Μέσα στην ατέλειωτη γενναιοδωρία των Χριστουγέννων μια κουρά και μια χειροτονία (ΦΩΤΟ)

“Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ. Ἐπί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου”.
Μέ αὐτήν τήν χαροποιό ἁγιογραφική ρήση (ὡσάν ᾠδή ἀναβαθμῶν γιά τά ἐπουράνια τῆς γῆς, γιά τό ἅγιο θυσιαστήριο) ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως & Πολυκάστρου κ. Δημήτριος προσκάλεσε τόν νεόκουρο μοναχό καί ὑποδιάκονο π. Ραφαήλ στούς ἀναβαθμούς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου, τῆς δωρεᾶς τῆς ἱερωσύνης, τῆς διακονίας τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου καί τῶν ἐμψύχων θυσιαστηρίων.
Μέ μιά ταυτόχρονη ἀνάμνηση αὐτῶν τῶν διαστάσεων κάθε ἱερᾶς κλήσεως γιά ὅλο τό ἐκκλησιαστικό σῶμα πού συμμετέχει σέ κάθε κουρά καί κάθε χειροτονία μέ τήν παρουσία του ἤ προσευχητικά μέ τίς δεήσεις του.
Τό κλίμα τῆς ἐποχῆς μέ τήν πανδημία καί τά μέτρα ἀντιμετώπισης συνεργεῖ στήν περιστολή τοῦ κάθε ἐκκοσμικευμένου ἐνθουσιασμοῦ (ἀπαραίτητου γιά τή συντήρηση τῆς ἐπιβίωσης).
Μόνον ἡ ζωντανή πίστη στόν ἀληθινό Θεό τῆς ἱστορικῆς ἀποκαλύψεως, μέ τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ἐμβιώσεως, τροφοδοτεῖ τή ζωντάνια τῆς ἐλπίδας, ἔχοντας σάν σύνδεσμο καί τελείωση τήν ἀγάπη, τήν προσφορά, τήν ἀφιέρωση, τήν ταπείνωση, τήν ἐγκράτεια, τή θυσία, τήν ἀποφασιστικότητα γιά ἐνεργό συμμετοχή στό ἐκκλησιαστικό γεγονός-μυστήριο.
Καί αὐτή ἡ ζωντανή πίστη καί ἀγάπη καί ἐλπίδα ἔχουν ἀφετηρία, περιεχόμενο καί στόχο τό Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, μέσα στήν ἱστορική πορεία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, στό ὁποῖο συμμετέχουν οἱ πιστοί (ἔγγαμοι καί ἄγαμοι, κληρικοί καί λαϊκοί) ἀνά τούς αἰῶνες.
Ἄν κάποιος ξεφύγει ἀπό αὐτό τό ἀπόλυτο καί τό ἀντικαταστήσει μέ τόν ἑαυτό του καί τίς κέθε λογῆς ἰδιοτέλειες, ξεφεύγει ἐθελούσια καί πειρασμικά ἀπό τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Προπαντός, ἄν ὑποκύψει στόν πειρασμό τῆς οἰήσεως, τῆς κενοδοξίας, τῆς ὑπερηφάνειας, πού ὑπονομεύουν τό ἀσυνείδητο, τό ὑποσυνείδητο καί τό συνειδητό τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Ἐργαλεῖο ἀποφασιστικότητος καί πνευματικῆς πορείας εἶναι ἡ ἅγια ταπείνωση, ὡς μίμηση καί μετοχή στήν θεϊκή συγατάβαση τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, ὡς μίμηση καί μερίδιο ζωῆς στήν χριστοποιό καί χριστοφόρο ζωή ὅλων τῶν Ἁγίων μέ προεξάρχουσα τήν Ἀειμακάριστο Μητέρα τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ.
Αὐτά τόνισε μέ τόν ἔνθερμο πατρικό του λόγο καί τίς ὁλοκάρδιες προτροπές ὁ Σεβασμιώτατος πρός τόν τ. Ὀνήσιμο ἐπί 18ετία δόκιμο, κατά τήν προσαγωγή του στή μοναχική κουρά (μιά ἔκφραση τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου) τό ἑσπέρας τῆς κυριώνυμης ἡμέρας τῶν Χριστουγέννων στήν Ἱερά Μονή Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης Γουμενίσσης-Γρίβας.
Ταυτόχρονα θύμισε πρός ὅλους ἕνα στιγμιότυπο ἀπό τήν ἀποκαλυπτική φανέρωση τῶν Ἁγίων πρό ἑξηκονταετίας στή Λέσβο.
Ἀνήμερα τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1960 ὁ τότε Μητροπολίτης μακαριστός Ἰάκωβος μέ τούς ἱερεῖς καί τόν ἁπλό λαό μετέφεραν λιτανευτικά ἀπό τήν εἴσοδο τῆς Θερμῆς μέχρι τήν Ἐκκλησία τῶν Εἰσοδίων τήν εἰκόνα τῶν δύο Ἁγίων (Ραφαήλ καί Νικολάου) πού εἶχε πρωτοαγιογραφήσει ὁ ἀοίδιμος Φώτης Κόντογλου.
Στόν πανηγυρικό Ἑσπερινό ἀπό τό γυναικωνίτη ἡ ἀγράμματη κυρα-Λένη μητέρα τῆς Μαρίας Τσολάκη ἔβλεπε δίπλα στόν ὁμιλοῦντα Μητροπολίτη ἕνα πανέμορφο κοριτσάκι μέ ξανθές πλεξοῦδες νά στέκεται καί νά παρατηρεῖ, μέσα στόν κόσμο.
Ξαφνιάστηκε διότι τό κοριτσάκι αὐτό ἦταν σεμνό καί ταπεινό, δέν κοιτοῦσε ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ, μόνον ἔριχνε ματιές στό Δεσπότη πού ἐκήρυττε. Φαινόταν ἀπό τή μέση καί πάνω, ἐνῶ πατοῦσε μέσα σέ ἕνα σύννεφο.
Γιά μιά στιγμή ξεπρόβαλαν δύο κεφαλαῖα γράμματα, τό ἕνα ἦταν τό “Α” καί τό ἄλλο τό “Ρ”. Ἡ ἁπλοϊκή γυναίκα δέν γνώριζε καθόλου γράμματα.
Ἔτσι ὅταν ρωτήθηκε, δέν μποροῦσε νά πεῖ τί γράμματα ἦταν καί τήν βάλανε νά τά σχεδιάσει. Ἦταν πράγματι τά ἀρχικά γράμματα τῶν λέξεων Ἁγία Ρηνούλα.
Τῆς ἦταν ἄγνωστο, δέν προερχόταν ἀπό τά κοριτσάκια τοῦ χωριοῦ, καί ἡ ἁπλοϊκή γερόντισσα ἀναζητοῦσε τήν κόρη της νά τήν ρωτήσει.
Ἐκείνη τό κατάλαβε πώς ἡ μητέρα της ἔβλεπε τήν ἁγία Ρηνούλα καί τῆς συνιστοῦσε νά παύσει νά δυσπιστεῖ, ἀφοῦ πλέον εἶδε κι ἐκείνη ἕνα τόσο θαυμαστό κι ἀνεξήγητο ὅραμα.
Τό ἴδιο βράδυ σέ ἀποκαλυπτικό ἐνύπνιο τῆς Μαρίας ἐμφανιζόμενος ὁ ἅγιος Ραφαήλ ἔδωσε παραγγελία νά εἰποῦν τοῦ Μητροπολίτη νά φροντίσει γιά νά ἁγιογραφηθεῖ ἡ μικρά Εἰρήνη ἀνάμεσά τους, γιατί κι ἐκείνη μαρτύρησε γιά τό Χριστό, ἦταν Ἁγία καί θά ἔκανε θαύματα (ὅπως καί νά γραφοῦν τροπάρια μέ τό ὄνομά της δίπλα στά δικά τους στήν Ἀκολουθία τοῦ π. Γερασίμου).
Ἕνα ἄλλο συγκλονιστικό γεγονός πού ἀνέφερε ὁ Σεβασμιώτατος, κάνοντας ἀντιδιαστολή μεταξύ τῶν σεσωσμένων ὁσίων, ἐγκρατευτῶν καί ὁμολογητῶν τῆς πίστεώς μας καί ἐκείνων πού παραμένουν ἀνώνυμοι στήν ἄλλη τή ζωή, εἶναι καί ἐκεῖνο τό ἐνύπνιο τῆς Μαρίας Τσολάκη, ὅταν εἶδε τόν ἅγιο Ραφαήλ νά κατεβαίνει βιαστικά ἀπό τίς Καρυές.
Τόν ἀκούει νά τῆς λέει «Πῆγα στίς Καρυές νά δῶ τή Ρηνούλα καί τόν ἄλλο καλόγηρο. Ἐκεῖνος πέθανε καί τόν θάψαμε ἐμεῖς, ἀλλά ἡ Ρηνούλα μαρτύρησε μαζί μας, τήν ἔκαψαν ζωντανή, καί θέλω νά τήν δοξάζετε καί αὐτήν...».
Τήν ἄλλη μέρα σκεπτόταν συνέχεια τά λόγια τοῦ ἁγίου Ραφαήλ. Οἱ τύψεις τήν κατέτρυχαν. Τό Σεπτέμβριο πού πέρασε δέν εἶχε πεῖ τίποτε στόν Δεσπότη γιά τήν ἁγία Εἰρήνη, πού τήν ἐμφάνισαν ἡ Παναγία καί ἡ ἁγία Παρασκευή κρατώντας την ἀπό τά χέρια. Τό φταίξιμο ἦταν δικό της, διότι ὁ Σεβασμιώτατος δέν εἶπε λέξη γιά τήν ἁγία Εἰρήνη, πού εἶναι καί Θερμιώτισσα.
Ἕνα ἄλλο ἐνύπνιο ρίχνει ἄπλετο φῶς στά λόγια τοῦ Ἁγίου. Ὅπως προανέφερε, στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ ἦταν ἡ πρώτη ἐπίσημη εἰκόνα, ἔργο τοῦ Φώτη Κόντογλου, καί τά ἅγια λείψανα τῶν Νεομαρτύρων.
Κι αὐτή βρέθηκε μέ ἀπορία πάνω στίς Καρυές ὅταν εἶδε τήν ἁγία Ρηνούλα νά στέκεται ἔξω ἀπό τό ἐκκλησάκι μαζί μέ ἕναν ἄλλο καλόγηρο. Τήν πλησίασε καί τήν ρώτησε γιατί εἶναι λυπημένη.
«Εἶμαι λυπημένη, διότι ὅλοι μέ παραθεώρησαν. Ἄν καί βρίσκονταν τά λείψανά μου στό ναό, ὁ Δεσπότης δέν μίλησε γιά μένα. Καί ἀφοῦ δέν μίλησε, οἱ πιστοί πού προσκυνοῦσαν δέν μέ παρακαλοῦσαν, γιατί δέν μέ γνώριζαν. Πῶς νά ἀξιοποιήσω γιά χάρη τους τήν παρρησία πού ἔχω ἀποκτήσει στόν Κύριο, ἀφοῦ μέ ἀγνοοῦσαν; Γι᾽ αὐτό ἦλθα πάνω στίς Καρυές νά κάνω παρέα στόν καλόγηρο πού ἔζησε μέ τούς Ἁγίους καί εἶναι κι αὐτός ἐδῶ θαμμένος!».
***
Ἡ τελουμένη κουρά ἀνήμερα τῶν Χριστουγέννων ―τόνισε ὁ Σεβασμιώτατος― τελέστηκε καί σάν εὐλαβική ἐνθύμηση στή μεγάλη ἐκείνη εὐλογία τοῦ Θεοῦ πρός ὅλους τούς ὀρθοδόξους καί ὅλο τόν κόσμο, μέσα ἀπό τήν ἀποκάλυψη τῆς δοξασμένης ταπείνωσης τοῦ μαρτυρίου καί τῆς ἀφάνειας τῶν ἁγίων Νεοφανῶν Μαρτύρων.
Ταυτόχρονα ὅμως ὑπέμνησε ὅτι ὁ ἀγῶνας μας καί ἡ ἀγωνία μας πρέπει νά εἶναι γιά ὅλους μας πῶς ἡ Παναγία θά ἐγγράψει τό ὄνομά μας στό βιβλίο τῆς ζωῆς, τῆς ὄντως ζωῆς, τῆς αἰωνίου ζωῆς.
Στό τέλος τῆς μοναχικῆς κουρᾶς, ὁ Μητροπολίτης κ. Δημήτριος εὐχόμενος στό νεόκουρο μοναχό Ραφαήλ, τοῦ ἐπέδωσε καί μία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου τῆς φερωνυμίας του, μέ τήν προτροπή νά τήν ἀποστείλει στόν πατέρα του π. Ἰωάννη καί τούς ἄμεσα συγγενεῖς τῆς ἱερατικῆς οἰκογενειακῆς του καταγωγῆς γιά τό θαυμάσιο παρεκκλήσιο τῶν Ἁγίων Νεοφανῶν Μαρτύρων, τό κατάγραφο μέ θαυμάσιες εἰκόνες βυζαντινῆς τεχνοτροπίας ἀπό τή ζωή καί τά μαρτύριά τους διά Χριστόν τόν Ἐσταυρωμένο καί Ἀναστημένο ἐκ νεκρῶν.
Μέ τήν εὐκαιρία τοῦ λειτουργικοῦ ἑορτασμοῦ καί τῆς συνάξεως εἰς τιμήν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Γουμενίσσης τελέστηκε ἡ χειροτονία τοῦ νεόκουρου π. Ραφαήλ εἰς διάκονον.
Στό σύντομο εἰσαγωγικό καί ἀνακεφαλαιωτικό χαιρετισμό ὁ Σεβασμιώτατος εὐχήθηκε στόν προσαγόμενο ἀπό χαρισματικός ἄνθρωπος μέ πολλές δεξιότητες καί ἀξιοσύνες νά ἐλεηθεῖ νά γίνει προπαντός χαρισματοῦχος, νά κρατήσει δηλαδή τή δωρεά τοῦ Θεοῦ, νά διακονήσει μέ αὐταπάρνηση καί ἀπόλυτη ἀφοσίωση τό λειτουργικό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀγαπώντας ὁλοτελῶς τόν Κύριο, τήν Παναγία μας, τούς Ἁγίους, τούς πιστούς μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾽ αὐτό καί ζήτησε τήν προσευχητική συνδρομή ὅλων τῶν παρισταμένων καί κάθε πιστοῦ.
Ἡ θεία λειτουργία καί ἡ χειροτονία τελέστηκαν γιά λόγους ὑπακοῆς στίς Συνοδικές ὑποδείξεις σέ ἄκρως περιορισμένο ἀριθμό παρόντων, ἀλλά μεταδόθηκε διαδικτυακά, παρέχοντας τήν εὐκαιρία σέ πολλῷ πλείονες νά μετάσχουν τῆς σπάνιας αὐτῆς εὐλογίας πρός ἕνα προσφερόμενο νέο κληρικό καί νά ἀνατροφοδοτήσουν τίς εὐλογημένες πνευματικές τους ἀντιστάσεις σέ κάθε δοκιμασία.
Τό γενεαλογικό του δένδρο περιλαμβάνει πλειάδα ἱερέων πού δοκιμάσθηκαν σκληρά στά δύσκολα χρόνια τοῦ διωγμοῦ τῆς Ἐκκλησίας ἐπί κομμουνιστικοῦ καθεστῶτος.
Τό εὐτύχημα εἶναι, κάτι πού σπανίζει στήν Ἐκκλησία μας, ὅτι οἱ γονεῖς του, π. Ἰωάννης καί ἡ σύζυγός του πρεσβυτέρα Κλαυδία, μετά χαρᾶς δέχθηκαν τήν ἀπόφαση τοῦ υἱοῦ τους. Καθώς ἐπίσης καί οἱ δύο πρεσβυτέρες ἀδελφές του.
Ἰδιαίτερα συγκινητική καί ἐξόχως διδακτική ἦταν ἡ προσφωνητήρια ὁμιλία τοῦ προσαγόμενου τήν ὁποία παραθέτουμε στή συνέχεια.
[ΟΜΙΛΙΑ ΧΕΙΡΟΤΟΝΟΥΜΕΝΟΥ π. ΡΑΦΑΗΛ]
Σεβασμιώτατε Πατέρα καί Γέροντά μου, πάτερ-Δημήτριε,
Σᾶς εὐχαριστῶ γι᾽ αὐτήν τή μεγάλη εὐλογία πρός ἐμένα: ἔγινα μοναχός καί σήμερα χειροτονοῦμαι διάκονος.
Χθές ὑποσχέθηκα ὁριστικά νά “πεθαίνω γιά τόν κόσμο” καί “νά ζῶ μόνο γιά τό Χριστό”. Σήμερα διαλέγω ὁριστικά “νά πεθαίνω γιά τόν ἑαυτό μου” καί “νά ζῶ γιά τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία, τό λαό τοῦ Θεοῦ”.
Αὐτό τό διδάχτηκα καί τό ἀποφάσισα κοντά σας, τό ἔμαθα καί τό κατάλαβα κοντά σας, τό εἶδα καί τό ἔζησα κοντά σας, ἀπό τό ἱερό παράδειγμά σας, ὅλα αὐτά τά χρόνια.
Θαυμάζω τό ταπεινό σας φρόνημα, τήν ἀληθινή σας εὐλάβεια, τήν ἅγια τιμιότητα, τήν ἀνεξικακία στούς πολεμίους. Ἁπλός σέ ὅλους, καταδεκτικός, δέν κάνατε διακρίσεις. Ζωή σας εἶναι τό ἅγιο Θυσιαστήριο καί ἡ καλοσύνη.
Πάντοτε μέ τό παράδειγμά σας διδασκόμαστε νά εὐεργετοῦμε κάθε ἕνα ἀναγκεμένο πού ὁ Θεός παρουσιάζει μπροστά μας. Δίπλα σας μαθαίνουμε ὅτι εἴμαστε ἐμεῖς ὑποχρεωμένοι στόν πονεμένο, καί ὄχι ὁ πονεμένος σέ ἐμᾶς.
Γιατί στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἑνός ἀνθρώπου εἰκονίζεται ὁ Χριστός. Πόσες φορές τό ἄκουσα ἀπό τό στόμα σας καί τό ξαναάκουσα ἀπό τίς πράξεις σας: «εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριο τόν Θεό σου».
Συνάντησα στό πρόσωπό σας ἕναν πραγματικό Ἐπίσκοπο, ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό ὅσους εἶχα συναντήσει μέχρι τότε.
Δεκαοχτὠ χρόνια δέν εἶναι λίγα. Ὅταν ἦρθα κοντά σας, τό 2002, ἤμουν 20 ἐτῶν. Τώρα εἶμαι 38. Μοῦ προσφέρατε αὐτήν τή θεία εὐλογία, νά εἶμαι μαζί σας στή μοναχική Ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί τῆς Ἁγίας Εἰρήνης.
Δοκιμάσθηκα ὅλα αὐτά τά χρόνια κοντά σας, πάνω στήν ὑπακοή, στήν καθαρότητα τῆς ζωῆς, στήν ἀφοσίωση τῆς θείας λατρείας, στόν κόπο τῆς διακονίας κάθε μέρα, χωρίς ἀντιρρήσεις. Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μέ ἀξίωσε νά διακονήσω καί τήν ἐνενηνταπεντάχρονη γερόντισσα Μαρία, τή βλέπουσα.
Σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀξιώθηκε νά τῆς φανερωθοῦν οἱ Ἅγιοι, νά τῆς δείξουν τόν τόπο ὅπου βρίσκονταν τά ἅγια λείψανά τους, νά τῆς φανερώσουν τήν ἱστορία καί τή ζωή τους.
Παραστεκόμουν καί παραστέκομαι, συμμετέχω, ψέλνω, διαβάζω σέ τόσες ἱερές ἀκολουθίες καί σέ τόσες θεῖες λειτουργίες μαζί Σας. Ζοῦσα καί ζῶ κοντά Σας τά μεγαλεῖα τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ.
Τόσα χρόνια ζῶ κοντά Σας τί σημαίνει Ὀρθοδοξία καί ὀρθοπραξία:
ἔζησα καί ζῶ μέσα στή θεία λατρεία (καί καταλαβαίνω τήν ἅγια ἀξία τῆς ἱεροσύνης, πού φέρει καί ὁ πατέρας μου ὁ ἱερέας Ἰωάννης)·
ἔζησα καί ζῶ μέσα στήν ὑπακοή καί στή θυσία·
ἔζησα καί ζῶ μέσα στήν ἁπλή καί καθαρή ζωή τῆς Ἐκκλησίας·
ἔζησα καί ζῶ τόν κόπο, τήν ἄρνηση κάθε κοσμικῆς χαρᾶς, τήν ταλαιπωρία τῆς θυσίας καί τῆς ἄσκησης·
ἔγινα μαθητής σας, διδάχθηκα νά προτιμάω πίο πολύ τό Χριστό πέρα καί πάνω ἀπό ὅλους καί ὅλα, πάντοτε τό Χριστό, σέ ὅλα τό Χριστό, ὅπως τό διδάσκει καί ὅπως τό ζεῖ ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.
Ὅλα αὐτά κοντά Σας. Εἶχα μέσα μου ἀπό παιδί, σάν παιδί ἱερατικῆς οἰκογένειας, τήν ἀγάπη γιά τή θεία λατρεία. Αὐτό ἦταν ὁ σπόρος.
Καί ὁ Ἅγιος Θεός μέ ἔφερε κοντά Σας πρίν 18 χρόνια, γιά νά καλλιεργήσετε τό χωράφι τῆς ψυχῆς μου καί ὁ Θεός νά ἐπαυξήσει τό σπόρο τῆς ἀφιερώσεως.
Πῶς ἔγινε αὐτό;
Ἔζησα ὑπό τήν ἀόρατη ἅγια σκέπη τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός μέ ἔφερε στήν ὁρατή πατρική φροντίδα τή δική σας. Τή φροντίδα τοῦ ἁγίου Θεοῦ γιά μένα τήν ἔζησα ἀκόμη πιό πολύ κοντά Σας. Ὅπως ἔζησα τή μεγαλοψυχία καί τήν ἄδολη ἀγάπη Σας πού πάντοτε θυσιάζεται.
Σήμερα στέκομαι ἐνώπιόν σας μέ μεγάλη συντριβή καί ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη, σκύβω τόν αὐχένα μου, γιά νά ἐπιθέσετε τά σεπτά χέρια Σας πού ταλαιπωρήθηκαν γιά χάρη μου. Γιά νά μοῦ ἐμφυτεύσετε στήν καρδιά, στήν ψυχή καί σέ ὅλο μου τό εἶναι τή Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος πού τήν ἔχετε πλουσιοπάροχα.
Κανείς καί τίποτε ἄλλο δέν μπορεῖ νά μέ κάνει χαρούμενο, ἤ νά μέ γεμίσει, παρά μόνον ἡ θεία Χάρη τοῦ Παρακλήτου. Μακάρι ὅπως πλημμύρισε τόν ἀρχιδιάκονο Στέφανο τήν ὥρα τού μαρτυρίου καί ὅλους τούς ἁγίους Διακόνους, νά πλημμυρίσει καί ἐμένα.
Ὅλα τά ἀγαθά τοῦ κόσμου δέν ἀνταλλάσσονται μέ τήν Ἱεροσύνη.
Δῶστέ μου την ευλογία Σας, σέ αὐτήν τή μοναδική ὥρα γιά μένα.
Ἐπιτρέψτε μου νά ἀπευθυνθῶ αὐτή τήν ἱερή στιγμή στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.
Ποιός εἶμαι, Κύριε, ἐγώ;
Γιατί θέλησες καί ἐπέβλεψες σέ μένα;
Γιατί θέλησες νά μέ φέρεις στήν ὕπαρξη;
Γιατί θέλησες νά μέ πάρεις ἀπό τούς συγγενεῖς μου καί τούς φίλους μου;
Γιατί θέλησες νά μέ βάλεις στή δική Σου στράτα; Νά βαστῶ τό Σταυρό σάν σημαία καί νά προχωράω στήν καθημερινή Σταύρωση; Νά βλέπω τήν Ἀνάσταση καί νά λαχταρῶ τήν ἀναστημένη ζωή, πού εἶσαι Ἐσύ;
Εἶμαι ὁ ἐλάχιστος ἀπό τούς ἀδελφούς μου κατά Πνεῦμα.
Εἶμαι ἕνας ἐλάχιστος ἀπό τούς συγγενεῖς μου κατά σάρκα.
Τί βρῆκες, Κύριε, ἀπό ἐμένα; Τί νά Σοῦ ἀνταποδώσω, Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστέ;
Μοῦ ἔδωσες τά πάντα. Μέ φύτεψες στό εὐλογημένο χωράφι τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, καί τώρα μέ φυτεύεις στόν Παράδεισο τῆς μοναχικῆς καί τῆς ἱερατικῆς ζωῆς. Νά διακονῶ στά Ἅγια τῶν Ἁγίων.
Ἄλλοι ρωτᾶνε τούς γονεῖς τους, τί εἶναι οἱ ἱερεῖς; ποιά δουλειά προσφέρουν;
Ἐμένα, Χριστέ μου, δέν μέ ἄφησες νά ψάχνω, νά ρωτάω. Μέ ἔβαλες μέσα στήν οἰκογένεια τῶν κληρικῶν Σου. Ὁ εὐλογημένος πατέρας μου π. Ἰωάννης καί ἡ εὐλογημένη μητέρα μου πρεσβυτέρα Κλαυδία μοῦ ἔδωσαν να καταλάβω ποιά εἶναι ἡ διακονία καί ποιά ἡ προσφορά τοῦ παπᾶ καί τῆς παπαδιᾶς. Ὄχι στά λόγια, ἀλλά στίς πράξεις.
Οἱ δύο ἀδελφές μου Τατιάνα καί Ἁγνή καί αὐτές πρεσβυτέρες ὅπως διακαῶς τό ἐπιθυμοῦσαν.
Ὁ παππούς μου Τιμόθεος ἦταν δάσκαλος, στά χρόνια τῶν διωγμῶν τῆς θρησκείας. Πολλοί ἀπό φόβο καί δειλία ἄφηναν τήν ἱεροσύνη τους καί τά χωριά ἔστεκαν ἀλειτούργητα.
Κάποιος ἱερέας πῆρε τό θάρρος καί τοῦ εἶπε νά ἱερωθεῖ: «Τιμόθεε, ἐκτός ἀπό δάσκαλος τέλειωσες καί τήν ἱερατική σχολή. Γιατί δέν γίνεσαι ἱερέας; Ἄν δέν γίνει ὁ ἕνας, ἄν δέν γίνει ὁ ἄλλος, ποιός θά γίνει; ποιός θά διακονήσει τό Χριστό;» Ρώτησε τή γυναίκα του τή γιαγιά Εὐδοκία, καί τοῦ ἀπάντησε: «Μέ τό Θεό, μπροστά!».
Τό ἤξεραν ὅτι θά περάσουν πολλές δυσκολίες, θλίψεις και διωγμούς, ἀλλά εἶχαν καί οἱ δυό γενναῖο φρόνημα. Τό 1947 χειροτονήθηκε ἱερέας.
Στό σπίτι τοῦ παπποῦ στά δύσκολα χρόνια πάντοτε εὔρισκαν καταφύγιο πολλοί ἱερομόναχοι κυνηγημένοι ἀπό τό καθεστώς.
Τούς κάλυπτε μέ διάφορες προφάσεις. Ἄλλοτε νά κάνουν τό φύλακα, ἄλλοτε τό νεωκόρο, ἄλλοτε τόν κηπουρό καί ἄλλα τέτοια.
Στά πιό δύσκολα χρόνια ὁ παππούς ὁ παπα-Τιμόθεος ἔμαθε ὅτι ὅλα αὐτά ἔγιναν γνωστά καί κινδύνευε ἡ ζωή τους.
Ἀναγκάστηκαν τότε βιαστικά νά ἀφήσουν τά παιδιά στήν προγιαγιά μου Βαρβάρα καί μετανάστευσαν στά πιό βόρεια τῆς χώρας γιά να γλιτώσουν τόν κίνδυνο.
Ἀπό τά ἕντεκα (11) παιδιά τους, τά τρία (3) πεθάναν στή μεγάλη πείνα μετά τόν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (ἀπό τά ὑπόλοιπα, τά τέσσερα ἀγόρια γίναν ἱερεῖς καί τό κορίτσι τό μικρότερο ἔγινε παπαδιά).
Ἕνας ἀπό αὐτά τά παιδιά τοῦ παπποῦ μου (τοῦ παπα-Τιμόθεου) καί τῆς γιαγιᾶς μου (τῆς παπαδιᾶς Εὐδοκίας) εἶναι ὁ πατέρας μου πάτερ-Ἰωάννης.
Καί ἡ μητέρα μου ἡ Κλαυδία προέρχεται ἀπό πολύτεκνη οἰκογένεια μέ ἕξι παιδιά καί ἄλλη μιά θεία μου παπαδιά κι αὐτή.
Τότε οἱ ἄνθρωποι ἦταν γενναῖοι, ἦταν ἀποφασισμένοι νά μή στεροῦν τή ζωή τῶν παιδιῶν τους, πρίν τήν ὥρα τους. Σάν ἀληθινοί ἄνθρωποι καί χριστιανοί σέβονταν τήν ὕπαρξη τῶν παιδιῶν τους ἀπό τή στιγμή τῆς σύλληψης.
Γέροντά μου σεβαστέ καί ἀγαπημένε καί ἀδελφοί μου εὐλογημένοι,
πάντοτε ἡ οἰκογένειά μου ζοῦσε κάτω ἀπό τή σκέπη τῆς Παναγίας ἔχοντας φανερά σημεῖα τῆς προστασίας Της. Κατά ἀγαθή συγκυρία, ὁ πατέρας μου συμπληρώνει σήμερα 40 χρόνια ἱερωσύνης.
Στήν ἀρχή τῆς ἱερατικῆς του διακονίας διορίστηκε στή Χερσώνα σέ ναό τῆς Ἁγίας Σκέπης. Ἡ δεύτερη ἐνορία πού τοῦ δόθηκε στή Μολδαβία ἦταν πάλι τῆς Ἁγίας Σκέπης.
Μετά ἀπό παρακάλια τῶν συγχωριανῶν του, τό 1986 ὁ Δεσπότης τόν μετάθεσε στό χωριό του στήν ἐνορία τῆς Ἁγίας Σκέπης.
Προσκυνῶ τήν Παναγία μας σάν ἕνα μικρό παιδάκι καί τήν εὐχαριστῶ ἀπό μέσα μου, γιατί προέρχομαι ἀπό μιά τέτοια οἰκογένεια, μέ τό παράδειγμα τῆς ἱερατικῆς ζωῆς κάτω ἀπό τήν ἁγία σκέπη Της.
Εὐχαριστῶ μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς μου τόν Κύριό μας καί Θεό μας. Χριστέ μου, ἐσύ τά ξέρεις ὅλα σάν παντογνώστης Θεός.
Ὅμως, ἄφησέ με ―λίγο ἀκόμη― κι ἐμένα τόν ἀσήμαντο νά τά πῶ δημόσια, ἐδῶ μπροστά στό Ἅγιο Βῆμα τῆς Ἐκκλησίας.
Νά Σέ εὐχαριστήσω πρῶτα, Χριστέ μου, πού δέν μέ ἄφησες νά ξεστρατίσω ἀπό τήν ἅγια στράτα της Εκκλησίας Σου.
Σ᾽ εὐχαριστῶ, Χριστέ μου, πού μέ ἔφερες ἐδῶ στήν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ Ἐκκλησία Σου ἔχει ἀποστολικές ρίζες. Ἐδῶ ὁ Ἠγαπημένος μαθητής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος δέχθηκε στήν Πάτμο τήν ἀποκάλυψή Σου.
Ἐδῶ κήρυξε πρῶτος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στίς τρεῖς ἀποστολικές του περιοδείες. Ἐδῶ, στήν Πάτρα, ἔχυσε τό αἷμά του σταυρωμένος ὁ Πρωτόκλητος Ἀπόστολος Ἀνδρέας.
Ἐδῶ στή Βοιωτία, ὅπου καί ὑπηρέτησα την στρατιωτική μου θητεία, βρίσκεται ὁ τάφος τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ. Ἐδῶ πού κήρυξαν καί πάμπολλοι μαθητές τῶν Ἀποστόλων.
Ἐδῶ στή Θεσσαλονίκη πού ἔχυσε τό αἷμα του ὁ Μεγαλομάρτυς Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης.
Σ᾽ εὐχαριστῶ, Χριστέ μου, πού μᾶς ἀξίωσες καί ἤρθαμε στό Ἐκκλησιαστικό Λύκειο τοῦ Κιλκίς καί ἀπό ἐκεῖ βρεθήκαμε στήν εὐλογημένη Γουμένισσα. Ἤρθαμε στό Κιλκίς τέλη τοῦ 2001.
Τό Φεβρουάριο τοῦ 2002 (μαζί καί ὁ πνευματικός ἀδελφός μου Ἀλέξανδρος καί ἄλλοι συμμαθητές), βρεθήκαμε στή Γουμένισσα.
Μᾶς ὑποδέχτηκε, Χριστέ μου, ὁ μακάριος δοῦλος Σου καί ἅγιος ἐπίσκοπός Σου ὁ Σεβ. Δημήτριος καί μᾶς ἐπέλεξε νά μείνουμε κοντά στήν Ἀδελφότητα τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ στή Γρίβα.
Μέχρι τότε, σκεφτόμουν νά γίνω αὐτό πού ζοῦσα στήν ἱερατική οἰκογένεια μέ τόν πατέρα καί τή μητέρα μου. Σιγά-σιγά ἀποφάσισα νά ἀφιερωθῶ καί νά γίνω ἄγαμος κληρικός.
Τό ἅγιο ἱστορικό τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ καί ἡ ζωντάνια τῆς Ἐκκλησίας ἔγιναν γιά μένα ἕνα νέο μεγαλύτερο σχολεῖο, ἕνα σχολεῖο ζωῆς καί θυσίας.
Γράφτηκα στή Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν, ὐπηρέτησα τή στρατιωτική μου θητεία στό Πυροβολικό, ἔγινα μιά μικρή γέφυρα νά μάθουν καί ἄλλοι ἄνθρωποι στή Μολδαβία γιά τούς Ἁγίους Ραφαήλ, Νικόλαο καί Εἰρήνη.
Καί στή Χάρη τους ἡ οἰκογένειά μου ἀνήγειρε στό χωριό μας ἕνα ὄμορφο καί μεγάλο ἁγιογραφημένο ἐξωκλήσι.
Ὅλα αὐτά φαίνονται τόσο ἀνθρώπινα, εἶναι ἀνθρώπινα. Ἀλλά τελικά τό νιώθω σήμερα, ἀκόμα πιό βαθιά, ὅτι δέν εἶναι μόνο ἀνθρώπινα.
Εἶναι καί θεϊκά, εἶναι δῶρα δικά Σου, Χριστέ μου. Εἶναι ἡ φανερή φροντίδα ἡ δική Σου, Χριστέ μου. Εἶναι δείγματα μεγάλα τῆς ἀγάπης Σου, Χριστέ μου. Εἶναι τό ἔλεός Σου, Χριστέ μου, γιά μένα.
Ποιός ἤμουν, Κύριε, γιά ὅλα αὐτά;
Πέφτω καί Σέ προσκυνῶ.
Φιλῶ τά ἄχραντα πόδια Σου.
Σέ ἱκετεύω μέ ὅλη τή δύναμη τῆς καρδιᾶς μου, νά μέ ἀξιώσεις νά τιμήσω τίς δωρεές Σου, να γίνω δούλος γνήσιος δικός Σου, μοναχός δικός Σου και διάκονος δικός Σου…
Σᾶς παρακαλῶ, Γέροντά μου, πρῶτα ἐσεῖς νά μέ στηρίζετε σ᾽ αὐτόν τόν ἅγιο δρόμο, ὅπως τό κάνετε μέχρι τώρα μέ πολλές θυσίες καί ἀγῶνες.
Καί ὅλοι οἱ ἀδελφοί μου, ὅλοι οἱ χριστιανοί, οἱ εὐλογημένοι γονεῖς καί ὅλοι οἱ συγγενεῖς, νά γίνετε μέ τίς προσευχές σας βοηθοί μου.
Ἅγιοι Ἄγγελοι (τά πρότυπα τῶν Μοναχῶν) καί Ἅγιε Ραφαήλ, πού τό ὄνομά σου ἀξιώνομαι νά φέρω ἀπό τήν κουρά μου, Ἅγιε Νικόλαε καί Ἁγία Εἰρήνη, πρεσβεύσατε ὑπέρ ἐμοῦ. Σᾶς ἱκετεύω νά εἶστε πάντοτε βοηθοί μου.
«Παναγία Θεοτόκε, δεῖξε πάνω μου τήν εὐσπλαχνία σου.
»Μέ τό Μητρικό θάρρος πρός τόν Υἱό σου, ζήτησε γιά μένα ἄφεση τῶν προηγούμενων σφαλμάτων, ὥστε νά μή καταφλέγομαι ἀπό τά ζωοποιά Του μυστήρια, ἀλλά νά μένω ἄφλεκτος ἀπό τό καυστικό τους πῦρ.
»Ὅσα θέλεις, ἔχεις τή δύναμη νά τά πράττεις. Ἀξίωσέ με νά καθαριστῶ καί νά φωτιστῶ μέ τή θεία κοινωνία τῶν Μυστηρίων. Καθοδήγησέ με, τό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου νά τό περάσω μέ μετάνοια καί ἁγνότητα καί ταπείνωση, στά ἔργα, στά λόγια, στούς λογισμούς καί σέ ὅλες τίς κινήσεις τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Νά μοῦ συμπαραστέκεσαι πάντοτε, νά μέ ρυθμίζεις, νά μέ κυβερνᾶς, νά μέ χειραγωγεῖς, νά διώχνεις τίς ἐνάντιες δυνάμεις. Εἶμαι δοῦλος, πού δέν ἀξίζει τήν καλοσύνη Σου. Ἀλλά ἐσύ μέ κάθε τρόπο νά μέ φροντίζεις καί νά μέ φυλάγεις.
»Ναί, Δέσποινά μου ὑπερευλογημένη, στάσου σύμμαχός μου. Ἔτσι, σεσωσμένος ἀπό τήν ἁγία χάρη Σου, νά σέ ὑμνολογῶ καί νά σέ δοξολογῶ. Φωτισμένος ἀπό τό δικό Σου φῶς νά ἀνυψώνομαι στόν ὕμνο καί στή δοξολογία καί στήν προσκύνηση τῆς παναγάθου, παντουργοῦ καί μακαρίας Τριάδος, στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων».
ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ:




