Γράφτηκε από τον/την Romfea.gr. 22/04 17:39

exomologisi keri

Γράφει η Χρύσα Δαμιανάκη
Πανεπιστήμιο του Σαλέντο (Ιταλίας)


Κλεισμένοι μέσα, καθώς όλοι, στη φυλακή των αμαρτιών μας, πρωί Μεγάλης Πέμπτης, κραυζάγουμε: “Ανάστα Κύριε, σώσον μας ως φιλάνθρωπος”.

Oι δέσμιοι του Αδη περιμένουν τον Ελευθερωτή κράζοντας: “Σπεύσον ούν σώσον μας, Λυτρωτά, όπως ίδωμεν την εκ νεκρών ανάστασίν μας! Κριτά ζώντων και νεκρών, ζωήν ήλθες παρασχείν, ού θάνατον. Απάλλαξέ την ανθρωπότητα από την φοβερή λοιμική νόσο που την μαστίζει”.

Παρακολουθώ την θεία λειτουργία μέσω βίντεο από το Καθολικό της Μονής Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μανταμάδου (Λέσβου), και η θεία μυσταγωγία με τη μεγαλειώδη, ουράνια βυζαντινή ψαλμωδία των ψαλτών παρηγορεί την πονεμένη ψυχή μου.

Αισθάνομαι ξάφνου μια λεπτότατη ευωδία θυμιάματος γύρω μου, καθώς είμαι γονατιστή, μπροστά στο... κομπιούτερ, και με συνεπαίρνουν οι λιγμοί.

Κλαίω αναλογιζόμενη πόσο πολύ εμείς οι Ορθόδοξοι, Έλληνες, Ρώσοι και Βαλκάνιοι υποφέρουμε από τις κλειστές πόρτες των εκκλησιών, σε σχέση με τους Καθολικούς, που το βαθιά ριζωμένο κοσμικό τους φρόνημα δεν άφησε να καταγραφεί ούτε ένα παράπονο, τις μέρες του δικού τους Πάσχα.

Μα κλαίω περισσότερο για την κατάντια όλων μας, για την κατάντια της ανθρωπότητας που υποφέρει... καταδιωκόμενη από τον κορωναιό, όχι χωρίς αιτία.

Κύριε, λύτρωσέ μας από τα πάθη μας δια του Πάθους Σου, ώστε ελεύθεροι να εορτάσουμε το ερχόμενο Πάσχα, απολαμβάνοντας την υιοθεσία και αποστρεφόμενοι ευσυνείδητα την τυπολατρεία, που ως τώρα πολλοί από μας υπηρετούσαν.

Η θεία λειτουργία έχει τελειώσει, αλλά οι λυγμοί μου είναι πιό ασυγκράτητοι από πριν, καθώς στερούμαι την θεία κοινωνία.

Μένω να ικετεύω, παραδίνοντας τον νού μου σε άλλο έργο, αυτό της συνεχούς ικεσίας.

Κύριε, εξαγόρασέ μας από την κατάρα του λοιμού που οδήγησε στον θάνατο 100.000 Ευρωπαίους ως σήμερα, και 22.170 Ιταλούς, εδώ όπου ζώ...

Συγκλονίζομαι βαθιά, Κύριε, αναλογιζόμενη ότι ανάμεσά τους είναι 127 γιατροί, και μερικοί νοσηλευτές και εθελοντές, αλλά επίσης 7 φαρμακοποιοί και 105 ιερείς!

Όλοι σχεδόν από τις πόλεις της Λομβαρδίας, το Μιλάνο, την Μπέργαμο, την Κρεμόνα, αλλά και από την κοντινή Εμίλια Ρομάνια, και τις πόλεις της Πάρμα και Μπολόνια.

Στους γιατρούς που χάθηκαν συγκαταλέγονται και δυστυχείς συνταξιούχοι που κλήθηκαν στα όπλα, αλλά τους περίμενε ο θάνατος, γιατί ο εξοπλισμός προστασίας στα νοσοκομεία ήταν λιγοστός, ή ανεπαρκής.

Και ακόμα ιερείς, σχεδόν όλοι από την Λομβαρδία, εκτός από έναν που κατάγονταν από το Σαλέρνο της Καμπανίας.

Τούτος ήταν το σαρανταπεντάχρονο παλληκάρι του Χριστού, ο Ντόν Αλεσάντρο Μπρινιόνε.

«Πόσες και πόσες κηδείες έκανε στα μέρη τούτα της Καμπανίας που είχαν πληγεί από τον ιό. Κανένα κάλεσμα δεν αρνήθηκε για να τελέσει την εξόδιο ακολουθία, παρόλο ότι ήξερε, και όλοι ξέραμε τον μεγάλο κίνδυνο μετάδοσης του ιού», έγραψε για αυτόν ο συνεφημέριος του Ντόν Λουίτζι Πιέρρι, της ενορίας του Ατσέρνο της Καμπανίας.

«Και τώρα που κείτεται νεκρός, κανένας δεν παραστέκεται στην κηδεία του».

Ένας άλλος ιερέας από την Μπέργαμο, ο Ντόν Τζιουσέπε Μπεραρντέλλι, αρνήθηκε στο νοσοκομείο της πόλης όπου μεταφέρθηκε χτυπημένος από τον ιό, να του βάλουν τον αναπνευστήρα, αν και υπέφερε φρικτά από την δύσπνοια που του είχε προκαλέσει η πνευμονική βλάβη.

«Εγὠ είμαι εβδομήντα δύο χρονών, είπε στους γιατρούς, δεν πειράζει και αν πεθάνω. Βάλτε τον αναπνευστήρα σε κάποιον νέο για να ζήσει!».

Έτσι και έγινε. Και ο Ντόν Φάουστο Ρεσμίνι, που περιέθαλπτε επί εικοσιπέντε χρόνια ναρκομανείς, και φρόντιζε φτωχούς, έχοντας στήσει μιά πρόχειρη σκηνή έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπέργαμο, και που σε τούτες τις αποφράδες μέρες δεν έπαυε να τελεί το χρέος του ως γνήσιος Σαμαρείτης, το φέρετρό του τώρα τοποθετήθηκε τιμητικά μπροστά στη σκηνή του, αλλά κανείς δεν πλησίασε από φόβο να δώσει τον ύστατο χαιρετισμό.

Τούτο το τελευταίο περιστατικό διηγήθηκα με λιγμούς στον πνευματικό μου π. Γ. Δ., για να ακούσω και να παρηγορηθώ πως δεν «ήταν μόνος ο καλός Λευίτης: Άγγελοι Κυρίου, φέροντας στεφάνια, είχαν περιβάλλει το φέρετρό του...».

Τις ιστορίες της ζωής αυτών των συγχρόνων μαρτύρων της πίστεως συλλέγει τώρα ένας ιερέας, ο Μάουρο Λεονάρντι, που έχει διακριθεί και ως συγγραφέας.

«Όλοι όσοι πέθαναν», είπε ερωτώμενος από δημοσιογράφο, «ήταν πολύ αγαπητοί στο εκκλησίασμά τους και είχαν ανέκαθεν αφιερώσει τη ζωή τους στο πλησίον, ιδιαίτερα στους αδυνάτους».

Μια ολόκληρη στρατιά Ιταλών ιερέων, γιατρών και νοσηλευτών που πάλεψαν ως ήρωες και πέθαναν ώς μάρτυρες.

Ποιός δεν θα μνημονεύει την νοσοκόμα Λυδία Λιόττα του νοσοκομείου της Μπέργαμο, που αν και σε δεινή κατάσταση από την νόσο, δεν σταματούσε μέχρι την τελευταία της πνοή να υπηρετεί ασθενείς.

Ακόμα την Βιτσέντζα Αμάτο, διευθύνουσα του Τομέα Δημοσίας Υγείας και Πρόληψης, ένα ακόμα θύμα του καθήκοντος˚ αλλά και τον ηρωϊσμό της νεαρής ιατρού Κιάρας Μπονίνι, που μόλις αποθεραπεύτηκε από τον κορωναιό στο νοσοκομείο της Άκουϊλα, όπου εργαζώταν, ζήτησε και αποσπάστηκε στο νοσοκομείο της γενέτειράς της, της Μπέργαμο, προκειμένου να συνδράμει τους συναδέλφους της.

Ας είναι αιώνια η μνήμη όσων θυσιάστηκαν, και φωτεινό το παράδειγμα όσων παραδόθηκαν άνευ όρων στις επιταγές του καθήκοντος.

Η χώρα ετούτη τους οφείλει μεγάλη τιμή και πρέπει να αναρτήσει τα ονόματά τους, ώστε η ιστορική μνήμη να καίει αιώνια ως λιβάνι μπροστά στο θυσιαστικό έργο τους.

Αυτό μόνο μπορεί να την εξαγνίσει (στις συνειδήσεις των σημερινών και μελλούμενων γενεών) από τον βόρβορο που την κατέκλυσε όλων εκείνων που σπατάλησαν το δημόσιο χρήμα παλαιότερα και πρόσφατα -όπως ο τέως περιφεριάρχης Λομβαρδίας Ρομπέρτο Φορμιγκόνι (πολλάκις καταδικασμένος από την δικαιοσύνη και φυλακισμένος) -, αφήνοντας τα νοσοκομεία ‘γυμνά’ από προσωπικό, αλλά και από ιατρικό και προστατευτικό εξοπλισμό, βορά τώρα της πανδημίας. Δημόσιο χρήμα που είχε δοθεί στην περιφέρεια Λομβαρδίας για την υγεία, αλλά κατέληξε στους λογαριασμούς αχρείων κυβερνητών.

Πώς να μην εξοργισθεί κανείς με τα έργα τους, χειρώτερα από τα έργα εκείνων «τών αρχαίων Κυβερνητών» που «πληρώνοντας ἡ Χτίσις, θὰ φρίξει», καθώς έγραφε ο Ελύτης, προφητεύοντας ίσως στο «Προφητικόν» (Άξιον Εστί) την δεύτερη, μεγαλύτερη πτώση της ανθρωπότητας (μετά τους πολέμους), αυτής που σήμερα δεν παύει να αυξάνεται εξαιτίας της παγκόσμιας διαφθοράς και ακολασίας.

Και ηχούν περισσότερο παρά ποτέ στα αυτιά μου οι πονεμένοι λόγοι της Κρητικιάς μάνας μου «Πως μας βαστά, παιδί μου, ο Θεός, πως μας βαστά;».

Εμφανίσεις: 303374
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το Romfea.gr με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
FOLLOW ROMFEA: