Ο Εσπερινός της Συγγνώμης στο Μοναστήρι της Ι.Μ. Νικαίας (ΦΩΤΟ)

Τή συγνώμη ἀντάλλαξαν Ποιμενάρχης, κλῆρος καί λαός, στόν 1ο Κατανυκτικό Ἑσπερινό πού τελέσθηκε στήν Ἱερά Μονή Ἁγίων Πατέρων τῆς Μητροπόλεως Νικαίας ἐπί τοῦ ἱστορικοῦ ὄρους Αἰγάλεω. Αὐτό τό Μοναστήρι ἔχει καταστεῖ τόπος γαλήνης, ψυχικῆς ἀνατάσεως, προσευχῆς καί φιλανθρωπίας, ἀπό τό ἔτος 2009 πού ξεκίνησε τήν προσφορά του στό χριστεπώνυμο πλήρωμα.
Ὁ κτήτορας τῆς Μονῆς, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νικαίας κ. Ἀλέξιος, πλαισιούμενος ἀπό τόν Θεοφιλέστατο Ἐπίσκοπο Χριστιανουπόλεως κ. Προκόπιο, τον Καθηγούμενο Γέροντα Πολύκαρπο καί τούς πατέρες τῆς ἀδελφότητος, ἀφοῦ ὑποδέχθηκε τό ποίμνιό του, τόν ἱερό κλῆρο καί τόν φιλόθεο λαό, τέλεσε τόν Κατανυκτικό Ἑσπερινό καί ἀπηύθυνε λόγο ἀναφερόμενος στή μεγάλη ἀρετή τῆς συγχωρητικότητος, ὡς προϋπόθεση γιά τήν εἴσοδό μας στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ:
Ἀγαπητά μου παιδιά,
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς ἑστιάζει σέ τρεῖς ἐντολές τοῦ Κυρίου, τίς ὁποῖες καλούμεθα νά ἐφαρμόσουμε, εἰσερχόμενοι στό εὐλογημένο στάδιο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Τή συγχωρητικότητα, τή νηστεία καί τόν ἀγῶνα γιά ἀπόκτηση θησαυρῶν οὐρανίων.
Ἡ πρώτη ἐντολή εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἄλλων, μέ ἄμεση καί μετρήσιμη συνέπεια. «’Εάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν ἀφήσει καί ὑμῖν, ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ.6,14). Προϋπόθεση τῆς δικῆς μας συγχώρησης ἀπό τόν Οὐράνιο Πατέρα ἡ συγχώρηση τῶν παραπτωμάτων τῶν ἀδελφῶν μας.
Ὁ Κύριος χαρίζει τήν ὀφειλή στόν δοῦλο καί ὁ δοῦλος δέ θά δείξει κατανόηση στόν ἀδελφό του, γιά πολύ μικρότερη ὀφειλή; Γνωστό καί διδακτικό τό περιστατικό, μέ τήν παραβολή τοῦ κακοῦ δούλου, πού διασώζει τό Εὐαγγέλιο (Μτθ. 18, 23 ἑξῆς).
Στίς προηγούμενες Κυριακές διδαχτήκαμε γιά τήν ταπείνωση, τό ἔλεος καί τή συγχώρηση τοῦ πατέρα στόν Ἄσωτο γιό του, γιά τήν ἀγάπη πού θά εἶναι τό κριτήριο τῆς εἰσόδου στόν παράδεισο καί στή ζεστή ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ.
Καί κλείνουν οἱ «Προσφωνήσιμες Κυριακές» μέ τήν πολυδίδακτη καί πολυσήμαντη ἐντολή τοῦ Κυρίου γιά τή συγγνώμη.
Ἡ κακία πού φωλιάζει στήν ψυχή εἶναι μιά μαύρη σκουριά πού διώχνει τή χαρά, καί μαζί μέ τήν ψυχή του πάσχει καί τό ἴδιο τό σῶμα τοῦ φθονεροῦ ἀνθρώπου, ὅπως διαπιστώνουν οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες καί ἐπικυρώνει ἡ ποιμαντική μας ἐμπειρία. Πρέπει νά συγχωροῦμε, γιατί καί μεῖς εἴμαστε ἁμαρτωλοί, πιθανόν πιό κολασμένοι ἀπό ἐκείνους πού κατηγοροῦμε.
«Ἐάν εἴπωμεν ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν» μᾶς διδάσκει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α΄ Καθολική 1, 8).
Ὄχι μόνο ὀφείλουμε νά μήν κρατᾶμε κακία, ἀλλά οὔτε κἄν νά κρίνουμε τόν ἄλλο, γιατί στ’ ἀλήθεια εἴμαστε χειρότεροί του.
Δριμύς ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἀπ. Παύλου: «Ποιός εἶσαι ἐσύ πού θά κρίνεις ἕνα ξένο ὑπηρέτη; Μόνο ὁ Κύριός του μπορεῖ νά κρίνει ἄν στέκεται ἤ ὄχι στήν πίστη του, γιατί ὁ Θεός ἔχει τή δύναμη νά τόν στηρίξει» (Ρωμ. 14, 4), ἐπιπλέον καί γιά τόν καθένα ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ ἴδιου Ἀποστόλου «Ἀλλά κι ἐσύ, ἄνθρωπέ μου, πού κατακρίνεις αὐτή τή διαγωγή, δέν εἶσαι λιγότερο ἔνοχος.
Γιατί, κρίνοντας τόν ἄλλο, καταδικάζεις τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου, ἀφοῦ κι ἐσύ ὁ κριτής κάνεις τά ἴδια» (Ρωμ. 2, 1).
Δέν λέγει παρόμοια, ἀλλά τά ἴδια ἀκριβῶς. Καί παρατηρήσεις Ψυχολόγων ὁδηγοῦν στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐξειδικευμένη κριτική πηγάζει ἔσωθεν, δηλαδή ἀπό λογισμούς ἤ καί πράξεις τοῦ κρίνοντος, ὁ ὁποῖος, κρίνοντας τόν ἄλλο, ἐξωτερικεύει δικά του προβλήματα ἤ καί δικές του ἐπιδιώξεις.
Συνήθως βέβαια δέν βλέπουμε τά δικά μας λάθη ἀλλά τῶν ἄλλων, ἐπικυρώνοντας τόν τόσο ἀληθινό καί συνάμα διδακτικό μύθο τοῦ Αἰσώπου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο: «Ἀνθρώπων ἕκαστος δύο πήρας φέρει, τὴν μὲν ἔμπροσθεν, τὴν δὲ ὄπισθεν, γέμει δὲ κακῶν ἑκατέρα΄ ἀλλ' ἡ μὲν ἔμπροσθεν ἀλλοτρίων, ἡ δὲ ὄπισθεν τῶν αὐτοῦ τοῦ φέροντος. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἄνθρωποι τὰ μὲν ἑαυτῶν κακὰ οὐχ ὁρῶσι, τὰ δὲ ἀλλότρια πάνυ ἀκριβῶς θεῶνται».
Συγχώρηση, λοιπόν, σέ ὅλους, γιατί ἄν δέν εἴμαστε ἴδιοι μέ αὐτούς πού κατακρίνουμε, πιθανόν νά εἴμαστε πολύ χειρότεροι. Καί στήν ἔνσταση ὅτι μᾶς ἔκαναν κακό ἡ ἀπάντηση εἶναι δεδομένη.
Ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τόν Ἐσταυρωμένο Κύριο, πού παρακαλοῦσε τόν Οὐράνιο Πατέρα ὑπέρ τῶν δημίων Του «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς...» (Λουκ. 23, 34).
Εἴμαστε συνεχιστές τοῦ ἁγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, πού παρακαλοῦσε τόν Θεό, ὑπέρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τόν λιθοβολοῦσαν (Πρξ. 7, 60).
«’Εάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν ἀφήσει καί ὑμῖν, ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος». Σωτηρία χωρίς τή συγχώρηση δέ νοεῖται, ἀφοῦ κανείς δέν εἶναι ἀναμάρτητος, ἔστω καί ἐάν ζήσει μία μόνο ἡμέρα πάνω στή γῆ.
Ἡ ἀμοιβαιότητα τῆς συγχώρησης συναρμόζεται μέ ἐκείνη τῆς ἀγάπης, γιά τήν ὁποία μᾶς μίλησε ὁ Χριστός τήν προηγούμενη Κυριακή.
Συγχωρῶ τόν ἀδελφό μου σημαίνει χωράω κι ἐγώ μαζί του, χωρᾶμε καί οἱ δυό πάνω στή γῆ, μπαίνω στή θέση του, ἀντιλαμβάνομαι τούς λόγους, οἱ ὁποῖοι τόν ἔκαναν νά μέ λυπήσει, ἀδικῶντάς με.
Σημαίνει ὅτι κατανοῶ τήν δική του ἀδυναμία σάν δική μου, καί διαθέτω τήν ταπείνωση νά ἀναγνωρίσω ὅτι τό δικό του σφάλμα θά μποροῦσε νά εἶναι καί δικό μου, θά μποροῦσε νά ἤμουν ἐγώ αὐτός πού θά ἔπρεπε νά ζητήσει συγγνώμη καί ἀπό τόν ἀδελφό, ἀλλά πολύ περισσότερο ἀπό τόν Θεό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἴμαστε ὅλοι ὀφειλέτες.
Συγχωρῶ τόν ἀδελφό μου σημαίνει ὅτι παραμερίζω τή λύπη ἐκείνη πού δημιουργοῦν τά προβλήματα τῆς καθημερινότητος, ὥστε νά μπορῶ νά προσέλθω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά ζητήσω τή συγχώρηση τῶν δικῶν μου ἁμαρτημάτων.
Δέν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός νά προσεγγίσουμε τόν Θεό ἀπό τήν ὁδό τῆς συγχώρησης τοῦ ἀδελφοῦ.
Ὅ,τι καί ἐάν προσφέρουμε στόν Θεό δέ γίνεται δεκτό, ἐάν δέν προέρχεται ἀπό ἄνθρωπο πού ἔχει ῥυθμίσει τίς σχέσεις του μέ τούς ἀδελφούς του.
Ὁ Θεός δέν δέχεται οὔτε τήν προσευχή μας, οὔτε τή λατρεία μας, οὔτε τά δῶρα μας, ἐάν δέν προέρχονται ἀπό μία ψυχή πού βιώνει τήν καταλλαγή μέ τόν πλησίον της.
«Ἦρθες στόν ναό γιά νά προσφέρεις τό δῶρο σου», λέγει ὁ Θεός, «καί θυμήθηκες ὅτι ἔχεις κάτι ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου; Ἄφησε τό δῶρο καί πήγαινε συμφιλιώσου μέ τόν ἀδελφό σου, καί ὕστερα ἔλα καί πάλι γιά νά προσφέρεις τό δῶρο σου στόν Θεό» (Μτθ. 5, 23-24).
Κατανοητή ἡ ὀργή, ὁ στιγμιαῖος ἐκνευρισμός, ἡ θλίψη ἀπό τήν κακή συμπεριφορά τοῦ ἄλλου, ἀπό τήν ἀδυναμία του ἤ τή μικρόνοιά του.
«Ὀργίζεσθε καί μή ἁμαρτάνετε» καί ἀκόμη, «ὁ ἥλιος μή ἐπιδυέτω ἐπί τῷ παροργισμῷ ὑμῶν», ἐντέλλεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφ. 4, 26).
Νά μή βασιλέψει ὁ ἥλιος καί μεῖς νά συνεχίσουμε νά βασανιζόμαστε μέ τήν κακία μας∙ γιατί ὄντως εἶναι βάσανο καί ἀσθένεια ἡ μνησικακία, ἐνῶ μέ τή συγχώρηση ἀπολαμβάνουμε τήν ἐλευθερία μας.
Συγχωρῶ τόν ἀδελφό μου σημαίνει ἐπιπλέον, νά μήν περιμένουμε τόν ἀδελφό μας νά ἔρθει ἐκεῖνος πρῶτος καί νά μᾶς ζητήσει συγγνώμη γιά ὅ, τι μᾶς ἔκανε, ἀλλά ἐμεῖς νά σπεύσουμε νά ζητήσουμε τή συγγνώμη του, ἔστω καί ἄν ἐκτιμοῦμε ὅτι φέρει εὐθύνη, ὅτι ἐκεῖνος μᾶς φέρθηκε ἄσχημα, ὅτι ἐκεῖνος προσπάθησε ἤ καί κατάφερε νά μᾶς ζημιώσει.
Σπεύδοντας ἐμεῖς πρῶτοι, οἱ φαινομενικά ἀθῶοι, νά ζητήσουμε συγγνώμη δέν κάνουμε τίποτε περισσότερο ἀπό τή μίμηση τοῦ Κυρίου.
Χαρακτηριστική ἡ σχετική προφητεία τοῦ Ἠσαΐου στό κεφάλαιο 53 γιά τά παθήματα καί τή λυτρωτική θυσία τοῦ Κυρίου γιά τό ἀνθρώπινο γένος: «οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (Ἠσ. 53, 2-3).
Γιά μᾶς τούς φταῖχτες καί ἁμαρτωλούς ἦλθε ὁ Χριστός, νά ζητήσει Ἐκεῖνος συγγνώμη γιά μᾶς.
Ἔπαθε καί σταυρώθηκε γιά μᾶς, ἀναλαμβάνοντας ὅλο τό βαρύ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας καί μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀστοχιῶν μας.
Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί,
Τό Πάθος τοῦ Κυρίου, ἄς γίνει δείκτης πορείας σέ τούτη τήν περίοδο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσσαρακοστῆς.
Εἶναι μιά ὁδός πνευματικοῦ ἀγῶνα καί προετοιμασίας∙ νά ἐγκολπωθοῦμε τό Πάθος τοῦ Χριστοῦ, τά ὅσα ὑπέφερε γιά τή σωτηρία μας.
Ἄς ἀρχίσουμε ἀπόψε, ἀπό τόν Ἑσπερινό τῆς Συγγνώμης, πού τελεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, νά συγχωρήσουμε τούς ἄλλους, χωρίς κρατούμενα καί ὑποσημειώσεις, ὥστε νά προχωρήσουμε ἐλεύθεροι, μέ τή βοήθεια τῆς προσευχῆς καί τῆς νηστείας.
Αὐτός ὁ «φαιδρός τῆς νηστείας ἀγῶνας» θά μᾶς συνδράμει ἀποτελεσματικά πρός τήν ὄμορφη διέξοδο, πρός τό λαμπροφόρο φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Ἀμήν.
Καλή καί ἡγιασμένη Τεσσαρακοστή!

























