Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο από τον Αλ. Πάλλη
Γράφει ο Ευάγγελος Π. Λέκκος
θεολόγος, νομικός, τ. δ/ντής της Αποστολικής Διακονίας
Ζητήματα μετάφρασης της Αγίας Γραφής
Το ζήτημα μετάφρασης της Αγίας Γραφής από το αρχαιοελληνικό πρωτότυπο σε άλλες γλώσσες απασχολεί τους ειδικούς από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι και τις ημέρες μας.
Το γεγονός μάλιστα ότι η Αγία Γραφή αποτελεί διεθνώς το πλέον μεταφρασμένο βιβλίο, δείχνει τη σπουδαιότητα του θέματος, αλλά και το πλήθος των προβλημάτων που αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν οι μεταφραστές καθώς, σεβόμενοι την ιερότητα του πρωτότυπου κειμένου, πρέπει να αποδώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα νοήματά του σε γλώσσες λαών με διαφορετικό μορφωτικό υπόβαθρο και πολιτιστικό επίπεδο.
Πρόσφατα είχα τη χαρά να λάβω ένα αντίτυπο με τον ανωτέρω τίτλο, του συγγραφέα Χρήστου Καρβούνη, ενταγμένο στη Σειρά “Γλώσσα και γλώσσες” των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης.
Ως θεολόγος σχεδόν ζήλεψα για το ότι αυτό το θέμα το ανέπτυξε αριστοτεχνικά ένας κλασικός φιλόλογος και όχι κάποιος συνάδελφος θεολόγος.
Αλλά μελετώντας το με ενδιαφέρον διαπίστωσα ότι ο κ. Καρβούνης, που σπούδασε κλασική φιλολογία, αρχαία ιστορία, βυζαντινολογία και νεοελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο Ludwig-Maximilian του Μονάχου, υπήρξε ο ενδεδειγμένος γι’ αυτήν τη διαπραγμάτευση.
Άλλωστε, εδώ και χρόνια διδάσκει τα αντικείμενα αυτά αρχικά στο Μόναχο και από το 2008 μόνιμα στο πανεπιστήμιο Gutenberg του Μάιντς (Τμήμα Μεταφρασεολογίας, Γλωσσολογίας και Πολιτισμικών Σπουδών – Τομέας Νέων Ελληνικών).
Άρα είχε όλα τα εφόδια να καταπιαστεί επιτυχώς με το ευαίσθητο θέμα των μεταφράσεων της Αγίας Γραφής, με επίκεντρο τη μετάφραση στη δημοτική τού κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη, που έγινε στην αυγή του 20ού αιώνα.
Το έργο (σχήματος 17 χ 24 εκατ.) εκτείνεται σε 206 σελίδες και μετά τον Πρόλογο ακολουθεί η ανάπτυξη του θέματος σε 4 κεφάλαια: Εισαγωγικά (κεφ. 1) – Μεταφραστικά μοντέλα και τυπολογία μεταφράσεων της Αγίας Γραφής (κεφ. 2) – Μεταφρασεολογία, στρατηγικές και τυπολογικές συγκλίσεις/αποκλίσεις (κεφ. 3) – Οι νεοελληνικές μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και η μετάφραση του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη (κεφ. 4).
Το έργο ολοκληρώνεται με εκτενή ελληνική και ξενόγλωσση Βιβλιογραφία και αλφαβητικό Ευρετήριο.
Εισαγωγικά (κεφ. 1) αναφέρεται στις ιδιαίτερες δυσκολίες με τις οποίες συνδέεται κάθε μετάφραση και οφείλονται στο ζήτημα θεοπνευστίας της Αγίας Γραφής, στην πλούσια εξηγητική παράδοση και βιβλική ερμηνεία, στην “αποκλειστική” αρμοδιότητα που θέλει να έχει εν προκειμένω η διοίκηση της Εκκλησίας, στην γενικώς αρνητική θέση που επί αιώνες είχε το οικουμενικό Πατριαρχείο, στην αντίληψη ότι οι νεότερες γλώσσες δεν διέθεταν “εννοιολογική επάρκεια” ικανή να αντικαταστήσει τις αρχαίες “ιερές” γλώσσες (ελληνική και λατινική), στη μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ του πρωτότυπου κειμένου και της σύγχρονης εποχής, στις ιδιαιτερότητες των σημερινών Δυτικών κοινωνιών, και σε ζητήματα παράδοσης του κειμένου που αντιμετωπίζεται ανάλογα με την εποχή και το χριστιανικό δόγμα.
Σε ό,τι μάλιστα αφορά στα ελληνικά πρέπει να αντιμετωπιστούν και οι επόμενες ιδιαιτερότητες: α) Μεταξύ της γλώσσας του Ευαγγελίου και της σημερινής μορφής της δεν υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά, επομένως μπορεί να μην είναι αναγκαία η μετάφραση. β) Αν τελικά γίνει ενδογλωσσική μετάφραση σε ποια μορφή -δημοτική ή καθαρεύουσα- θα γίνει;
Στο κεφάλαιο 2 ο συγγραφέας αναφέρεται στους τέσσερις βασικούς τύπους/κατηγορίες μεταφράσεων (διαγραμμικές – κατά λέξη – φιλολογικές – λειτουργικά ισοδύναμες ή επικοινωνιακές), επισημαίνοντας συγκεκριμένες μεταφραστικές δυσκολίες, όπως για παράδειγμα: Στα ελληνικά το αίσθημα της χαράς/ευχαρίστησης μεταδίδεται μέσα από την “καρδιά” (“ηυφράνθη η καρδία”, “χαρήσεται η καρδία”…).
Αλλά η κατά λέξη μετάφραση σε αφρικανικές γλώσσες ή στα εβραϊκά θα έδινε εντελώς λανθασμένη εντύπωση, αφού σε αντίστοιχες περιπτώσεις οι αφρικανικές γλώσσες χρησιμοποιούν το συκώτι και η εβραϊκή τα νεφρά κι όχι την καρδιά. Άλλη δυσκολία: Πώς να μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες το “Εγώ ειμι το Α και το Ω λέγει Κύριος ο Θεός” της Αποκάλυψης, αφού σε καμιά άλλη γλώσσα δεν υπάρχει το γράμμα Ω;
Και πως να κατανοηθεί από τους σημερινούς ανθρώπους το “Υμείς εστε το άλας της γης”, ή το “και τω θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτώ και το ιμάτιον”; Για να ξεπεραστούν παρόμοιες δυσκολίες κατανόησης από τους νεότερους σε ηλικία αναγνώστες, κάποιοι σύγχρονοι μεταφραστές έφτασαν στο σημείο να αποδώσουν το νόημα του μεν πρώτου χωρίου ως εξής: “Βασικά είστε ό,τι κι ένα ψυγείο γι’ αυτόν τον κόσμο, γιατί χωρίς εσάς όλα θα σάπιζαν”, του δε δευτέρου “αν κάποιος σου κλέψει το κινητό, δώσ’ του και το τροφοδοτικό μαζί” (Volxbibel, 2009)!
Στο κεφάλαιο 3 αναφέρεται διεξοδικά στην ιστορία των μεταφραστικών στρατηγικών /προσεγγίσεων και συνεχίζει με τις τυπολογικές συγκλίσεις, αποκλίσεις και επικαλύψεις μεταξύ των βασικών μεταφραστικών μοντέλων. Παραθέτει μάλιστα και την άποψη μιας ειδικού, η οποία επικρίνει το ερμηνευτικό υπόβαθρο πολλών γερμανικών μεταφράσεων των τελευταίων 30 ετών και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “η ποικιλία των απαιτούμενων δεξιοτήτων, η σύνθεση του σύγχρονου αναγνωστικού κοινού και οι αντικειμενικές απαιτήσεις καθιστούν το εγχείρημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής στις μέρες μας όλο και πιο σύνθετο”.
Στο κεφάλαιο 4 ο συγγραφέας ασχολείται πλέον με τις νεοελληνικές μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και αυτήν του Αλέξανδρου Πάλλη. Ξεκινά από την πρώτη χρονικά μετάφραση, αυτήν του Μάξιμου Καλλι(ου)πολίτη (1638), που έγινε στον πνευματικό κύκλο του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη. Η μετάφραση επικρίθηκε από τον Μελέτιο Συρίγο και άλλους, επειδή κυρίως στο όλο εγχείρημα είχαν αναμιχθεί και ετερόδοξοι, παρά το ότι η επίδρασή της υπήρξε θετική ανάμεσα στους ελληνόφωνους ορθοδόξους.
Συνεχίζει με τη μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τον Ιλαρίωνα Σιναΐτη που τέθηκε σε κυκλοφορία το 1828 στο Λονδίνο. Κατά την άποψη σύγχρονων θεολόγων η μετάφραση αυτή θεωρείται “ίσως η καλύτερη από όλες τις νεοελληνικές μεταφράσεις” (μέχρι το 1970), επειδή επρόκειτο για “ερμηνευτική προσέγγιση”.
Ακολουθεί η διαπραγμάτευση που αφορά στη μετάφραση ολόκληρης της Αγίας Γραφής από τον Νεόφυτο Βάμβα (έκδοση τμηματική από το 1831-1850), η οποία όμως δεν περιλάμβανε τα Δευτεροκανονικά βιβλία, επειδή έλαβε υπόψει της το εβραϊκό (μασοριτικό) κείμενο, πράγμα που προκάλεσε ποικίλες και σοβαρές αντιδράσεις τόσο εκ μέρους του Πατριαρχείου και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων. Η γλώσσα της μετάφρασης χαρακτηρίστηκε χυδαία, “κακόφραστος, αηδής και ακανόνιστος”, το δε ύφος “άσχημον, απρεπές και ακατάλληλον”.
Σειρά κατόπιν έχει η μετάφραση του συλλόγου “Ανάπλασις” (1900), που έλαβε την έγκριση και σύσταση του Πατριαρχείου, και η μετάφραση της Ιουλίας Καρόλου, με παρότρυνση και συνεργασία της βασίλισσας Όλγας (1901), σε γλώσσα, κατά τον Μ. Τριανταφυλλίδη “νερουλιασμένη” καθαρεύουσα, η οποία, χωρίς έγκριση και με αποδοκιμασία της Συνόδου, προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις, που κατέληξαν σε διαμαρτυρίες και συγκρούσεις στην Αθήνα (τα γνωστά ως “Ευαγγελικά”), με νεκρούς και παραίτηση της κυβέρνησης. Καθώς η ελληνική κοινωνία βρισκόταν στη δίνη των αντιθέσεων μεταξύ των δημοτικιστών και των “καθαρευουσιάνων”, ως προς το θέμα της γλωσσικής μορφής, το ιδεολόγημα της “χυδαίας” γλώσσας (παράδειγμα: το “Χριστός ανέστη” αποδόθηκε με το “Χριστός ανεστάθη”), χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να καταδικαστούν οι μεταφράσεις της Αγίας Γραφής.
Την ίδια περίπου “τύχη” είχε και η μετάφραση του Αλέξανδρου Πάλλη, ενός “δημοτικιστή του ψυχαρικού κύκλου”. Οι τρεις αυτές μεταφράσεις (Βάμβα, Καρόλου/Όλγας, Πάλλη) αποδείχτηκε πως ήταν “προσπάθεια απομάκρυνσης από το ιερό πρωτότυπο και άρσης του διαμεσολαβητικού ρόλου της Εκκλησίας”, επισημαίνει ο κ. Καρβούνης.
Η μετάφραση του Πάλλη άρχισε να δημοσιεύεται, σε συνέχειες, στο κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας “Ακρόπολις” (του Βλάση Γαβριηλίδη) από την 9η Σεπτεμβρίου του 1901, με πηχυαίο τίτλο “Το Ευαγγέλιον εις την γλώσσαν του λαού”. Προκλήθηκαν αντιδράσεις και μεγάλος σάλος, με επίσημες αποδοκιμασίες, καταδικαστικές αποφάσεις, εγκυκλίους, υπομνήματα προς το Πατριαρχείο, την Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και τη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Αποτέλεσμα; Όταν στις 20 Οκτωβρίου 1901 ολοκληρώθηκε η δημοσίευση του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, η “Ακρόπολις” δεν συνέχισε με τα άλλα Ευαγγέλια…
Όλες αυτές οι αντιδράσεις ήταν έκφανση των ποικίλων ιδεολογικών, πολιτικών, γλωσσικών και άλλων αντιθέσεων, που μάστιζαν κυριολεκτικά την ελληνική κοινωνία στις αρχές του 20ού αιώνα, αμέσως μετά τον “ατυχή” ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και οδήγησαν τον λαό σε μεγάλη πόλωση.
Τέλος, αφού ο συγγραφέας παραθέσει συγκριτικά μεταξύ των τριών αυτών μεταφράσεων στοιχεία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παρά τις επικρίσεις που δέχτηκε, ο Πάλλης “καταφέρνει με εξαιρετική επιτυχία να συνδυάσει διάφορους τύπους μετάφρασης (κατά λέξη, φιλολογική, λειτουργικά ισοδύναμη / επικοινωνιακή), εφαρμόζοντας επιλεκτικά αντίστοιχες μεταφρασεολογικές στρατηγικές, ανάλογα με τις απαιτήσεις του κειμένου - πηγή και του πολιτισμού υποδοχής…”.
Υστερόγραφο: Ενώ ο συγγραφέας αναφέρεται ακροθιγώς και στις μεταφράσεις του Ιω. Κολιτσάρα και του Νικ. Σωτηρόπουλου, εκτενέστερα δε της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, διερωτώμαι γιατί δεν κάνει μνεία και της μετάφρασης “των τεσσάρων Καθηγητών” (έκδ. Αποστολικής Διακονίας), ούτε και του σχετικού έργου του Καθηγητού Παν. Τρεμπέλα (εκδ. “Ζωής” / “Σωτήρος¨”). Για το τελευταίο, προφανώς επειδή πρόκειται περί “συντόμου ερμηνείας”.




