Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 01/12 16:21

agios andreas stavrosi 1

π. Γεώργιος Δημητρόπουλος στην Romfea.gr

ΜΑ Θεολογίας


Ο άγιος Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, με το ελληνικό όνομα, παρουσιάζεται στην Εκκλησιαστική Παράδοση όχι μόνο ως ο πρώτος που ακολούθησε τον Χριστό, αλλά και ως ο πρώτος που μετέβαλλε ολόκληρο τον τρόπο της ζωής του, υπακούοντας στην πρόσκληση του Θεανθρώπου Ιησού.

Με αφορμή λοιπόν της εορτής του στις 30 Νοεμβρίου ε.ε, προσπαθούμε σε λίγες γραμμές να σκιαγραφήσουμε την πνευματική του πορεία, υπό το πρίσμα της Ψυχολογίας της Θρησκείας, αναδεικνύοντας την εσωτερική (καρδιακή) εξέλιξη του πιστού ανθρώπου, μέσα από την αναζήτηση του Θεού και την εν Χριστώ τελείωσή του.

Κατά τον Αμερικανό ψυχολόγο James, η θρησκευτική ζωή αρχίζει από την εσωτερική ανησυχία, την «ασθένεια της ψυχής», που επιδιώκει θεραπεία.

Ο Απόστολος Ανδρέας, μαθητής αρχικά του Ιωάννου του Προδρόμου και αργότερα του Χριστού, αποτελεί το παράδειγμα του «ζητούντος ανθρώπου».

Η πνευματική αφύπνιση του Ανδρέα εμφανίζει την ψυχολογική ετοιμότητα του προσώπου για μεταμόρφωση, δηλαδή μία διάθεση ενδοστροφής στην καρδία, που οδηγεί στην αντίληψη και την εμπειρία του Θεού.

Επομένως, η ζωή του αγίου Ανδρέα, αποκαλύπτει ότι η πνευματική ανάβαση είναι συγχρόνως ψυχολογική θεραπεία και θεολογική τελείωση. Με άλλα λόγια, ψυχοπνευματική σωτηρία. 

Ως γνωστό, κατά την Ορθόδοξη θεολογία, η μαθητεία μεταμορφώνει το εγώ του ανθρώπου.

Όταν ο άγιος Ανδρέας συναντά τον Χριστό, ύστερα από την υπόδειξη του Ιωάννη του Προδρόμου ότι ο Ιησούς είναι «ο αμνός του Θεού», η εσωτερική πορεία του Ανδρέα περνά μέσα από την αναζήτηση στην κοινωνία.

Σύμφωνα με την Ψυχολογία του Jung, η πνευματική εμπειρία λειτουργεί ως διαδικασία ενοποίησης, συμφιλιώνεται η ψυχή με το πνεύμα.

Έτσι, η ταπείνωση του Αποστόλου Ανδρέου εκφράζει την θεραπευτική διάσταση της εν Χριστώ πίστεως, αφού ο άνθρωπος δεν διασπάται από τα πάθη του, αλλά εναρμονίζεται με το θέλημα του Θεού. 

Όταν έμεινε κοντά στον Χριστό ο Ανδρέας, έμαθε τη σιωπή, την ταπείνωση, την χαρά της κοινωνίας με τον Θεό.

Η ψυχολογία της θρησκείας διατείνεται πως ο άνθρωπος ωριμάζει πνευματικά όταν η εγωκεντρική συνείδηση υποχωρεί και αναδύεται η προσωπική σχέση.

Έτσι, ο Ανδρέας δεν επιδιώκει πρωτεία ούτε προνόμια, αλλά εκφράζει την υγιή θρησκευτική ψυχολογία, όπου η ταπείνωση δεν είναι μειονεξία, αλλά εν Χριστώ ελευθερία.

Εδώ θα έλεγε ο Jung, ότι ο άνθρωπος βρίσκει το «όλον εγώ» του, δηλαδή συμφιλιώνεται ο άνθρωπος με το πνεύμα του. 

Ο Allport, επίσης, τονίζει ότι ο ώριμος πνευματικά πιστός άνθρωπος, διακρίνεται από την εσωτερικευμένη πίστη, είναι αυτός που εμπνέει ελευθερία και κοινωνική αγάπη.

Ο άγιος Ανδρέας, ως Απόστολος, ενσαρκώνει ακριβώς αυτό το πρότυπο πιστού ανθρώπου, όπου η εμπειρία του Θεού δεν μένει εσωτερική υπόθεση, αλλά γίνεται πνευματική δράση, γίνεται αγάπη και προσφορά.

Τελικά, η διακονία της Αποστολής του αγίου Ανδρέου, δηλώνει την ώριμη θρησκευτική προσωπικότητά του. Με την αποστολή εκφράζεται η ψυχολογική εξωτερίκευση της Θείας χάριτος.

Από το φώς της Χάριτος του Χριστού εμπνέεται ο Ανδρέας, όπου η εσωτερική του ησυχία γίνεται πράξη διακονίας και η πίστη του μετατρέπεται σε αποστολή.

Γι’ αυτό και στην κορύφωση της πνευματικής ζωής του, ο Απόστολος Ανδρέας αποδέχεται το μαρτύριο του σταυρού ως χαρά.

Κάτι που φαίνεται οξύμωρο σχήμα για την κοσμοθεωρία του σύγχρονου ανθρώπου, που διακατέχεται από την ακραία ανάπτυξη της τεχνολογικής επιστήμης (βλ. τεχνητή νοημοσύνη).

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Frankl, ο άνθρωπος ολοκληρώνεται όταν ανακαλύπτει νόημα ακόμη και στον πόνο.

Άλλωστε, η πνευματική ζωή ξεκινά από την αγωνία του νοήματος, από εκείνη την έντονη ψυχοπνευματική δίψα, που μόνο ο Θεός μπορεί να κορέσει.

Η σταύρωση, λοιπόν, αποτελεί την έσχατη ψυχολογική και πνευματική ωριμότητα, όπου ο άνθρωπος ενοποιεί το πνεύμα, την ψυχή και το σώμα στην κοινωνία του Θεού.

Έτσι, η ψυχολογία της θρησκείας που φωτίζεται από την Ορθόδοξη θεολογία, δείχνει πως η Χάρις του Θεού αναπλάθει τον άνθρωπο, όχι ενάντια στη φύση του, αλλά μέσα από αυτήν.

Ο Πρωτόκλητος Ανδρέας, όπως κάθε Άγιος, ενσαρκώνει ακριβώς το πρότυπο (παράδειγμα) του ολοκληρωμένου ψυχοπνευματικά ανθρώπου: «ενοποιημένου, ησύχιου, ελεύθερου, φωτισμένου, θεωμένου». Γιατί η αληθινή ζωή, η πνευματική ζωή, φανερώνεται από την θυσιαστική αγάπη.

Η πνευματικότητα του Αποστόλου Ανδρέα, είναι εμπνευσμένη από την Αγιογραφική μαρτυρία, την Πατερική παράδοση και την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.

Η πνευματικότητά του χαρακτηρίζεται από απλότητα, ταπείνωση, αποστολικό ζήλο και βαθιά αγάπη προς τον Χριστό.

Ο Πρωτόκλητος όχι μόνο υπήρξε μαθητής και μιμητής του Χριστού, αλλά και οικοδόμος της Εκκλησίας, πρότυπο για κάθε πιστό άνθρωπο, που αναζητεί «να ακούσει» (εν τη καρδία) το κάλεσμα του Θεού μέσα στην καθημερινότητα.

Γι’ αυτό η πνευματικότητα του αγίου Ανδρέα είναι ευαγγελική χαρά∙ η χαρά που γίνεται αποστολή.

Ο άγιος Ανδρέας γίνεται η γέφυρα, αυτός που συνδέει τους ανθρώπους με τον Χριστό – φέρνει τον Πέτρο στον Χριστό, παρουσιάζει το παιδί με τους πέντε άρτους, μεσιτεύει υπέρ των Ελλήνων, που θέλουν να δούν τον Κύριο.

Αυτή η διακριτική παρουσία του Ανδρέα, είναι η καρδιά της πνευματικότητάς του. Η ταπείνωση άλλωστε είναι η πηγή της Χάριτος.

Η Παράδοση μαρτυρεί ότι ο άγιος Ανδρέας διέσχισε τις περιοχές της Μικράς Ασίας, του Εύξεινου Πόντου, της Θράκης, της Ηπείρου, μέχρι που κατέληξε στην Πάτρα, όπου και μαρτύρησε για την αγάπη του Χριστού, σε χιαστί σταυρό.

Σε όλη την πορεία του φαίνεται η ακατάπαυστη φιλαδελφία του, η αγάπη του ακόμη και για τους ειδωλολάτρες, η υπομονή και η πραότητά του, αλλά περισσότερο η έμφαση στην προσωπική συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Χριστό.

Η ιεραποστολική του πνευματικότητα αντιπαραβάλλεται στην ψυχρότητα της τυπικότητας, δείχνει ότι ο Ιεραπόστολος γεννιέται μέσα από την φλόγα της Θείας χάριτος.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει την δράση του αγίου Ανδρέα, ως πράξη πίστεως και αποκαλύψεως. 

Εάν δούμε επίσης και το επάγγελμα του Αγίου Ανδρέα ως ένα απλού ψαρά, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Πατερική παράδοση, θα δούμε πως αυτό φωτίζει την αποστολή του μέσα στην Οικονομία του Θεού.

Καταρχάς, ο Θεός καλεί τον άνθρωπο εκεί που βρίσκεται. Έτσι, το γεγονός ότι ο Χριστός επιλέγει απλούς (ταπεινούς) ψαράδες για μαθητές του και όχι μορφωμένους ραβίνους, έχει βαθιά πνευματική σημασία.

Ο Θεός δεν ζητά ειδικά προσόντα, αλλά δεκτική καρδιά, ταπεινό πνεύμα και καθημερινό βίωμα κόπωσης, το οποίο γεννά εμπειρική σοφία.

Οι Πατέρες τονίζουν ότι ο Θεός καλεί τον άνθρωπο εκεί που τον βρίσκει μέσα στην καθημερινότητα, διότι η Χάρη του Θεού ενεργεί και στον απλό βίο, όχι μόνο στην έρημο.

Γι’ αυτό η κλήση του Ανδρέα από το πλοίο είναι σημείο ότι η αγιότητα δεν αρχίζει όταν απλώς αλλάξουμε ζωή, αλλά όταν ανταποκριθούμε στην κλήση του Θεού στη ζωή που ήδη ζούμε.

Το επάγγελμα του ψαρά είναι σκληρό, που απαιτεί κόπωση, όμως γεμάτο απλότητα και αβεβαιότητα.

Οι Πατέρες εδώ βλέπουν την Θεία παιδαγωγία, δηλαδή την υπομονή, την εγρήγορση (νήψη) και την απλότητα.

Ο Ανδρέας ως ψαράς, έμαθε βιωματικά την πνευματική απλότητα.

Η κλήση του Χριστού προς τους ψαράδες, που αφήνουν αμέσως τα δίκτυα, στην Ορθόδοξη θεολογία, δηλώνει την απόθεση των βιοτικών μεριμνών και την απελευθέρωση της ψυχής από την φιλαυτία (εγώ).

Οι Πατέρες διακρίνουν εδώ την αρχή της πνευματικής ζωής∙ την κλήση του Χριστού ως πνευματική μυσταγωγία.

Το να αφήσουμε δηλαδή τα «δίχτυα» (λογισμούς, μέριμνες, δεσμεύσεις) που μας κρατούν και να δώσουμε την καρδιά μας στον Θεό. Επομένως, ο Ανδρέας από ψαράς ιχθύων γίνεται «αλιέας ανθρώπων», γιατί ο Χριστός δεν ακυρώνει την ταυτότητα του Ανδρέα, αλλά την μεταμορφώνει: «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Ο Χριστός δεν καταργεί το επάγγελμα, αλλά το εντάσσει στην σωτηριολογία του ανθρώπου.

Η αλιεία είναι τέχνη υπομονής και αγάπης, όχι βίας. Και ο Απόστολος, όπως ο ψαράς, περιμένει, δεν εξαναγκάζει, ελκύει τους ανθρώπους με αγάπη και αλήθεια Χριστού.

Έτσι, ο άγιος Ανδρέας γίνεται το πνευματικό δίχτυ, που οδηγεί ψυχές στη σωτηρία, γιατί η ταπείνωση είναι η ρίζα του πνευματικού χαρακτήρα του Ανδρέα.

Αυτό το πνευματικό ήθος πηγάζει από την απλότητα του βίου του. Επιπλέον, η ζωή στη θάλασσα είναι σχολή σιωπής.

Οι Πατέρες λένε ότι «η ησυχία εστί των μελλόντων βίος και ἡ μήτηρ τῆς προσευχῆς», γιατί η σιωπή στην φύση βοηθά την καρδιά να καθαριστεί.

Η νύχτα, η σιωπή, η ενατένιση της θάλασσας και του ουρανού, είναι (εξ)άσκηση εσωτερικής προσοχής. Και οι ψαράδες που ζούν μέσα στη γαλήνη της θάλασσας, κυρίως την νύχτα, αυτό τους προετοιμάζει για την νοερά προσευχή.

Συνεπώς, το επάγγελμα του αγίου Ανδρέα, είναι το πνευματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Θεός διαμόρφωσε την καρδιά του.

Από ψαράς ο Ανδρέας γίνεται θεολογικός τύπος, ο άνθρωπος που με τα ταπεινά εφόδια του βίου του, γίνεται δοχείο της Θείας χάριτος και αλιεύς ψυχών.

Η νέα αλιεία λοιπόν του αγίου Ανδρέα δεν σκοτώνει, αλλά ζωοποιεί.

Έτσι, η μυσταγωγική σύλληψη των αγίων Πατέρων βλέπει στους Αποστόλους «αλιείς ψυχών», δηλαδή συνεργούς της σωτηρίας του Θεού.

Επομένως, η προσωπικότητα και όλη η πνευματικότητα του αγίου Αποστόλου Ανδρέα, μένει βαθιά επίκαιρη σήμερα, αφού μας υπενθυμίζει την προτεραιότητα της προσωπικής κλήσης στην πνευματική ζωή, δείχνει ότι η αληθινή εν Χριστώ ζωή είναι κοινωνική και όχι ατομικιστική, αναδεικνύει την ταπείνωση ως προϋπόθεση της Θείας χάριτος, καλεί τους πιστούς σε μαρτυρία Χριστού με πραότητα και αγάπη, ενώ στηρίζει την Εκκλησία σ’ ένα αποστολικό ήθος έμπνευσης και αυταπάρνησης.

Ο Πρωτόκλητος Ανδρέας αποκαλύπτει ότι η πνευματική ζωή δεν είναι θεωρητικό σχήμα, αλλά ζωντανή οδός μαθητείας, που αρχίζει με την κλήση και κορυφώνεται στην αγάπη μέχρι θανάτου.

Η ζωή του αγίου Ανδρέα είναι ένα πνευματικό ταξίδι ψυχής, που οδηγεί και καταλήγει στην πληρότητα του Θεού.

Με όρους ψυχολογικο-θεολογικούς, βλέπουμε έναν άνθρωπο ελεύθερο από τον εαυτό του, τον πνευματικό άνθρωπο που ενώνεται με το Φώς του Χριστού.

Ακολουθώντας κι εμείς το παράδειγμά του, να αναζητήσουμε όχι μία εξωτερική πίστη, αλλά μία εσωτερική (καρδιακή), ψυχοπνευματική, που ενοποιεί τον άνθρωπο, τον θεραπεύει και φωτίζεται από την Χάρη του Θεού.

Η πίστη βέβαια δεν αφορά μόνο την ψυχή του ανθρώπου, αλλά ολόκληρη την ύπαρξή του.

Μέσα από την ψυχολογία της θρησκείας, βλέπουμε πως η εμπειρία του Θεού αγγίζει τα βαθύτερα στρώματα του ανθρώπου, μεταμορφώνει την σκέψη (λογισμούς), θεραπεύει την καρδιά (πάθη κ.λπ.) και ενοποιεί την ζωή.

Η καθαρότητα της ψυχής γίνεται όργανο θεοπτίας.

Εκεί ακριβώς θα λέγαμε ανακαλύπτουμε το παράδειγμα (paradigm, πρότυπο) του Αποστόλου Ανδρέα, όπου ο Πρωτόκλητος δεν ήταν μόνο ένας μαθητής, αλλά ένας ολοκληρωμένος πνευματικά άνθρωπος, που έζησε όλη την πνευματική ανάβαση του Θεού: «αναζήτηση, μαθητεία, αποστολή, θυσία».

Ο άγιος Ανδρέας, λοιπόν, αποτελεί υπόδειγμα μαθητή, αποστόλου και μάρτυρα. Ένα διαχρονικό φώς, που οδηγεί τους πιστούς στην αληθινή κοινωνία με τον Χριστό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Αγία Γραφή, Η Καινή Διαθήκη, εκδ. Απ. Διακονίας, Αθήνα 2005.

Αμβρόσιου Μεδιολάνων, Expositio Evangelii, PL 15, 1510. 

Αρχιμ. Ν. Γιαννουσά, «Άγιος Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος Απόστολος», Εορτολόγιο, Μέρος Ζ’, Λάρισα 2024, σελ. 481.

Βασίλειου Καισαρείας, Ομιλία προς τους νέους, PG 31, 564.

Του Ιδίου, Ομιλία στους Ψαλμούς, PG 29, 272. «Θάλασσα τοῦ βίου τὰ ἀνθρώπινα πράγματα· συνεχῶς κινοῦνται καὶ κυματίζουσι».

Βίος Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, Συναξάρι 30 Νοεμβρίου.

Γρηγόριου Θεολόγου, Λόγος Λ’, PG 36, 432. 

Του Ιδίου, όπ. παρ., «Ἡ σοφία τοῦ Χριστοῦ ἐκ τῶν ἁλιέων προφήτας ἀνείργασται· ἵνα δειχθῇ ὅτι τὸ ἁπλοῦν καὶ καθαρὸν κάλλιον τῆς πολυμαθίας, ὅταν ἡ χάρις τὸ πᾶν ἐνεργῇ».

Γρηγορίου Νύσσης, Είς το Άσμα Ασμάτων, PG 44, 945.

Του Ιδίου, Ομιλία ΙΑ’, PG 44, 1024.

Γρηγόριου Παλαμά, «Περί προσευχής και καθαρότητας της καρδιάς», Φιλοκαλία, τόμ. Δ’, σελ. 159.

Ευσέβιου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλ. 3 & 5.

Ησύχιου Πρεσβύτερου, «Λόγος περί νήψεως και αρετής», 3, Φιλοκαλία, τόμ. Α’, σελ. 93: «Η νήψη είναι δρόμος κάθε αρετής και εντολής Θεού. Αυτή λέγεται επίσης και ησυχία της καρδιάς. Και όταν φτάσει σε τελειότητα, χωρίς δαιμονικές φαντασίες, λέγεται και φυλακή του νού». 

Ισαάκ Σύρου, «Λόγος 64», Ασκητικά. 

Ιωάννη Δαμασκηνού, Λόγος είς τους Αγίους Αποστόλους, PG 96, 552.

Του Ιδίου, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Β’, 3, PG 94, 865.

Ιωάννη Χρυσόστομου, «Ομιλίαι είς το Κατά Ιωάννην», Έργα Ιωάννου Χρυσοστόμου, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη. 

Του Ιδίου, Είς το κατά Ματθαίον, 14, PG 57, 223. «Ὅπου ἂν ὑπάρχῃ ὁ ἄνθρωπος, ἐκεῖ καὶ ἡ θεία κλῆσις δύναται νὰ τὸν συναντήσῃ».

Του Ιδίου, Ομιλία προς Τιμόθεον Α’, PG 62, 543.

Του Ιδίου, Είς την Κορινθίους Α’ Επιστολή, 1, PG 61, 20.

Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία, Αθήναι. 

Ι. Φουντούλη, Λειτουργικά Θέματα, τόμ. Β’, Θεσσαλονίκη. 

Κύριλλου Αλεξανδρείας, Στον Λουκά, PG 72, 660. «Οὐ σοφοὺς, ἀλλ’ ἁπλοῦς ἑλόμενος, δείκνυσιν ὅτι τὴν καρδίαν ἐτάζει ὁ Θεός».

Του Ιδίου, Σχόλια είς το κατά Ιωάννην, PG 73, 528. «Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, πρώτῳ μὲν ἐμπνέεται τῆς τοῦ Λόγου θεογνωσίας· καὶ οὐκ ἑαυτῷ μόνον τοῦτο ἔχει, ἀλλὰ καὶ τῷ ἀδελφῷ μεταδίδωσι τὸ πρῶτον ἄκουσμα».

Κ. Σιαμάκη, Ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος και η Ιεραποστολή του, Πάτρα. Αποστολική Διακονία, Ο Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος – Ιστορία, Θαύματα, Μαρτύριον, Αθήνα. 

Μαρτύριον Ανδρέου (αρχαίο κείμενο).

Μάξιμου Ομολογητή, 400 Κεφάλαια περί διαφόρων θεμάτων, 2, PG 91, 1148. 

Του Ιδίου, Μυσταγωγία 5, PG 91, 672.

Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου, Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Λεβάδεια 1992. 

Π. Χρήστου, Πατρολογία, τόμ. Β-Γ, Θεσσαλονίκη 1983. 

Ξενόγλωσση

Gordon Allport, The Individual and His Religion, USA 1950.

F. F. Bruce, The Apostolic Circle, Grand Rapids.

Michael J. Wilkins, Following the Master: A Biblical Theology of Discipleship, Grand Rapids.

Oscar Cullmann, The Twelve Apostles, London. 

Raymond Brown, The Gospel According to John, Anchor Bible Commentary, New York. 

Viktor Frankl, Man’s Search for Meaning, USA 1946.

William James, The Varieties of Religious Experience, USA 1902.

William Barclay, The Gospel of John, Philadelphia.

Εμφανίσεις: 300358
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: