Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 01/01 10:28

peritomh1

Μητροπολίτου Φαναρίου Αγαθαγγέλου,

Γενικού Διευθυντού

Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ἡ κατά σάρκα περιτομή καί ὀνοματοδοσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ὄγδοη ἡμέρα ἀπό τή γέννησή Του, ἀποτελεῖ τή βεβαίωση τῆς σαρκώσεως καί τῆς προσλήψεως ἀπό τόν Θεό Λόγο τῆς τέλειας ἀνθρώπινης φύσεως ἀναλλοιώτως καί τῆς εἰσόδου Του στό λαό τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν μιλᾶμε γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὡς μυστήριο πρέπει νά τήν ἀντιλαμβανόμαστε καί ὡς μυστήριο πρέπει νά τήν προσεγγίζουμε, γιατί ὅλα τά γεγονότα τῆς ἐνανθρωπήσεως, τῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔγιναν μέ θαυμαστό τρόπο πού ξεπερνᾶ τό νοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας λένε ὅτι, ἐάν ἡ θεία ἐνανθρώπηση ἦταν καταληπτή, δέν θά ἦταν θεία καί παρομοιάζουν ὅσους ἀμφιβάλλουν ἤ δέν πιστεύουν, μέ ἐκεῖνον πού καθόταν στό σκοτάδι καί πληρώθηκε ἀπό φῶς, ἐπειδή ὅμως δέν γνώριζε τό πῶς ἦλθε τό φῶς, δέν δέχθηκε τό φωτισμό.

Τήν κατά σάρκα περιτομή τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία καταδέχθηκε ὁ Κύριος νά λάβει σύμφωνα μέ τή σχετική νομική διάταξη, ὅμως μέ σκοπό τήν κατάργηση τῆς διατάξεως αὐτῆς, προκειμένου νά εἰσαγάγει τήν πνευματική καί ἀχειροποίητη περιτομή, δηλαδή τό Ἅγιο Βάπτισμα, μᾶς τήν παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες νά τήν ἑορτάζουμε κάθε χρόνο.

Γιατί ὁ Κύριος, ὅπως καταδέχθηκε πρός χάρη μας τήν ἔνσαρκη Γέννηση καί ἔλαβε ὅλα τά ἰδιώματα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ὅσα εἶναι παντελῶς ἀδιάβλητα, ἔτσι καταδέχθηκε νά λάβει καί τήν περιτομή πού ὅριζε ὁ Ἰουδαϊκός Νόμος.

Καί βασικά τήν περιτομή ὁ Κύριος τή δέχθηκε γιά δύο λόγους: Πρῶτον, γιά νά φράξει τά στόματα τῶν αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τή θρασύτητα νά ἰσχυρίζονται ὅτι δέν ἔλαβε πραγματικά ἀνθρώπινη σάρκα, ἀλλά ὅτι ἔγινε ἄνθρωπος κατά φαντασίαν.

Πῶς ὅμως, πραγματικά, θά περιτεμνόταν, ἄν δέν εἶχε λάβει ἀληθινή ἀνθρώπινη σάρκα; Δεύτερον, γιά νά κλείσει τά στόματα τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι Τόν κατηγοροῦσαν ὅτι δέν τηρεῖ τήν ἀργία τοῦ Σαββάτο καί ὅτι καταλύει τό Νόμο.

«Ἐπειδή ὁ Θεός," λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, "μᾶς ἔδωσε νά κοινωνήσουμε τό καλύτερο καί δέν τό φυλάξαμε, γι' αὐτό μεταλαβαίνει τό χειρότερο, ἐννοῶ τή φύση μας, ὥστε ἀπό τή μιά μεριά νά ἀνακαινίσει τόν ἑαυτό Του  καί μέ τόν ἑαυτό Του τό κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσιν, καί ἀπό τήν ἄλλη νά διδάξει καί σέ μᾶς τήν ἐνάρετη πολιτεία, ἀφοῦ μέ τόν ἑαυτό Του τήν ἔκανε σέ μᾶς δυνατή.

Νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τή φθορά μέ τήν κοινωνία τῆς ζωῆς γενόμενος ἀπαρχή τῆς ἀναστάσεώς μας. Νά ἀνακαινίσει τό σκεῦος πού ἀχρειώθηκε καί κομματιάστηκε,νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου,  μέ τό νά μᾶς καλέσει στή θεογνωσία καί νά τόν νεκρώσει, νά μᾶς μάθει νά παλεύουμε ἀποτελεσματικά μέ τόν  τύραννο, ὁπλισμένοι μέ ὑπομονή καί ταπείνωση».

Ὁ Θεός ἔγινε τέλειος καί ἀληθινός ἄνθρωπος, «ἄνθρωπος ἐν πληγῇ», «ἐν δούλου μορφῇ», χωρίς νά πάψει νά εἶναι τέλειος καί ἀληθινός Θεός, γιά νά κάνει τόν ἄνθρωπο πλήρη καί τέλειο υἱό τοῦ Θεοῦ καί Θεό κατά χάριν. «Ὁ Θεός πτωχεύει τήν ἐμήν σάρκα, ἵνα ἐγώ πλουτήσω τήν αὐτοῦ Θεότητα.... κενοῦται τῆς ἑαυτοῦ δόξης ἐπί μικρόν, ἵνα ἐγώ τῆς ἐκείνου μεταλάβω πληρώσεως».

Ἡ δημιουργία καί ἡ σωτηρία, ὅλη ἡ ἐλεημοσύνη καί ἡ φιλανθρωπία τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀνακεφαλαιώνονται στόν Θεάνθρωπο Χριστό, πού μέ τήν ἐσάρκωση καί τήν περιτομή Του καί ὅλα τά μυστήρια τῆς ἔνσαρκης παρουσίας Του,  ἀπεκάλυψε τή χριστολογική καί χριστοκεντρική ρίζα καί προοπτική κάθε πραγματικότητος καί ὁλόκληρης τῆς πραγματικότητος. Αὐτός, ὁ Κύριος, εἶναι ἡ κεφαλή κάθε ἀρχῆς καί ἐξουσίας.

Σ' αὐτόν ἔχουμε περιτμηθεῖ, ὄχι μέ περιτομή καμωμένη μέ χέρια ἀνθρώπων, ἀλλά μέ τήν ἀποβολή τοῦ σάρκινου σώματος, δηλαδή μέ τήν περιτομή τοῦ Χριστοῦ, καί ἐνταφιασθήκαμε μαζί Του κατά τό βάπτισμα, κατά τό ὁποῖο καί ἀναστηθήκαμε μαζί Του μέ τήν πίστη στή δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος Τόν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Ἀκόμη ὅταν εἴμασταν νεκροί ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, καί ἐξ αἰτίας του εἴμασταν ἀπερίτμητοι, μᾶς ἐζωοποίησε μαζί μ' Αὐτόν καί μᾶς συγχώρεσε ὅλες τίς ἁμαρτίες.

Μετά τήν περιτομή Του ὁ ᾿Ιησοῦς ἐπέστρεψε στήν οἰκία Του μέ τή μητέρα Του καί τόν ᾿Ιωσήφ. ᾿Εκεῖ ζοῦσε ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, προοδεύοντας κατά τή σοφία, τήν ἡλικία καί τή χάρη γιά τή σωτηρία μας.

Ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, 

ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας, τοῦ Μεγάλου

megas basileios

῾Ο Μέγας Βασίλειος, μία ἀπό τίς μεγαλύτερες μορφές τῆς Ἐκκλησίας, ἐγεννήθηκε περί τό 330 μ.Χ. στήν Καισάρεια τῆς  Καππαδοκίας.

Ὁ πατέρας του Βασίλειος, ἦταν ρήτορας, ἐγκατε-στημένος στή Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου, καί ἦταν υἱός τῆς Μακρίνης, ἡ ὁποία ὑπέστη πολλά μετά τοῦ συζύγου της κατά τό διωγμό τοῦ Μαξιμίνου γιά τήν πίστη τους στόν Χριστό. 

Ἡ Μακρίνα ἦταν μαθήτρια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυμα-τουργοῦ καί διετέλεσε ἡ πρώτη στήν πίστη διδάσκαλος τοῦ ἐγγονοῦ της Βασιλείου. 

Ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὀνομαζόταν Ἐμμέλεια, καταγόταν ἀπό τήν Καππαδοκία, ἦταν θυγατέρα Μάρτυρος, εὐλαβέστατη καί πολύ φιλάνθρωπη. Ἀπό τό γάμο της μέ τόν Βασίλειο γεννήθηκαν ἐννέα παιδιά, ἀπό τά ὁποῖα τά τέσσερα ἦσαν ἀγόρια.

Τό πρωτότοκο παιδί τους ἦταν ἡ Μακρίνα, ἡ ὁποία μετά τό θάνατο τοῦ μνηστῆρος της, ἐπιδόθηκε στήν ἄσκηση. Ἀπό τά τέσσερα ἀγόρια, τρεῖς ἔγιναν Ἐπίσκοποι, ὁ Βασίλειος στήν Καισάρεια, ὁ Γρηγόριος στή Νύσσα καί ὁ Πέτρος στή Σεβαστεία· ὁ Ναυκράτιος ἀπέθανε νέος, σέ ἡλικία 27 ἐτῶν. Πρό τοῦ Πέτρου ἐγεννήθη ἡ Θεοσεβία. 

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἔλαβε τήν πρώτη χριστιανική διαπαι-δαγώγησή του ἀπό τή μητέρα καί τή γιαγιά του καί διδάχθηκε τά πρῶτα γράμματα ἀπό τόν πατέρα του στήν πατρίδα του. Ἐσπούδασε στίς σχολές τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί τοῦ Βυζαντίου, ὅπου «ηὐδοκίμει σοφιστῶν τε καί φιλοσόφων τοῖς τελειοτάτοις», καί τέλος «εἰς τάς χρυσᾶς Ἀθήνας», πού τότε ἦταν τό κέντρο τῆς ρητορικῆς καί στήν ὁποία ἤκμαζαν οἱ σοφιστές Ἱμέριος, Προαιρέσιος καί ἄλλοι καί ὅπου συνέρρεαν ἀπό παντοῦ μαθητές, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ μετέπειτα αὐτοκράτορας Ἰουλιανός, τόν ὁποῖο ὁ ὑπέρμετρος θαυμασμός του πρός τήν ἐθνική σοφία παρέσυρε στόν πόλεμο κατά τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἐκεῖ βρισκόταν ἤδη καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, μετά τοῦ ὁποίου συνδέθηκε μέ στενή φιλία. Εἶναι χαρακτηριστικοί οἱ λόγοι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου γιά τόν ἱερό του σύνδεσμο μέ τόν Μέγα Βασίλειο: «Τά πάντα ἦμεν ἀλλήλοις, ὁμόστεγοι, ὁμοδίαιτοι, συμφυεῖς...ἴσαι μέν ἐλπίδες ἦγον ἡμᾶς, πράγματος ἐπιφθονωτάτου τοῦ λόγου· φθόνος δέ ἀπῆν, ζῆλος δέ ἐσπουδαζετο· ἀγών δ' ἀμφοτέροις, οὖχ ὅστις αὐτός τό πρωτεῖον ἔχοι, ἀλλ' ὅπως τῷ ἑτέρῳ  τούτου παραχωρήσειεν.

Μία μέν ἀμφοτέρους ἐδόκει ψυχή, δύο σώματα φέρουσα· ἕν δ' ἀμφο-τέροις ἔργον: ἡ ἀρετή καί τό ζῆν πρός τάς μελλούσας ἐλπίδας, πρός ὅ βλέποντες καί βίον καί πρᾶξιν ἅπασαν ἀπηυθύνομεν». 

Ὁ Βασίλειος ἐδιδάχθηκε στήν Ἀθήνα ρητορική, φιλοσο-φία, ἀστρονομία, γεωμετρία καί ἰατρική. Ἐπέστρεψε στόν Πόντο, περί τό 356 μ.Χ., καί βαπτίσθηκε Χριστιανός ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας Διανίου. Στή συνέχεια μετέβη στήν Αἴγυπτο, Μεσοποταμία, Παλαιστίνη καί Συρία, γιά νά γνωρίσει τούς ἀσκητές καί καθηγητές τῆς ἐρήμου.

Τότε, ἀφοῦ διένειμε καί αὐτός τά ὑπάρχοντά του στούς πτωχούς, ἐμόνασε στόν Πόντο, κοντά στόν Ἶρι ποταμό, ἀσκούμενος στή μελέτη καί τήν προσευχή. 

Ἀργότερα, τό 362 μ.Χ., χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Εὐσέβιο, ἀλλά μετά ἀπό λίγο ἀναγκάσθηκε νά φύγει στόν Πόντο, λόγῳ τοῦ φθόνου τοῦ Ἐπισκόπου Εὐσεβίου.

Ὁ Γρηγόριος συμβίβασε τά πράγματα μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν καί ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπέστρεψε τό 365 μ.Χ., γιά νά βοηθήσει τόν Ἐπίσκοπο Εὐσέβιο στόν ἀγώνα του κατά τῶν Ἀρειανῶν. Ἔγινε ἔτσι «σύμβουλος ἀγαθός, παραστάτης δεξιός, τῶν θείων ἐξηγητής, τῶν πρακτέων καθηγη-τής, γήρως βακτηρία, πίστεως ἔρεισμα».       

Τό ἔτος 370 μ.Χ., μετά τό θάνατο τοῦ Εὐσεβίου, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Καισαρείας, παρά τίς σφοδρές ἀντιδράσεις τῶν Ἀρειανῶν. Σέ καιρό λιμοῦ προσέφερε στούς πάσχοντες κάθε εἴδους βοήθεια. Ἀγκάλιασε τούς γέροντες, τά παιδιά, τίς γυναῖ- κες καί τούς ἄνδρες, τούς ἀσθενεῖς καί φρόντιζε καθημερινά γιά τήν τροφή τους. Οἰκοδόμησε κοντά στήν Καισάρεια ἕνα συγκρότημα πτοχωκομείου καί νοσοκομείου, τή Βασιλειά-δα, πού ἔγινε τό ταμεῖο τῆς εὐσέβειας καί τῆς ἀγάπης.

Κατά τά χρόνια τῆς ἐπισκοπικῆς του διακονίας εἶχε νά ἀντιπαλαίψει κατά πολλῶν δυσχερειῶν. Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἀποφάσισε νά εἰσαγάγει μέ τή βία στήν Καππαδοκία τόν Ἀρειανισμό. Γι' αὐτό, τό 372 μ.Χ., ἔστειλε τόν ἔπαρχο Μόδεστο, γιά νά πείσει τόν Ἅγιο νά δεχθεῖ τίς κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν.

Μάταια ἐπροσπάθησε νά πείσει τό Μέγα Βασίλειο μεταχειρι- ζόμενος κάθε μέσο: δήμευση τῆς περιουσίας, ἐξορία, βασανι- στήρια, θάνατο. Ὁ Βασίλειος σέ ἀπάντηση ἐδήλωσε, ὅτι δέν φοβᾶται, ἀφοῦ περιουσία δέν εἶχε, παρά μόνο λίγα παλαιά ἐνδύματα καί λίγα βιβλία· ἐξορία δέν φοβᾶται, διότι ἡ γῆ πού κατοικεῖ δέν εἶναι ἰδιοκτησία του καί στόν κόσμο αὐτό εἶναι πάροικος καί παρεπίδημος· τά βασανιστήρια δέν τόν πτοοῦν, διότι τό ἀσθενικό του σῶμα δέν μπορεῖ νά ἀντέξει σέ αὐτά, τό δέ θάνατο θεωρεῖ ὡς εὐεργέτη, διότι αὐτός θά τόν ὁδηγήσει νωρίτερα κοντά στό Θεό. Ὁ Μόδεστος ἐξεπλάγη ἀπό τήν πνευ-ματική γενναιοψυχία τοῦ Ἁγίου καί ἐπέστρεψε ἄπρακτος.

Ἀκόμη, καί ὅταν ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἦλθε στήν Καισάρεια καί ἀντιλήφθηκε τό μεγαλεῖο τοῦ Βασιλείου, τόν ἄφησε ἀνενόχλητο στόν ἐπισκοπικό του θρόνο. Στό σημεῖο αὐτό ἀξίζει νά ἀναφέρουμε τή μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου γιά τόν Μέγα Βασίλειο: Ἦταν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων· πέλαγος λαοῦ ἐγέμιζε τό ναό· ἡ ψαλμωδία καί ἡ εὐ- κοσμία τοῦ βήματος ἦταν ἀγγελική μᾶλλον παρά ἀνθρώπινη.

Καί ὁ Μέγας Βασίλειος προτεταγμένος τοῦ λαοῦ, ὄρθιος, ἀκλι- νής κατά τό σῶμα καί τήν ὄψη καί τή διάνοια, «ἐστηλωμένος τῷ Θεῷ καί τῷ βήματι». Καί ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης μπροστά στό θέαμα αὐτό καί στό ἄκουσμα «κατεβροντήθη». 

Μέ τόν ἀνεκτίμητο αὐτό πλοῦτο τῶν ἀρετῶν του καθοδή-γησε τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καί κοσμημένος μέ αὐτές ἐξεδή-μησε πρός Κύριον, τό 378 μ.Χ., λίγο μετά τό θάνατο τοῦ αὐ-τοκράτορος Οὐάλεντος, σέ ἡλικία 48 ἐτῶν. 

Ὅταν πλησίαζε ἡ ὥρα νά παραδώσει τήν ἁγία του ψυχή στό Θεό, προσῆλθαν στήν κλίνη του ὅλοι σχεδόν οἱ Χριστιανοί τῆς πόλεως. Ἐκεῖνος τούς ἐδίδασκε καί τούς εὐλογοῦσε. Προ- σευχόμενος στόν Κύριο εἶπε: «Εἰς χεῖράς Σου, Κύριε, παραθήσο- μαι τό πνεῦμά μου», καί κοιμήθηκε.

Στήν ἐξόδιο ἀκολουθία συμμετεῖχαν μυριάδες λαοῦ καί τόσος ἦταν ὁ συνωστισμός, ὥστε πολλοί ἀπέθαναν «ἐκ τῆς τοῦ ὠθισμοῦ βίας καί συγκλο-νήσεως».

Ἡ σύναξη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο στό ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας (Μεγάλη Ἐκκλησία). Ναός ἀφιερωμένος στόν Ἅγιο Βασίλειο ὑπῆρχε στό παλάτι τῶν Βυζαντινῶν αὐτοκρα-τόρων κατά τόν 10ο αἰώνα καί σ’ αὐτόν ἐκκλησιαζόταν ὁ αὐτοκράτορας τήν 1η Ἰανουαρίου μέχρι τῆς ἀπολύσεως τοῦ Εὐαγγελίου.   

Ὁ ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, παραβάλλει αὐτόν πρός τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τόν Προφήτη Ἠλία καί τό Σαμουήλ, τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο.

Ὁ Μέγας Βασίλειος κατέλιπε πλῆθος σπουδαιοτάτων συγ-γραμμάτων, ἀπό τά ὁποῖα, εὐτυχῶς, τά περισσότερα διασώθηκαν μέχρι σήμερα.

Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολική Ἐκκλησία τό μεγαλύτερο ἔργο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία αὐτοῦ πού τελεῖται καί σήμερα σέ καθορισμένες ἡμέρες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους: τήν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τίς παραμονές τῶν τριῶν μεγάλων Δεσποτικῶν ἑορτῶν, Χριστουγέννων, Θεοφανείων καί Πάσχα (Μέγα Σάββα- το), τίς πέντε Κυριακές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί τή Μεγάλη Πέμπτη.

Κατά παλαιότερη διάταξη, ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἐτελεῖτο καί κατά τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς καί κατά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. 

Τό πρῶτο δογματικό ἔργο, τό ὁποῖο συνέγραψε ὁ Ἅγιος, ἔχει τόν τίτλο "Ἀνατρεπτικός τοῦ ἀπολογητικοῦ τοῦ δυσσεβοῦς Εὐνομίου". Περίφημα εἶναι καί τά ἀσκητικά, τά δογματικά, τά παιδαγωγικά συγγράμματα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὡς καί τά κηρύγματα, οἱ ὁμιλίες, καί οἱ ἐπιστολές αὐτοῦ. Μέσα ἀπό αὐτά καταδεικνύεται ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν στήν πραγματικότητα ὀργανωτής τῆς κοινωνικῆς καί ἠθικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, στηρίζοντας τήν ἠθική δεοντολογία του κυρίως στήν Ἁγία Γραφή καί εἰδικώτερα στήν Παλαιά Διαθήκη.

Ἡ Ἁγία Γραφή γιά τόν Μέγα Βασίλειο ἦταν τό ὑπέρτατο δογματικό κριτήριο καί ἀποτελοῦσε καθ' ἑαυτήν μυστήριο θείας οἰκονομίας καί ἀνθρώπινης σωτηρίας.

Γι' αὐτό καί θεωροῦσε τήν Ἁγία Γραφή ὡς θεόπνευστο βιβλίο, προερχόμενο ἐκ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί κατά συνέπεια ἐθεωροῦσε ἀπαραίτητο γιά τήν ὀρθή κατανόηση τοῦ περιεχομένου αὐτῆς τό χάρισμα τῆς πνευματικῆς διακρίσεως.

Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατά τόν Μέγα Βασίλειο, πρέπει νά γίνεται μέ βαθειά πίστη καί μέσα στήν κοινότητα τῶν πιστῶν. Ἡ ἑρμηνεία δέ αὐτῆς ἀπέβλεπε κυρίως στήν οἰκοδομή τῶν πιστῶν καί τή σωτηρία αὐτῶν.

Γι' αὐτό ἡ παράδοση τῆς πίστεως, ὅπως αὐτή παραδόθηκε ἀπό τούς Ἀποστόλους, ἦταν ἀπαραίτητος ὁδηγός στήν ἑρμηνεία καί μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 

Εμφανίσεις: 300458
Γίνετε ενεργά η πηγή του Romfea.gr! Στείλτε ειδήσεις και φωτογραφίες που πιστεύετε πως ενδιαφέρουν τους αναγνώστες στο [email protected]
FOLLOW ROMFEA: