Δώρο στα δίσεκτα χρόνια της αλαζονείας (ΦΩΤΟ)

Στίς μέρες μας κυριαρχεῖ ἡ ἰδιοτελής ματαιότητα. Οἱ περισσότεροι ἐμπιστεύονται τό βασικό ὑπαρξιακό τους ἐρώτημα μόνο στήν ἐπιστήμη καί ὄχι τόν ἀληθινό Θεό. Ὁ ἄνθρωπος δέν ἀξιολογεῖ σωστά τά σπουδαῖα ἐπιστημονικά δεδομένα.
Δέν ὁδηγεῖται στήν ἀνακάλυψη τῆς λογικότητας τοῦ κόσμου, τῆς κτιστότητάς του καί βεβαίως στήν ἀναγωγή τῶν πάντων πρός τό Δημιουργό Λόγο τοῦ Θεοῦ Πατρός, τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό. Ἔτσι καταλήγει σέ ἀδιέξοδο. Ὁ Μ. Βασίλειος σχολιάζει μέ ἕνα παράδειγμα τήν ἄθεη κοσμική αἴσθηση: «Ὅσοι ἀναπαύονται στή μάταιη σοφία μοιάζουν μέ τά μάτια τῆς κουκουβάγιας, πού τή νύχτα βλέπουν καλά, ἀλλά στό φῶς τοῦ ἥλιου ἀποτυφλώνονται.
Ἔχουν ὀξύτατη ἀντιληπτική ἱκανότητα γιά τά προσωρινά καί μάταια τοῦ κόσμου τούτου. Ἡ διάνοιά τους ὅμως σκοτεινιάζει, ἀπέναντι στό ἀληθινό φῶς τοῦ Θεοῦ». Γι᾽ αὐτό καί δέν πιστεύουν καί ἀντιλέγουν· ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἀόρατος, πῶς νά Τόν πιστέψουμε; ἀφοῦ δέν εἴδαμε τό Θεό, πῶς νά Τόν μοιάσουμε;
Καταρχήν, κάθε συνετός καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχει οὐσιαστική διαφορά ὑπόστασης, πού δέν πρέπει νά τήν καταφρονεῖ μέ ἀνόητους συλλογισμούς· ὁ Θεός ὑπάρχει ἀπό μόνος Του, εἶναι ἄκτιστος, ἐνῶ ἐμεῖς καί τά σύμπαντα εἴμαστε κτιστοί–δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ!
ἀδελφοί μου χριστιανοί, τέκνα τῆς Ἐκκλησίας προσφιλῆ καί περιπόθητα, “Χριστός Ἀνέστη”!
Μαζί μέ τίς καρδιές ὅλων σας ψάλλω τή μοναδική ἄφθαρτη χαρά ὅλων μας, τό μοναδικό ἄφθαρτο δικαίωμα ὅλων μας, τό μοναδικό αἰώνιο δικαίωμα ὅλων μας:
«Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου (ἐστίν), Πάσχα (ἐστίν)· ἐκ γάρ θανάτου πρός ζωήν καί ἐκ γῆς πρός οὐρανόν Χριστός ὁ Θεός ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας».
«Καθαρθῶμεν τάς αἰσθήσεις, καί ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτί τῆς Ἀναστάσεως Χριστόν ἐξαστράπτοντα, καί ‘Χαίρετε’ φάσκοντα τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες».
Πιασμένοι ἀπό τά ἄχραντα χέρια τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ζοῦν μαζί Του καί μέσα στήν Ἀνάστασή Του ἀναστημένη τήν ὕπαρξή τους. Μήπως κι ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, δικά Του πλάσματα καί δικά Του διασώσματα;
Γι᾽ αὐτό καί λαχταροῦμε νά Τόν βλέπουμε νά λάμπει μέσα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Γι᾽ αὐτό λαχταροῦμε νά λέει καί σέ μᾶς τό “Χαίρετε”. Ὄχι νά χαρῆτε μιά φορά μέ τήν Ἀνάστασή μου, ἀλλά νά μέ χαίρεστε αἰώνια. Αὐτή εἶναι ἡ ἄφθαρτη νίκη τῆς φθορᾶς, τοῦ πόνου, τῆς ὀδύνης: ἡ κοινωνία τοῦ Κυρίου, ἡ μέθεξη τῆς Ἀναστάσεώς Του, ἡ αἰώνια κληρονομιά τοῦ σωτηρίου Πάσχα…
Ὅμως· ἐφέτος ζήσαμε τή Μεγάλη Ἑβδομάδα ἐξ ἀποστάσεως σωματικῆς (ἀλλά καί μέ λαχτάρα ψυχική καί ἐμβιώματα ἱερά). Γίναμε ὡσάν ἐκείνους τούς Μαθητές καί τίς Μαθήτριες τοῦ Κυρίου οἱ ὁποῖοι στέκονταν “ἐκ τοῦ μακρόθεν”, ὅπως τό εἶχε προείπει ὁ Κύριος (Ἐμέ μόνον ἀφῆτε!)
Ἐφέτος ἀρχίσαμε νά ζοῦμε καί τό ἅγιον Πάσχα πάρα πολύ στερημένα, πάρα πολύ ἀσκητικά, μέ μιά κοινωνική ἐρημιά, ἀποστερημένοι τόν ἄμεσο κοινό ἐκκλησιασμό, ἀποστερημένοι τήν ἄμεση λειτουργική ἑνότητα, ἀποστερημένοι τήν ἄμεση ὀμορφιά τῆς ὕπαρξης καί τῆς ζωῆς μας: χωρίς τό “δεῦτε λάβετε φῶς” τῆς Πασχαλινῆς ἑτοιμασίας χωρίς τό “εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν” τῆς Πασχαλινῆς λειτουργίας καί θείας κοινωνίας (χωρίς τήν λειτουργημένη καί λειτουργική ἅγια φωταψία τῶν ψυχῶν μας).
Ἀκόμη καί ἐμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς ζήσαμε τή Μ.Ἑβδομάδα (ὅπως καί οἱ ἱερεῖς μας) καί ζοῦμε τό ἅγιο Πάσχα τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς ἐλευθερίας “φυλακισμένοι γιά τόν κίνδυνο διασπορᾶς τῆς φθορᾶς”! Μιά μορφή ἔσχατης κοινῆς ταπείνωσης, μιά μορφή ἔσχατης κοινῆς θυσίας ὑπέρ ἀλλήλων.
Φέτος τό Πάσχα τῶν Ρωμηῶν εἶναι “φυλακισμένο”, εἶναι “ἐλεύθερο πολιορκημένο”, ὑπόκειται σέ μιά “θυσία σαράντα ἡμερῶν ἀναβολῆς”.
Τό πιό πολύτιμο πράγμα πού εἴχαμε νά ζήσουμε καί νά μοιραστοῦμε μέ ὅλον τόν ταλαίπωρο κόσμο (τό Πάσχα τῶν Ὀρθοδόξων), συρρικνώθηκε σέ ἕνα “κομμάτι” τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, στήν μικρή ἐκκλησιαστική καρδιά τῆς συρρικνωμένης Πασχαλινῆς λειτουργίας στούς κλειδωμένους ναούς!
Κι ἀπό ᾽κεῖ (ἀπό τήν μικρή-μικρή καρδιά τῆς περιορισμένης “λειτουργίας”-λαουργίας) ἁπλώθηκε ἠλεκτρονικά σέ ἀναρίθμητες ἀνθρώπινες καρδιές καί συνειδήσεις. Μέ μιά ἐλπίδα δυνατή καί δυναμική: ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο (ἐν ᾧ τά πάντα ζῇ καί κινεῖται) μᾶς ἔχει ὅλους στήν ἀγκαλιά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος.
Κατά κάποιο τρόπο ζοῦμε ἐφέτος αὐτό πού περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκάς στό τελευταῖο κεφάλαιο (τό 24ο) τοῦ εὐαγγελίου του, πού τό ἀκούσαμε σήμερα ὡς εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα. Στό 24ο κεφάλαιο ὁ εὐαγγελιστής Λουκάς περιέχει μερικές πολύ σπουδαῖες μαρτυρίες καί ἐμπειρίες τῶν Μυροφόρων Μαθητριῶν καί τῶν Μαθητῶν τοῦ Κυρίου: γιά τόν Ἀναστάντα Κύριο.
Ξεκινᾶ μέ τήν ἔκπληξη, μέ τήν ἀπορία, μέ τόν “ἅδη” τῆς ἀγωνίας τῶν ψυχῶν τους. Τόν ἔβλεπαν καί Τόν πίστευαν Λυτρωτή, καί Τόν εἶδαν “νεκρόν, γυμνόν, ἡλκωμένον”, θαμμένο! Ἀντί νά ἐγκαινιάσει στά βλέμματά τους τήν καινούργια ζωή τῆς θεοκοινωνίας, Τόν εἶδαν σταυρωμένο νά ἐγκαινιάζει τό μνῆμα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας.
Πορεύονται οἱ Γυναῖκες τῆς ἁγίας τόλμης καί συναπαντῶνται μέ δύο ὁλόλευκους Ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι δίνουν τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως (ὅμως ὁ λαός τοῦ Χριστοῦ μένει κρυμμένος καί φοβισμένος, δυσπιστεῖ γιά τήν Ἀνάσταση). Πηγαίνει ὁ Πέτρος καί ἀποθαυμάζει γιά τό ἄδειο μνημεῖο.
Ἄλλοι δύο ἄνδρες, ὁ Κλεόπας καί ὁ Λουκάς (ὁ συγγραφεύς τῆς πληροφορίας), τό ἴδιο ἀπόγευμα πηγαίνουν στούς Ἐμμαούς. Καί στήν πορεία φανερώνεται ὁ Ἀναστάς Κύριος, χωρίς νά Τόν ἀντιληφθοῦν!
Ἡ Ἀνάσταση καί ὁ Ἀναστάς εἶναι ἡ νέα ζωή, εἶναι ἡ δοξασμένη παρουσία τοῦ Θεανθρώπου, εἶναι ἡ ἀφθαρσία καί ἡ αἰωνιότητα τοῦ θείου Πάσχα, εἶναι ὁ αἰώνιος Παράδεισος. Δέν Τόν καταλαβαίνουν (οἱ ὀφθαλμοί αὐτῶν ἐκρατοῦντο, τοῦ μή ἐπιγνῶναι Αὐτόν).
Ὅ,τι θέλει καί ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Θεός, αὐτό ζοῦν ἐπί γῆς οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.
Κλείνει τά μάτια τους; Τίποτε οὐράνιο καί θεῖο δέν βλέπουν!
Ἀνοίγει τά μάτια τους (τά νοερά καί τά τοῦ σώματος); Τότε μόνο βλέπουν ὅ,τι τούς ἐπιτρέπει!
Ὁ ἄγνωστος Ἀναστάς Κύριος ἀνοίγει ἕνα μεγάλο διάλογο μέ τούς δύο Μαθητές τοῦ εὐρύτερου κύκλου (μέ τό Λουκά καί τόν Κλεόπα). Διαλύει τήν ἀγωνία τῆς πίστης καί τήν ἀπόγνωσή τους, ἑρμηνεύει ὅλη τήν Παλαιά Διαθήκη Χριστολογικά, ἀνοίγει τό νοῦ τους γιά νά νιώσουν τήν Ἁγία Γραφή μέ “κλειδί ἑρμηνευτικό” τόν ἴδιο τό Χριστό.
Ὁ Θεός πού μιλοῦσε στήν Παλαιά Διαθήκη ὡς Ἄσαρκος Λόγος τοῦ Πατρός, Αὐτός ἐνανθρώπησε καί ἔγινε Λόγος Σαρκωθείς, Θεός Ἐνανθρωπήσας. Καί ὁ Ἰατρός (Σωτήρας) ταπεινώθηκε τήν ἔσχατη ταπείνωση τοῦ θανάτου, γιά νά γίνει ὁ Ἴδιος ὄχι ἁπλῶς τό ἐμβόλιο τῆς πανανθρώπινης θεραπείας, ἀλλά νά φανερωθεῖ ὁ Ἰατρός καί ἡ Γιατρειά κατά τῆς φθορᾶς (πού εἶναι ὁ χωρισμός ἀπό Θεοῦ καί ἡ στέρηση τοῦ Θεοῦ).
Τούς τά ἔλεγε “συμπορευόμενος” (ὅπως τά λέει συμπορευόμενος μέ τήν πονεμένη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν 2000 χρόνων).
Ἔφθασαν στόν προορισμό τους, προσποιήθηκε ὅτι πήγαινε πιό πέρα. Τόν προσκάλεσαν μέ τό ζόρι (μέ τήν ἀγαθή τους διάθεση) νά διανυκτερεύσει μαζί τους.
Καί τότε! Μέ μιά κίνηση λειτουργική, μέ τήν ἐπανάληψη τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, ἔγινε φανερός! Μέσα στή θεία λειτουργία τούς ἄνοιξε τά μάτια τῆς καρδιᾶς, τότε Τόν κατάλαβαν, τότε Τόν γνώρισαν, καί χάθηκε ἀπό τά μάτια τους. Ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ ἐκεῖνο τό βράδυ, βρῆκαν τούς Ἕνδεκα καί τούς ὑπολοίπους νά συζητοῦν γιά τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ στόν Πέτρο. Τότε διηγήθηκαν κι ἐκεῖνοι πῶς Τόν εἶδαν καί συμπορεύθηκαν καί συνομίλησαν καί τούς φανερώθηκε.
Καί ἐκείνη τήν ὥρα, φάνηκε σέ ὅλους ὁ Κύριος.
Ζοῦμε, γιά νά δείξουμε στό Θεό τή λαχτάρα μας γι᾽ Αὐτόν. Ζοῦμε, γιά νά ζοῦμε τήν προσδοκία τοῦ Σωτῆρος μέ τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο τῆς θείας λειτουργίας, τῆς θείας εὐχαριστίας, τῆς θείας κοινωνίας.
Καί ὁ Θεός μας καί Κύριός μας, ἐνῶ συμπορεύεται καθημερινά μαζί μας, περιμένει νά δείξουμε ὅλο αὐτό τό ἱερό καί ἅγιο ἐκκλησιαστικό φιλότιμο: ὅτι ἡ ζωή μας εἶναι κρεμασμένη ἀπό Ἐκεῖνον· ὅτι τό νόημα κάθε μέρας τῆς ζωῆς μας εἶναι ὁ Χριστός (ἀκόμη κι ἄν σταυρώνεται καί ἀνασταυρώνεται ἀπό τήν ἀχαριστία τῆς οἰκουμένης).
Αὐτό τό μεγάλο Χριστολογικό δῶρο τῆς ἐμπειρίας τῆς Ἀναστάσεως λαχταροῦσαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Γι᾽ αὐτό τό μεγάλο Χριστολογικό δῶρο τῆς κοινωνίας τῆς Ἀναστάσεως, γιορτάζουμε ὅλους τούς Ἁγίους. Περιμένουμε ἀπό τούς Ἁγίους ὄχι μόνο νά μᾶς βάλουν νά γευματίσουμε ἀπό τή φιλανθρωπία τους, ὄχι μόνο νά γλυκαθοῦμε μέ τό γλύκισμα τῆς εὐεργεσίας καί τῆς θεραπείας τους, ὄχι ἁπλά νά βολευτοῦμε σέ τοῦτον τόν κόσμο (αὐτά εἶναι σπουδαῖα, ἀπαραίτητα, ἀλλά πολύ λίγα καί πολύ-πολύ φτωχά γιά τήν μεγαλοσύνη στήν ὁποία μᾶς προσκαλεῖ ὁ Ἀναστάς Κύριος διά τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων).
Τό ἅπαν εἶναι ὁ Χριστός, ἡ “καρδιά” τῆς Παναγίας καί ἡ “καρδιά” τῶν Ἁγίων.
Τό ἅπαν τῶν σήμερα ἑορταζομένων Ἁγίων εἶναι ὁ Χριστός, ἡ “καρδιά” τοῦ ἁγίου Ραφαήλ, τοῦ ἁγίου Νικολάου καί τῆς ἁγίας παρθένου Εἰρήνης.
Καί ἐδῶ θά σταθῶ γιά λίγο ἤ πολύ, ἀνάλογα μέ τίς ἀντοχές σας καί τίς ἀντοχές μου.
Θά δείξω τίς ἀναλογίες τῆς ἱστορίας τοῦ ἁγίου Ραφαήλ καί τῶν Συμμαρτύρων του, πρός τήν ἱερή ἱστορία τοῦ Λουκᾶ καί τοῦ Κλεόπα καί ὅλων τῶν Μαθητριῶν καί τῶν Μαθητῶν τοῦ Κυρίου.
Ὁ Ἀναστάς Κύριος ἄρχισε νά φανερώνεται βαθμιδωτά, σταδιακά στόν κύκλο τῶν Μαθητῶν Του. Στήν ἀρχή εἶδαν τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, ἔπειτα εἶδαν τόν Κύριο οἱ Μυροφόρες.
Στήν ἀρχή ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης εἶδαν τόν ἄδειο τάφο μέ τά ἐντάφια σπάργανα χωρίς τό Σῶμα τοῦ Κυρίου (ἀποροῦσαν). Στήν ἀρχή ὁ Λουκάς καί ὁ Κλεόπας συνομιλοῦσαν τόσην ὥρα μέ τόν Ἀναστάντα καί δέν Τόν ἀναγνώριζαν (οὔτε τή μορφή Του οὔτε τή λαλιά Του) καί, ἀφοῦ τούς ἑρμήνευσε τήν Παλαιά Διαθήκη ὅλη καί ἔφθασαν στό δεῖπνο τέλεσε πάλι τήν θεία Εὐχαριστία, καί τότε Τόν γνώρισαν!
Φανερώθηκε στούς Δέκα κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἐνῶ ἔλειπε ὁ Θωμάς! Ὕστερα φανερώθηκε μαζί σέ ὅλους καί κάλεσε τόν Θωμά νά Τόν ψηλαφήσει, γιά νά δεῖ τά τραύματα τῆς σωτηρίου Σταυρώσεως…
Ὅλα αὐτά γιά ποιό λόγο τά συντέλεσε; Γιά νά πιστέψουμε ὅλος ὁ κόσμος, νά ταυτίσουμε τίς καρδιές μας μέ τό θεῖο θέλημα τοῦ Χριστοῦ, μέ τόν τρόπο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, καί ἔτσι νά ἑτοιμαζόμαστε διά βίου γιά τήν αἰωνιότητα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
Αὐτό γινόταν στίς Καρυές τῆς Θερμῆς Λέσβου, ἐπί αἰῶνες. Ἡ φανέρωση τῶν τριῶν Ἁγίων καί τῶν Συμμαρτύρων τους ἦταν συνεσκιασμένη γιά αἰῶνες! Ρωμηοί καί Ὀθωμανοί ἔβλεπαν “τό καλό φάντασμα”, “τόν καλόγερο” (ἤ καί τούς καλογήρους, ἀκόμη καί τό κοριτσάκι), πού ἔδιναν ἀνεξήγητες πληροφορίες ταυτότητος (“Μένουμε πάνω στό βουνό” ἤ “Πάω νά ψαρέψω στή θάλασσα, γιά νά φᾶμε ὁ πάτερ Ραφαήλ καί τό κοριτσάκι…” καί πόσα ἄλλα)!
Ἀπό τό 1463 τοῦ μαρτυρικοῦ τέλους των, οἱ Ἅγιοι ζοῦσαν τόν Ἀναστάντα Κύριο ἐν οὐρανοῖς. Φανερώνονταν ὅμως καί ἐπί γῆς, χωρίς νά φανερωθοῦν τελείως! Καί “πορεύονταν πορρωτέρω”, μέχρι τό 1959, τό 1960, τό 1961, τό 1962… (καί δέν τελείωσε ἡ ἱερή τους ἱστορία ἀκόμη).
Καί μόλις ―κατά τήν βουλή τοῦ Ὑψίστου― ἄρχισαν νά φανερώνονται, δέν ἔδειξαν μονομιᾶς τά πάντα, δέν φανέρωσαν μονομιᾶς ὅλα τά ἅγια σκηνώματά τους, ὅλα τά ὀνόματά τους, ὅλη τή μαρτυρική ἱστορία τους, ὅλη τή θεία θαυματουργό ἐξουσία τους.
Σταδιακά σέ ἁπλούς ἀνθρώπους, σέ ἁπλούς καί εὐλαβεστάτους ἱερεῖς, στόν περινούστατο καί ἁγιασμένο μακαριστό Μητροπολίτη Ἰάκωβο τόν Β΄ τόν Κλεόμβροτο, στόν εὐλαβέστατο τότε πρωτοσύγκελλο Νικόδημο (μετέπειτα Μητροπολίτη Ἱερισσοῦ), στόν εὐλαβέστατο λαϊκό ἱεροκήρυκα καί μετέπειτα Βοηθό Ἐπίσκοπο Ἄσσου κυρό Ἰάκωβο Κλήμη, στούς ἁγιασμένους ἱερομονάχους καί ἱερεῖς Φιλόθεο Ζερβάκο τόν ἅγιο πνευματικό, Φώτιο Λαυριώτη τόν διά Χριστόν σαλό, παπα-Βασίλειο τόν ἐξομολόγο, παπα-Παχώμιο τόν πρώην Ἁγιορείτη, τόν παπα-Εὐθύμιο τόν ἐφημέριο.
Κομβική ἡ σημασία μιᾶς ταπεινότατης καί ἁπλούστατης γυναικός τῆς Μαρίας Τσολάκη (πού ἀπετέλεσε ἕνα εὔχρηστο ἐργαλεῖο στά χέρια τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀποκάλυψη τῶν Ἁγίων Του)· ἀπό μικρό κοριτσάκι ἔβλεπε τήν Παναγία μας ὡς Μοναχή καί τόν Ἅγιο μέ λευκά ἄμφια καί σταυρούς στό φτωχικό πατρικό της καί ἀργότερα στό σπιτικό τους.
Κομβική ἡ σημασία τοῦ πρώην ἀπιστοῦντος Δούκα Τσολάκη, σέ ὅλες τίς ἀνασκαφές, σέ ἀνέλπιστα σημεῖα πού οἱ Ἅγιοι ἔδειχναν. Καί ἔτσι φανερώθηκαν τά ἅγια λείψανά τους, τά ὑπόλοιπα μαρτυρικά σκηνώματα, ὁ κοιμητηριακός Ναός μέ τήν Πλατυτέρα καί ἄλλες τοιχογραφίες, τά καμένα κελλιά, τό Ἁγίασμα, ἡ ἅγια εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος…
Αὐτά δέν συντελέστηκαν μονομιᾶς. Ἡ ἀναστημένη ζωή τῶν Ἁγίων συστελλόταν καί φανερωνόταν σταδιακά, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δῶρο στά δίσεκτα χρόνια τῆς ἀλαζονείας, γιά νά μᾶς ἀφυπνίσει καί νά μᾶς “ἀνοίξει τά μάτια” νά δοῦμε τόν Ἀναστάντα Κύριο μέσα ἀπό τό ἱστορικό καί τήν ἱστορία καί τά θαύματα τῶν Ἁγίων.
Λεπτομέρειες ἐπί λεπτομερειῶν πού συγκλονίζουν βρίσκονται στόν Α' τόμο (450 σελίδων) τοῦ βιβλίου μου μέ τίτλο “Ἡ Ἀποκάλυψη καί οἱ Ἐμφανίσεις τῶν Νεοφανῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου & Εἰρήνης”. Ὅσον οὔπω θά κυκλοφορηθεῖ καί ὁ δεύτερος τόμος. Μᾶς παραπέμπουν ἀναλογικά στό συγκλονισμό πού ἔνιωσαν ὁ Λουκάς καί ὁ Κλεόπας καί οἱ ἅγιες Μυροφόρες καί οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι (μετά τήν Παναγία μας) εἶδαν σταδιακά τόν Ἀναστάντα.
Γεγονότα συγκλονιστικά πού δείχνουν ὅτι ζεῖ Κύριος ὁ Θεός.
Θά σταθῶ σέ δυό περιστατικά πού συνέχουν διαβάζοντάς τα καί συγκλονίζουν.
Ὅταν ἀνευρέθηκε τό ἐγκόλπιο τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου τήν 1η Αὐγούστου 1961, τό ἴδιο βράδυ θέλησαν νά ἀγρυπνήσουν πάνω στίς Καρυές ὁλόγυρα ἀπό τό πρόχειρο ἐκκλησάκι ὁ Δούκας μέ τή Μαρία Τσολάκη καί τά τέσσερα παιδιά τους, ὁ Νικόλαος Φύκιας, ὁ Εὐστράτιος Πλιάκας, ὁ Ζαχαρίας Παφλιώτης, ὁ Θεοχάρης Κυριλής, ἡ Βιργινία Ἀδάμ μέ τήν ἐγγονή της Βιργινία, ἡ Μαρία Κουνέλη μέ τήν ἐγγονή της Ἀγγελική Κουνέλη, ὁ Στέλιος Γιαβρίμης καί ὁ Παναγής Συκιρτζής…
Εἶδαν λοιπόν μέσα σέ φῶς τόν ἅγιο Ραφαήλ σταυροφορεμένο καί τόν ἅγιο Νικόλαο μέ διακονική ἀμφίεση νά εἰσέρχονται στό πρόχειρο ἐκκλησάκι καί νά ἱερουργοῦν ἐπί ὧρες μέ τίς τελετουργικές κινήσεις τοῦ ἱερέως καί τοῦ διακόνου τῶν μοναστηριῶν.
Ἔβλεπαν καί τήν ἁγία Εἰρηνούλα νά ἵσταται πάνω ἀπό τόν τόπο τοῦ μνημείου της. Περιδεεῖς οἱ ἄνθρωποι ἄκουγαν τά πάντα, ἀπό τόν ἑσπερινό μέχρι τό τέλος τῆς θείας λειτουργίας μιᾶς μακρᾶς μοναστηριακῆς ἀγρυπνίας, μέ ἀθέατους πολυάριθμους ψάλτες.
Στό τέλος, ἐμφανίστηκαν σειρές μοναχῶν μέ βαθμιδωτή καί μικρότερη φωταυγία, φέροντες τό μοναχικό μανδύα, καί ἀκολουθώντας τούς Ἁγίους ἔκαναν λιτανεία γύρω ἀπό τό ἐκκλησάκι μέ τίς λειψανοθῆκες καί τό ἀνευρεθέν ἱερό ἐγκόλπιο τοῦ Παντοκράτορος. Καί ἔπειτα χάθηκαν πρός διαφορετικές κατευθύνσεις.
Τή Μεγάλη Παρασκευή τοῦ 1962, μετά τόν Ἐπιτάφιο στό χωριό, ἀνέβηκαν νά ἀγρυπνήσουν στίς Καρυές, δίπλα στά μαρτυρικά λείψανα τῶν Ἁγίων, ὁ Δούκας μέ τή Μαρία Τσολάκη, ἡ Παναγιωτίτσα Πλιάκα, μέ τήν ἀδελφή της Μυρσίνη καί τόν ἄνδρα της Γεώργιο Χρηστάκη (ἑλληνοΑμερικανοί), ὁ Ἄγγελος Ράλλης, ὁ Μενέλαος καί ὁ γιός του ὁ Στρατής Πλιάκας. Ὁ Στρατής ὁ Κλήμης ἔψαλε τά Ἐγκώμια στά Πάμφιλα καί ἀνέβηκε μέ τά πόδια στίς Καρυές.
Μέσα στήν ἐκκλησούλα ἄρχισαν νά ψέλνουν πολύ καλλίφωνοι ὁ Κλήμης μέ τόν Ἄγγελο. Ἐξαίφνης, τήν ὥρα ψαλμωδήσεως τῶν Ἐγκωμίων τοῦ Ἐπιταφίου, ἄκουγαν δύο φορές βοή πολύ δυνατοῦ ἀνέμου καί τέλος ἕνα δυνατό συριγμό μέ σεισμό, κραυγές καί οὐρλιαχτά (μοῦ τά περιέγραφε ὁ τότε θεολόγος καί μετέπειτα βοηθός Ἐπίσκοπος τῆς Ἀμερικῆς Εὐστράτιος-Ἰάκωβος Κλήμης).
Μέ τρόπο ἀπό τά παράθυρα οἱ ἀνύποπτοι ἀγρυπνιῶτες ἔβλεπαν ἔξω νά ξαναζωντανεύουν τά φρικτά μαρτύρια τῶν Ἁγίων καί τῶν συμμαρτύρων τους. Εἶχαν τέτοια αἴσθηση ἀμεσότητος, πού ἔτρεμαν μέχρι καί γιά τή δική τους ζωή! Ἀκόμη καί ὅταν ὐποχώρησαν καί ἔσβησαν τά πάντα, δέν τολμοῦσαν νά ἐξέλθουν, μέχρι πού ξημέρωσε.
Θά διερωτηθεῖ κάποιος, γιατί τά λέω ὅλα αὐτά;
Γιά νά διαλαλήσω ὅτι ὅλων τῶν Ἁγίων τά μαρτύρια, καί ὅλων τῶν Ἁγίων καί τῶν Δικαίων ἡ ζωή (καί ὅλη ἡ ἐκκλησιαστικότητα ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων) εἶναι μιά ὁλοζώντανη βαθμιδωτή συσταύρωση μέ τόν Κύριο καί συνανάσταση μέ τόν Κύριο. Αὐτό εἶναι τό εὐλαβικό νόημα καί ὁ ἱερός σκοπός κάθε ἑορτασμοῦ, εἴτε λαμπροῦ εἴτε ταπεινοῦ.
ἀδελφοί μου συνεορταστές ἐκ τοῦ μακρόθεν (καί ὅμως ἐγγύς), εἴθε νά ζοῦμε τό αἰώνιο Πάσχα τοῦ Κυρίου ὅπως τό ἔζησαν καί τό ζοῦν οἱ Ἅγιοι καί οἱ Δίκαιοι ἀνά τούς αἰῶνες.
Ἐν προκειμένῳ, ὡς ἑορτή σωτήρια καί χαρμόσυνη, ἀκόμη καί μέσα στή συλλογική θλίψη, στή συλλογική παραίτηση, στή συλλογική ταπείνωση, στό συλλογικό πόνο, στή συλλογική ἀγωνία γιά τό παγκόσμιο βάσανο τοῦ νέου κορωναϊοῦ καί κάθε βάσανο τῆς προσκαίρου ἐπικαιρότητος.
Μαζί μέ τίς καρδιές ὅλων σας ψάλλω τή μοναδική ἄφθαρτη χαρά ὅλων μας, τό μοναδικό ἄφθαρτο δικαίωμα ὅλων μας, τό μοναδικό αἰώνιο δικαίωμα ὅλων μας:
Χριστός ἀνέστη. Ἀληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος.
Δόξα τῇ ἁγίᾳ ἀναστάσει σου, Κύριε!
Οἱ νεοφανεῖς ἅγιοι Μάρτυρες Ραφαήλ, Νικόλαος καί Εἰρήνη ἄς ἐπιδοτοῦν τήν πνευματική εὐφροσύνη καί σύνεση καί πίστη καί ἐκκλησιαστικότητα ὅλων μας.―
† Ὁ Γουμενίσσης Δημήτριος Λαμπροτρίτη 2020



























