φύσεως, αλλά με τη μοναδική γνώση που έχει για τον Θεό και με την αποστολή Του να μεταδώσει αυτή τη γνώση στους ανθρώπους. Ως άνθρωπος, ο Ιησούς αναγνωρίζει ότι όλα όσα έχει προέρχονται από τον Πατέρα, τον οποίο θεωρεί ανώτερο και τον μόνο απολύτως Αγαθό. Έτσι, το κέντρο του Ευαγγελίου του δεν είναι ο ίδιος ο Χριστός ως αντικείμενο πίστεως, αλλά ο Πατέρας· ο Ιησούς λειτουργεί ως ο μοναδικός κομιστής της γνώσης του Θεού, οδηγώντας τον άνθρωπο όχι σε μια δογματική πίστη περί του προσώπου Tου, αλλά στη σχέση με τον Πατέρα.
3.Το έργο του «Η Ουσία του Χριστιανισμού»
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική υπήρξε η προσπάθειά του να αναζητήσει, μέσα από την ιστορική μελέτη, τον πυρήνα του μηνύματος του Χριστού. Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στο έργο του: « Das Wesen des Christentums, 1900» (Η Ουσία του Χριστιανισμού), το οποίο προέκυψε από σειρά διαλέξεων που παρέδωσε στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου κατά το χειμερινό εξάμηνο 1899–1900. Η Ουσία του Χριστιανισμού άσκησε σημαντική επιρροή στη συζήτηση για τη φύση και το περιεχόμενο του Χριστιανισμού κατά τις αρχές του 20ού αιώνα. Το έργο γνώρισε μεγάλη απήχηση, καθώς εκδόθηκε πολλές φορές και μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες, γεγονός που συνέβαλε στη διάδοση των ιδεών του συγγραφέα διεθνώς σε ένα ευρύτερο περιβάλλον.
Παρά τις μεταγενέστερες κριτικές,[π.χ. Διαλεκτική Θεολογία. Πρβλ. και G. Voigt, Gespräch mit Harnack. Zur kritischen Auseinandersetzung mit dem „ Wesen des Christentums”,1954] η θέση του Harnack στην ιστορία της Προτεσταντικής θεολογίας παραμένει σημαντική. Τον κατέστησαν μία από τις χαρακτηριστικότερες μορφές της του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
4.Η στάση του Harnack απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία
Αυτό που δεν είναι ευρύτατα γνωστό είναι το γεγονός, ότι αυτός ο επιφανής προτεστάντης θεολόγος είχε μια εξόχως περιφρονητική και υποτιμητική στάση απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία δεν περιοριζόταν απλώς σε επιμέρους διαφωνίες ή θεολογικές ενστάσεις, αλλά επεκτεινόταν συνολικά στην ιστορική της πορεία, στη δογματική της διδασκαλία και στη λατρευτική της παράδοση.
Η αντίληψη του Harnack για την Ορθόδοξη Εκκλησία διαμορφώνεται καθοριστικά από τη θεωρία του περί εξελληνισμού του Χριστιανισμού, η οποία αποτελεί τον θεμελιώδη άξονα της τρίτομης και ογκώδους Ιστορίας των Δογμάτων (Lehrbuch der Dogmengeschichte) πού έγραψε, μεταξύ των άλλων, έργων του.
5.Η Ορθόδοξη Εκκλησία ως προϊόν του «εξελληνισμού» κατά τον Harnack
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζει όχι μόνο τη δογματική εξέλιξη της Εκκλησίας, αλλά και το σύνολο των εκφάνσεων της εκκλησιαστικής ζωής, όπως η λατρεία, η ηθική, η τέχνη και η λαϊκή ευσέβεια. Ωστόσο, και σε αυτά τα πεδία καταλήγει στο ίδιο επικριτικό συμπέρασμα, το οποίο συμπυκνώνει στη χαρακτηριστικά αυστηρή διατύπωση, ότι η Ελληνική Εκκλησία «δεν εμφανίζεται ως ένα χριστιανικό δημιούργημα με ελληνικά στοιχεία, αλλά ως ένα ελληνικό δημιούργημα με χριστιανικά στοιχεία».
Υποστηρίζει, πως η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ανήκει ουσιαστικά στην ιστορία της Εκκλησίας, αλλά συνιστά κλάδο της ελληνικής θρησκευτικής ιστορίας.
Οι αξιολογικές του κρίσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη σφοδρότητα και διατυπώνονται με ύφος εμφανώς αιχμηρό και μειωτικό. Η ένταση των εκφράσεών του δεν περιορίζεται στο περιεχόμενο των θέσεών του, αλλά αντανακλάται και στον ίδιο τον τρόπο διατύπωσής τους.
Στην ίδια συνάφεια αντιμετωπίζει τη μορφή, το τελετουργικό και το περιεχόμενο της λατρείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως αλλοίωση και διαστροφή της αυθεντικής ευαγγελικής λατρείας.
6.Η απαξιωτική κριτική της ορθόδοξης λατρείας και παράδοσης
Προκειμένου να καταστεί εμφανής η προκατειλημμένη και περιφρονητική στάση του Harnack έναντι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, παρατίθενται στη συνέχεια ορισμένες χαρακτηριστικές θέσεις του από το έργο του «Η Ουσία του Χριστιανισμού»:
«Όποιος παρατηρεί αυτή την Εκκλησία από έξω, με τη λατρεία της, το επίσημο τελετουργικό της, την πληθώρα των τελετών της, τα λείψανα, τις εικόνες, τους ιερείς, τους μοναχούς και τη μυστηριακή της σοφία, και στη συνέχεια τη συγκρίνει, αφενός, με την Εκκλησία του 1ου αιώνα και, αφετέρου, με τις ελληνικές λατρείες κατά την εποχή του Νεοπλατωνισμού, αυτός αναγκάζεται να κρίνει ότι δεν ανήκει στην πρώτη, αλλά στις δεύτερες ».
Στην ίδια γραμμή θα συνεχίσει υποστηρίζοντας: «Δεν εμφανίζεται ως ένα χριστιανικό δημιούργημα με ελληνική επίδραση, αλλά ως ένα ελληνικό δημιούργημα με χριστιανική επίδραση (…). Οι χριστιανοί του 1ου αιώνα θα την είχαν πολεμήσει με τον ίδιο τρόπο που πολέμησαν τη λατρεία της Μεγάλης Μητέρας και του Διός Σωτήρος ».
Και αλλού: « Για αμέτρητα στοιχεία αυτής της Εκκλησίας, τα οποία θεωρούνται ιερά θεωρούνται εξίσου ιερά με το Ευαγγέλιο, δεν υπάρχει ούτε καν το παραμικρό σημείο αφετηρίας στον αρχαιότερο Χριστιανισμό. Το ίδιο ισχύει τελικά και για ολόκληρη την τέλεση της κύριας λατρευτικής ακολουθίας, ακόμη και για πολλές από τις δογματικές διδασκαλίες: αφαιρέστε μερικές λέξεις, όπως «Χριστός» κ.λπ., και τίποτε πλέον δεν θυμίζει την αρχική μορφή ».
7.«Το πνεύμα της Ανατολικής Εκκλησίας» και η συστηματοποίηση της κριτικής του
Η αντίληψη αυτή του Harnack ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός, ότι το 1913 δημοσίευσε ειδική μελέτη -δοκίμιο στα Πρακτικά της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Το πνεύμα της Ανατολικής Εκκλησίας σε αντιδιαστολή προς τη Δυτική» ( Der Geist der morgenländischen Kirche im Unterschied von der abendländische). Στο έργο αυτό ο Harnack επανέρχεται συστηματικά στο ζήτημα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της ιστορικής της πορείας, εκθέτοντας με ιδιαίτερη σαφήνεια τη συνολική απαξιωτική αξιολόγησή του. [Α von Harnack, Ausgewälte Reden und Aufsätze, 1951].
Στη σκέψη του Harnack, η δυτική χριστιανοσύνη διαφοροποιούνταν ουσιωδώς από την ανατολική, καθώς εμφανιζόταν ως φορέας πνευματικής κινητικότητας και ιστορικής εξέλιξης.
Παρά τις έντονες επιφυλάξεις του απέναντι στον παπικό θεσμό, αναγνώριζε στη δυτική χριστιανική παράδοση —και ιδιαίτερα στον Προτεσταντισμό— τη διατήρηση μιας περισσότερο εσωτερικευμένης μορφής πίστης, της ατομικής πνευματικής ελευθερίας και μιας συγκροτημένης νομικής και θεσμικής οργάνωσης. Παράλληλα, θεωρούσε ότι η δυτική χριστιανοσύνη παρέμενε ενεργά συνδεδεμένη με τη γενικότερη πορεία της ανθρώπινης ιστορίας και του πολιτισμού.
Αντιθέτως για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Harnack υποστηρίζει ότι ήδη από τον 3ο αιώνα αυτή είχε περιέλθει σε κατάσταση βαθιάς πνευματικής ακινησίας και ιστορικής στασιμότητας. Έμεινε ένα άκαμπτο εκκλησιαστικό οικοδόμημα, εγκλωβισμένο στη δογματική αυστηρότητα, στην τυπολατρική προσκόλληση, στη μηχανική επανάληψη τελετουργικών πρακτικών και στην έντονη ανάπτυξη του μοναχισμού. Έτσι, ο ανατολικός Ορθόδοξος χώρος παρουσιάζεται από τον ίδιο ως ένας κόσμος κλειστός, εσωστρεφής και ανίκανος για ουσιαστική πνευματική ανανέωση ή να ανταποκριθεί δημιουργικά στις ιστορικές μεταβολές.
8.Η Ορθόδοξη Εκκλησία ως «απολιθωμένος ανατολίτικος συγκρητισμός»
Ως επίλογο αυτής της συνοπτικής παρουσίασης, θα παραθέσουμε μία ακόμη ανιστόρητη και θλιβερή πτυχή αυτής της θεώρησης.
Ο Harnack έφθασε στο σημείο να τη χαρακτηρίζει, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ως το απολύτως «Άλλο», ως «απολιθωμένο ανατολίτικο συγκρητισμό του 3ου αιώνα».
Πρόκειται για μία ακόμη διατύπωση που αποτυπώνει με ιδιαίτερη ένταση το βάθος της απορριπτικής και απαξιωτικής στάσης του απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Οι θέσεις του δεν συνιστούν αυστηρή επιστημονική αξιολόγηση, αλλά εκφράζουν μια έντονα απαξιωτική και προκατειλημμένη θεώρηση, η οποία αδυνατεί να αναγνωρίσει τη θεολογική, πνευματική και ιστορική συνέχεια της Ορθοδοξίας μέσα στην παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας.
Η προσέγγισή του αποκαλύπτει όχι μόνο ελλιπή κατανόηση της Ορθοδοξίας, αλλά και μια τάση ιδεολογικής κατασκευής της εκκλησιαστικής ιστορίας.
Υπό το πρίσμα αυτό, η κρίση του Harnack πρέπει να θεωρηθεί όχι μόνο ανιστόρητη, αλλά και θεολογικά ανεπαρκής, καθώς εφαρμόζει στην ιστορική έρευνα αξιολογικές προϋποθέσεις, οι οποίες οδηγούν σε συστηματική υποτίμηση της ορθόδοξης εκκλησιαστικής πραγματικότητας.




